Το «Άμνετ» είναι ένα καθηλωτικό κινηματογραφικό μοιρολόι

Το «Άμνετ» είναι ένα καθηλωτικό κινηματογραφικό μοιρολόι

Ο σπαρακτικός θρήνος της Κλόι Ζάο είναι φτιαγμένος για να συγκινήσει, αλλά είναι και αδύνατο να του αντισταθείς.

Σε καθεμία από τις πέντε μεγάλου μήκους της Κλόι Ζάο ως τώρα, οκ χωρίς το «Eternals» (2021), η σκηνοθέτρια αναμετράται με την έννοια της απώλειας. Στο υποβλητικό ντεμπούτο της «Songs My Brothers Taught Me» (2015), δύο αδέρφια αναζητούν τρόπους επιβίωσης μετά το θάνατο του πατέρα της. Έπειτα, στο έξοχο «Καλπάζοντας με το Όνειρο» (2017) το οποίο την ανέδειξε διεθνώς, ένας σχεδόν θανάσιμος τραυματισμός στερεί την ικανότητα του πρωταγωνιστή της να κάνει ιππασία, δραστηριότητα με την οποία ήταν σύμφυτη η ταυτότητά του. Παρομοίως, ο χαρακτήρας της Φράνσις ΜακΝτόρμαντ στην υπέροχη «Χώρα των Νομάδων» (2021), για το οποίο η Ζάο απέσπασε Όσκαρ σκηνοθεσίας, καλείται να νοηματοδοτήσει τον εαυτό της από την αρχή, αφότου χάνει τη δουλειά και το σύζυγό της. Το αίσθημα, δηλαδή, της ολικής ανατροπής και του να χάνεις τη γη κάτω από τα πόδια σου, συνιστά μια σταθερά στις θεματολογίες της δημιουργού. Αναπόφευκτα, σε αυτά προστίθεται και το πένθος, το οποίο όμως εξερευνά για πρώτη φορά στον υπερθετικό βαθμό που απεικονίζεται στο συναισθηματικά συντριπτικό «Άμνετ».

Όπως προδίδει ο τίτλος, η ταινία σχετίζεται με το έργο του Ουίλιαμ Σαίξπηρ, αλλά όχι με τον αναμενόμενο τρόπο. Βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο (εκδ. Ψυχογιός) της Μάγκι Ο’Φάρελ, η οποία μάλιστα συνυπογράφει με τη Ζάο τη σεναριακή διασκευή, όπου η συγγραφέας συνδυάζει την ιστορική αλήθεια με το μύθο. Πιο συγκεκριμένα, η Ιρλανδή εξετάζει το πώς η πραγματική απώλεια του γιου του Σαίξπηρ (1596), του Άμνετ, επηρέασε τόσο τη σχέση του θεατρογράφου με τη σύζυγό του Άγκνες Χάθαγουεϊ όσο και τη μετέπειτα δημιουργία της κλασικής παράστασης «Άμλετ». Πρόκειται, επομένως, για ένα λογοτέχνημα στο σταυροδρόμι του fan fiction και του prequel, το οποίο αφενός δίνει δραματουργικό προβάδισμα στη σκηνοθέτρια, άφου λίγο – πολύ άπαντες γνωρίζουν περί τίνος πρόκειται, αφετέρου πρόκειται για ένα αφήγημα κατασκευασμένο να συγκινήσει. Συνήθως, τα φιλμ τα οποία δεν προσπαθούν ιδιαίτερα να κρύψουν την πρόθεσή τους για δάκρυα κατηγορούνται, σωστά, ως εκβιαστικά ή χειριστικά. Και υπάρχουν σεκάνς του «Άμνετ» που δικαιολογημένα προκαλούν είτε αμηχανία είτε έχουν εκτεθειμένες τις σκηνοθετικές χειρονομίες της Ζάο. Ωστόσο, η πλοκή προσβλέπει σε ένα σαφή προορισμό, στον οποίο προκειμένου να φτάσει κανείς αποτελεί προϋπόθεση η συνδιαλλαγή με τον απογυμνωμένο ανθρώπινο πόνο.

Το «Άμνετ» εκφέρεται σαν ένα κινηματογραφικό μοιρολόι. Η αφήγησή του ξεκινά ρομαντικά με τη γνωριμία του ζευγαριού, προτού στραφεί προς το σκοτάδι του αναπόφευκτου. Όταν θρήνος κυριεύσει, επιτελείται μια διχοτόμηση. Από τη μία η μητέρα, η Τζέσι Μπάκλεϊ σε μια σπουδαία ερμηνεία, μια γυναίκα που λοξοκοιτάζει τον κόσμο του υπεραισθητού – οι κακεντρεχείς την αποκαλούν μάγισσα, έχει ενδόμυχη επαφή με τη φύση με τρόπο που περιφρονεί την κυνικότητα του ορθολογισμού. Ταυτόχρονα, οι ικανότητές δε χρησιμοποιούνται για κακό αλλά για ίαση, φτιάχνει θεραπείες και επαναλαμβάνει γνωμικά σα να εξασκεί τη δική της προσωπική τέχνη, όπως ένας ξυλουργός για παράδειγμα. Από την άλλη, ο πατέρας (Πολ Μεσκάλ) επιζητά αντίστοιχα την επικοινωνία με μια άυλη εσωτερικότητα, αυτήν της ψυχής. Φαινομενικά μοιάζει λιγότερο χρήσιμος από εκείνη, καθώς όσα έχει να προσφέρει δεν είναι απτά και, στην περίπτωση του συγκεκριμένου ζεύγους, μακρινά, γιατί εξελίσσονται χιλιόμετρα μακριά. Το γεγονός πως χάνουν το παιδί τους προξενεί μια παράδοξη αντίστιξη. Εκείνη παροπλίζεται, ξαφνικά οι ιαματικές δυνάμεις της αποδεικνύονται ανεπαρκής. Αυτός, όμως, μετατρέπει την οδύνη σε μια μεταφορά η οποία, σαφώς, αδυνατεί να αντικαταστήσει μια ύπαρξη, αλλά επουλώντας σμιλεύει τις προϋποθέσεις μιας πικρής μετάβασης.

Για αυτό και το «Άμνετ», επιπλέον, αποκτά διαστάσεις υπεράσπισης της τέχνης ως θεραπευτικού εργαλείου, χωρίς ποτέ να ξεχνά ότι, την ίδια ώρα, μιλά για την ιστορία μιας σχέσης. Οι Άγκνες και Ουίλιαμ συνθέτουν μια ακλόνητη μονάδα γιατί παρότι μιλούν διαφορετικές γλώσσες, τρόπον τινά, η επικοινωνία τους έχει ως βάση την πίστη στην αγαθότητα του άλλου. Και φυσικά, στο γεγονός πως αντιλαμβάνονται ότι τα όρια της ανθρώπινης εμπειρίας δεν μπορεί να είναι το σύνορο ενός αγρού, όπως συνέβαινε τότε. Μια εποχή όπου ο οίκος ήταν ο ίδιος τόπος που γεννιόσουν, δούλευες, παντρευόσουν, πέθανες και ο θάνατος ήταν μια σταθερή σκιά στο ρου των ημερών. Το «να ζει κανείς ή να μη ζει;» μπορεί να είναι η απορία, αλλά το βέβαιο είναι κάθε απώλεια επιφυλάσσει ένα άδικο που κάνει τη ζωή, μη-ζωή πια.

Σχετικά άρθρα