Οι δυο Δυνάστες

Οι δυο Δυνάστες

Ένα Παραμύθι για τον Χρόνο και τον Θάνατο.-Από τον Άρη Τερζόπουλο

Κάποτε σε μια μακρινή πόλη και καθώς πλησίαζε το τέλος της χρονιάς οι κάτοικοι της, μαζεύτηκαν μαζί με τον Βασιλιά και τους Συμβούλους του Κράτους για να συζητήσουν, για τον χρόνο που πέρασε και για τον χρόνο που ερχόταν. Είχαν δουλέψει πολύ τα τελευταία χρόνια, οι σοδειές είχαν πάει καλά, όπως και το εμπόριο με τις ξένες πόλεις. Τα νοσοκομεία ήταν  άδεια, γιατί οι γιατροί της πόλης είχαν βρει κάποια εξαιρετικά βότανα που θεράπευαν όλες τις ασθένειες. Άδεια ήταν και τα πτωχοκομεία, γιατί η καλή διοίκηση που είχε φτιάξει ο Βασιλιάς, είχε διορθώσει όλα τα οικονομικά προβλήματα και κανείς δεν πεινούσε. Ζητιάνοι δεν υπήρχαν σ’ αυτήν την πόλη, γιατί κανείς δεν ήταν φτωχός. Και οι φυλακές ήταν άδειες, γιατί καθώς δεν υπήρχαν ούτε οικονομικά προβλήματα, ούτε αρρώστιες, ούτε και πόλεμοι εδώ και πολλά χρόνια, οι άνθρωποι της πόλης είχαν ηρεμήσει. Είχαν ξεχάσει τις έχθρες, τις ζήλιες και τον φθόνο και το μόνο που έβλεπε κανείς στον δρόμο ήταν χαμογελαστά πρόσωπα. Λένε ότι το όνομα αυτής της πόλης ήταν Ουτοπία, αν και άλλοι λένε ότι το όνομα αυτής της πόλης ήταν διαφορετικό.

Έτσι όταν μαζεύτηκαν στο τέλος εκείνης της χρονιάς για να κάνουν τον απολογισμό τους, όλοι είχαν ευχάριστη διάθεση. Γρήγορα όμως το κλίμα άλλαξε, όταν ο σοφός Γέροντας της πόλης έφερε και πάλι μπροστά το κατάλογο με τα προβλήματα, που είχαν γράψει χρόνια πριν. Ήταν ένας μεγάλος παλιός Πάπυρος, και επάνω του υπήρχε ένας μακρύς κατάλογος με προβλήματα που είχε συντάξει κάποιος Βασιλιάς δυο-τρεις γενιές πριν. Κάθε χρόνο στο τέλος της χρονιάς διαβάζονταν τα προβλήματα που είχαν απομείνει, για να διαλέξουν οι κάτοικοι της πόλης, ποια απ’ όλα θα έλυναν την επόμενη χρονιά. Ο κατάλογος, μετά από τόσα χρόνια, ήταν γεμάτος με τα σβησμένα προβλήματα. Εκείνα που είχαν λύσει. Υπήρχαν μόνο δύο κάτω κάτω. Δυο προβλήματα που κάθε τέλος της χρονιάς τα μετέθεταν για την επόμενη, γιατί ακόμη δεν είχαν βρει τρόπο να τα αντιμετωπίσουν. Κι έτσι τα άφηναν για τον επόμενο χρόνο. Τώρα όμως δεν υπήρχαν άλλα για να λύσουν κι έτσι αναγκαστικά έπρεπε να ασχοληθούν με αυτά τα δύο. Όταν ο σοφός Γέροντας διάβασε φωναχτά το όνομα που είχαν αυτά τα δύο προβλήματα, όλοι αισθάνθηκαν, ένα βάρος στην καρδιά τους. Ο σοφός Γέροντας  διάβασε με φωνή που κάπως έτρεμε, το όνομα των δύο προβλημάτων. Το ένα λεγόταν Χρόνος και το άλλο Θάνατος. Το πλήθος που άκουσε από κάτω το όνομα των δύο προβλημάτων, έμεινε άφωνο. Κανείς δεν είχε μπορέσει ως τώρα να βρει την λύση για τα δύο προβλήματα. Έτσι και τώρα το πλήθος είχε μείνει άφωνο. Κανείς δεν είχε να προτείνει κάτι… Όταν ξαφνικά από το βάθος της πλατείας ακούστηκε μια φωνή. «Εγώ θα λύσω το πρόβλημα…». Όλοι γύρισαν και κοίταξαν προς το μέρος που ακούστηκε η φωνή. Ήταν ένας άγνωστος στους περισσότερους άνδρας, ούτε πολύ νέος , ούτε πολύ μεγάλος, ντυμένος με στολή κυνηγού, με ψηλές μπότες που έφταναν μέχρι πάνω από το γόνατο και το τόξο με την φαρέτρα με τα βέλη περασμένα γύρω από τον ώμο του. Τα μακριά μαλλιά του ήταν λυμένα. Το πλήθος άνοιξε δρόμο, καθώς ο άνδρας άρχισε να προχωρά προς το μέρος που βρισκόταν η εξέδρα των επισήμων. Ο άνδρας πλησίασε προς το μέρος που ήταν καθισμένα τα μέλη του Συμβουλίου του Κράτους και τα μέλη του Συμβουλίου των Γερόντων. Όλοι άνοιξαν τα’ αυτιά τους για να ακούσουν τι είχε να πει. «Εγώ θα λύσω το πρόβλημά σας» είπε « αλλά θα πω την λύση μόνο στο αυτί του Βασιλιά». Όλοι κοίταξαν προς το μέρος του Βασιλιά, γιατί ως τότε κανείς δεν είχε τολμήσει να ξεστομίσει κάτι τέτοιο και φοβήθηκαν μήπως ο Βασιλιάς οργιζόταν. Ο Βασιλιάς όμως, που δεν ήταν καθόλου ακατάδεκτος έκανε νόημα στον άγνωστο κυνηγό να πλησιάσει. Ο άγνωστος πλησίασε, έσκυψε πάνω από τον Βασιλιά και άρχισε να ψιθυρίζει κάτι στο αυτί του. Προφανώς ήταν κάτι αρκετά εντυπωσιακό, αν κρίνει κανείς από την έκφραση που είχε πάρει το πρόσωπο του Βασιλιά. Στο τέλος η έκφρασή του ήταν πολύ ευχαριστημένη και έκανε νόημα στους Συμβούλους του να πλησιάσουν. Και τους ζήτησε να εφοδιάσουν τον άγνωστο με αυτά που είχε ζητήσει. Δεν ήταν και πάρα πολλά άλλωστε. Δύο άμαξες με άλογα, που αντί για κανονικές άμαξες θα είχαν στην θέση τους δυο μεγάλα κλουβιά.

Δυο μέρες αργότερα, όταν οι άμαξες είχαν ετοιμαστεί, ο άγνωστος κυνηγός έφυγε προς άγνωστη κατεύθυνση.

 Έτσι πέρασε ένας χρόνος. Προς το τέλος του επόμενου χρόνου και καθώς πλησίαζε η μέρα των Χριστουγέννων, ο Βασιλιάς έδωσε εντολή στους κατοίκους της πόλης να συγκεντρωθούν και πάλι στην μεγάλη πλατεία, γιατί είχε κάτι σημαντικό να τους ανακοινώσει. Την προηγούμενη μόλις είχε λάβει μήνυμα από τον άγνωστο κυνηγό, ότι το πρώτο μέρος του σχεδίου του ολοκληρωθεί και έτσι αυτό που έμενε ήταν να ολοκληρωθεί και το δεύτερο μέρος.

Οι κάτοικοι πράγματι συγκεντρώθηκαν και όταν είχαν όλοι μαζευτεί, άρχισε με αργή και καθαρή φωνή να τους εξηγεί το σχέδιο του κυνηγού, για να αποφασίσουν αν θα το εγκρίνουν. Όσοι δεν θα συμφωνούσαν μπορούσαν απλώς να κάνουν κάτι άλλο ή ακόμη και να φύγουν από την πόλη. Οι κάτοικοι άκουσαν πράγματι το σχέδιο και για λίγη ώρα έμειναν άφωνοι. Μετά άρχισαν να συζητάνε μεταξύ τους. Στο τέλος κατέληξαν σε μια ομόφωνη απόφαση. Θα δέχονταν αυτό το τόσο περίεργο σχέδιο. Όταν παρέδωσαν το ψήφισμα τους στον Βασιλιά, όπου του ανέφεραν ότι συμφωνούσαν όλοι ανεξαιρέτως, τότε άνοιξαν οι πύλες της πόλης. Και από μακριά φάνηκε να πλησιάζει ο κυνηγός με τις άμαξες που τον ακολουθούσαν. Μέσα σε απόλυτη ησυχία καθώς οι άμαξες περνούσαν από τον διάδρομο που είχε ανοίξει το πλήθος, μπορούσαν να διακρίνουν τα δυο τρομερά πλάσματα που είχε καταφέρει να συλλάβει ο κυνηγός, στο διάστημα του χρόνου που είχε περάσει. Στο ένα κλουβί βρισκόταν φυλακισμένος ο Χρόνος και στο άλλο ο Θάνατος. Τα δυο κλουβιά έφτασαν μπροστά από την εξέδρα των επισήμων και εκεί σταμάτησαν. Αντικριστά το ένα από το άλλο, με τις δυο κλειστές πόρτες των κλουβιών επίσης την μια αντικριστά από την άλλη.  Το πλήθος που ήταν μπροστά από την πλατεία πέρασε σιγιά σιγά μπροστά από τα κλουβιά κοιτάζοντας με κάποιο φόβο είναι η αλήθεια αυτούς τους δυο Δυνάστες της ζωής τους.

Μετά ακολουθώντας τις οδηγίες και αυτά που είχαν συμφωνήσει με τον Βασιλιά, ο καθ’ ένας πήγε στον πιο αγαπημένο χώρο του, μαζί με τα πιο αγαπημένα πρόσωπα της ζωής του. Ο Βασιλιάς πήγε κι αυτός στο παλάτι του και αγκάλιασε την Βασίλισσά του. Άλλοι πήγαν στα σπίτια, ή στα δάση και αγκάλιασαν τις αγαπημένες τους. Άλλα ζευγάρια έκαναν έρωτα και άλλα ήταν απλώς αγκαλιασμένα. Πολλές μανάδες πήραν στην αγκαλιά τα παιδιά τους και πολλοί πατεράδες τις κόρες ή τους γιούς τους. Κάποιες παρέες φίλων έφτιαξαν παρέες και συζητούσαν τα αγαπημένα τους θέματα. Κάποιοι μεγαλύτεροι αγκάλιασαν τα εγγόνια τους, ή βρέθηκαν σε παρέες με τους αγαπημένους φίλους τους. Τα παιδιά αγκάλιασαν κι αυτά τους γονείς τους.

Ο άγνωστος κυνηγός έμεινε μόνος στην πλατεία, με τα δυο κλουβιά που είχαν μέσα τον Χρόνο και τον Θάνατο. Δεν είχε από χρόνια κανέναν στον κόσμο και είχε συνηθίσει να είναι μόνος. Όταν έφτασε η προκαθορισμένη ώρα και όλοι πια όπως είχαν συμφωνήσει έκαναν αυτό που αγαπούσαν περισσότερο, άνοιξε την πόρτα που ένωνε τα δυο κλουβιά. Ο Χρόνος και ο Θάνατος ήταν τώρα σαν να βρέθηκαν στο ίδιο κλουβί. Για λίγη ώρα έμειναν και οι δυο ακίνητοι. Και μετά ο Θάνατος, γιατί αυτό ήταν και το συνήθειό του πλησίασε τον Χρόνο και του πήρε την ζωή. Αλλά καθώς ο Χρόνος έπαψε να υπάρχει εξαφανίστηκε και ο Θάνατος, γιατί Θάνατος χωρίς Χρόνο δεν υπάρχει.

Και οι κάτοικοι αυτής της θαυμάσιας πόλης που πιθανόν να την έλεγαν Ουτοπία, έμειναν για πάντα σ’ αυτήν τη στιγμή, που πέθανε ο Χρόνος και εξαφανίστηκε ο Θάνατος, κάνοντας αυτό που αγαπούσαν περισσότερο.

Σχετικά άρθρα