Μεϊμαράκης εναντίον Τσίπρα: Σημειώσατε 1 (στον πρώτο γύρο)

Μεϊμαράκης εναντίον Τσίπρα: Σημειώσατε 1 (στον πρώτο γύρο)

Γιατί η εμφάνιση του Βαγγέλη Μεϊμαράκη, μετέτρεψε την νεανικότητα του Τσίπρα από πλεονέκτημα σε μειονέκτημα.

Ο Αλέξης Τσίπρας  δεν έχει πια εκείνη την λάμψη, που είχε και μέχρι πριν ένα μήνα. Η εμφανίσεις του δεν δημιουργούν ενθουσιασμό και αισιοδοξία στο ακροατήριο των ομιλιών του, το οποίο δείχνει να ακούει την επιχειρηματολογία του με κάποια απογοητευμένη συγκατάβαση. Η καινούργια συνταγή που διάλεξαν οι επικοινωνιολόγοι του κόμματος πάσχει. Πολύ συχνά ο Αλέξης Τσίπρας δείχνει σαν να προτιμούσε να χάσει αυτές τις εκλογές.

Μερικούς μήνες πριν και λίγο μετά τις εκλογές του Ιανουαρίου, το δίδυμο Τσιπρα-Βαρουφάκη, δημιουργούσε μια αίσθηση νεανικής και κυρίαρχης επαναστατικότητας. Ακόμη και παραδοσιακοί δεξιοί ψηφοφόροι, είχαν αρχίσει να ελπίζουν, ότι αυτός ο νεαρός Πρωθυπουργός και η ανέμελη παρέα του, θα μπορούσαν να αναποδογυρίσουν τα πράγματα όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά ίσως  σ’ ολόκληρη την Ευρώπη. Μετά καθώς οι βδομάδες και οι μέρες περνούσαν, η αισιοδοξία και ο ενθουσιασμός άρχισαν να μετατρέπονται σε επιφυλακτικές σκέψεις και σε κάποια ανησυχία. Ήταν και οι «παράπλευρες απώλειες». Η Κωνσταντοπούλου, ο Λαφαζάνης, ο ίδιος ο Βαρουφάκης που είχε αρχίσει να χάνει κάθε μέτρο. Είναι και οι συζητήσεις που δεν φτάνουν ποτέ στα αυτιά των πολιτικών και στα κομματικά επιτελεία. Οι περισσότεροι, ακόμη και αυτοί που είχαν ψηφίσει Σύριζα, παραδεχόντουσαν ότι αυτή η περίεργη παρέα που κυβερνούσε έμοιαζε περισσότερο με μια παρέα εκτός πραγματικότητας παρά με μια υπεύθυνη Κυβέρνηση.

Στο τέλος αυτού του «ένδοξου αγώνα» έπεσαν και όλα μαζί. Το τέλος της συμφωνίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση, το Δημοψήφισμα , τα CapitalControlsκαι οι ουρές μπροστά στα ΑΤΜ , η ασφυξία στην αγορά και η ταπεινωτική ολοκληρωτική ήττα. Η σημαίες έπεσαν και μαζί μ’ αυτές, τα «ποντίκια» άρχισαν να το σκάνε από το καράβι που βυθιζόταν.

Σαν να μην έφτανε αυτό, ήρθε και η αλλαγή στο κόμμα της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης και ο σχετικός «κρύος» και χωρίς επικοινωνιακό χάρισμα Αντώνης Σαμαράς, αντικαταστάθηκε από μια παλιά καραβάνα, τον Βαγγέλη Μεϊμαράκη, από τον οποίο κανείς δεν περίμενε και πολλά πράγματα. Η αλήθεια είναι ότι η κάθε θέση αναδεικνύει και τα προσόντα ή τα μειονεκτήματα του ανθρώπου που βρίσκεται εκεί. Και εκεί παρουσιάζονται πολλές εκπλήξεις. Για παράδειγμα, όταν ο Μιλτιάδης Έβερτ ήταν ένας απλώς Δελφίνος που είχε μάλιστα αποκτήσει και το παρατσούκλι ο «μπουλντόζας», πολλοί περίμεναν ότι η ανάδειξή του στην αρχηγία της Νέας Δημοκρατίας, θα έδινε άλλη πνοή στο κόμμα. Συνέβη το αντίθετο. Σαν αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας ο Μιλτιάδης Έβερτ, «μίκρυνε» «κόντινε». Το ίδιος είχε συμβεί και παλιότερα με τον Γεώργιο Ράλλη και τον Ευάγγελο Αβέρωφ, που ως Δελφίνοι τα πήγαιναν θαυμάσια, αλλά ως αρχηγοί του κόμματος ήταν ανεπαρκείς. Δεν υπάρχει όμως πιο τρανταχτό παράδειγμα ακαταλληλότητας, από αυτό του Γιώργου Παπανδρέου. Που πήρε με «απονομή» την θέση του αρχηγού του κόμματος, μέσα σε απόλυτη αισιοδοξία και ενθουσιασμό των οπαδών του Πασόκ και μερικά χρόνια αργότερα την Πρωθυπουργία με το αμίμητο «λεφτά υπάρχουν», για να καταφέρει μέσα σε λίγα χρόνια, ο ίδιος να εξαφανιστεί από την πολιτική σκηνή, ενώ το κάποτε κυρίαρχο  Πασόκ, να αγωνίζεται να μπει στην Βουλή.

Η περίπτωση του Μεϊμαράκη είναι το αντίθετο. Από ένα απλό στέλεχος και χωρίς ιδιαίτερες φιλοδοξίες για αρχηγίες ξαφνικά με τρεις τέσσερις εμφανίσεις στην Βουλή, όχι μόνο έδωσε νέα πνοή στο κόμμα του και για πρώτη φορά ύστερα από πολύ καρό την έφερε σε θέση να διεκδικεί και πάλι της εξουσία. Και τον ίδιο τον Μεϊμαράκη να αρχίζει να ξεπερνάει σε δημοφιλία τον Αλέξη Τσίπρα.

Οι εκλογές αυτές δεν έχουν ουσιαστικό διακύβευμα. Οι ψευδαισθήσεις έχουν τελειώσει. Αν η Ελλάδα θέλει να ξεφύγει από την κρίση , θα πρέπει να σοβαρευτεί και κυρίως να δουλέψει. Να κάνει μεταρρυθμίσεις εκεί που χρειάζονται και κυρίως να αφήσει ελεύθερη την μεσαία επιχειρηματικότητα, την μόνη που μπορεί να ανατρέψει το σκηνικό, να δημιουργήσει. Έτσι αυτός ο προεκλογικός αγώνας θα είναι ένας αγώνας προσώπων.

Ως τώρα η νεανικότητα και η φρεσκάδα του Αλέξη Τσίπρα ήταν το βασικό του πλεονέκτημα. Ο «Βαγγέλ που έχει γκελ», κατάφερε μέσα σε ένα μήνα περίπου να την μετατρέψει σε μειονέκτημα. Με το αυθόρμητο λαϊκό στυλ του παιδιού της πιάτσας, που τα λέει όπως είναι, αλλά συγχρόνως με χιούμορ και κυρίως αυτό είναι το βασικότερο με την συγκατάβαση ενός μεγαλύτερου, προς τον μικρότερο που κάνει αταξίες και λάθη.

Από την άλλη μεριά η στρατηγική του Σύριζα, είναι τελείως λανθασμένη. Το επιχείρημα «με εκβίαζαν για να με δανείσουν», απευθύνεται σε κρετίνους. Και δεν είναι στρατηγική να πηγαίνεις ως looser . Aυτό που είπε για παράδειγμα ο Γαβριήλ Σακελαρίδης για «την μελαγχολία της Αριστεράς» είναι τραγικά λάθος. Μια εικόνα που ταιριάζει σε ρομαντικές ταινίες εποχής και που απευθύνεται σε ευαίσθητες καρδιές. Λάθος είναι και το επιχείρημα, «εμείς είμαστε το νέο και οι άλλοι είναι το παλιό». Μέσα σε εφτά μόνο μήνες απέδειξε ότι είναι καθαρόαιμο παιδί του συστήματος, που υποτίθεται ότι θέλει να αλλάξει, με προσλήψεις ημετέρων και όλες τις άλλες παθογένειες. Κυρίως όμως δεν τον συμφέρουν τα νούμερα. Αυτό το καταστροφικό «παλιό» έφτιαξε ένα χρέος γύρω στα 200 δις ευρώ μέσα σε σαράντα χρόνια. Ο ίδιος και η κάκιστη Κυβέρνησή του κατάφεραν να συσσωρεύσουν ζημιές  εκατό σχεδόν δις ευρώ μέσα σε εφτά μήνες. Ούτε αυτή η σύγκριση συμφέρει.

Δεν ξέρω ποιο μπορεί να είναι το προεκλογικό επιχείρημα και στρατηγική του Σύριζα, μετά από τόσα λάθη. Αντικειμενικά δεν είναι εύκολο. Το χρειάζεται όμως επειγόντως. Και κυρίως χρειάζεται να βρει κάτι για να αντιμετωπίσει τον Μεϊμαράκη. Αλλιώς τον περιμένει η τύχη του Γιώργου Παπανδρέου.

Σχετικά άρθρα