Κριστιάνο Ρονάλντο, haters gonna hate
Ο καλός, ο κακός και ο κάγκουρας. Αυτός, κυρίες και κύριοι, είναι ο Κριστιάνο Ρονάλντο. Ο καλύτερος ποδοσφαιριστής στον κόσμο - καλύτερος και από το Λίονελ Μέσι. Την ίδια στιγμή έχει το μεγαλύτερο hate club ειδικά στην Ελλάδα, αφού μας αρέσει να διχαζόμαστε για το παραμικρό και να μισούμε όποιον είναι καλύτερος, πιο όμορφος, πιο πετυχημένος, πιο πλούσιος από εμάς
Δεν είναι τυχαίο ότι ο Έλληνας Ρονάλντο με το δικό του hate club είναι ο Κώστας Μήτρογλου προσαρμοσμένος στα δικά μας μέτρα επιτυχίας, ομορφιάς και καγκουριάς. Κάθε φορά που βγαίνει στο εξωτερικό χτυπάνε συναγερμοί στα αεροδρόμια για πιθανό τρομοκρατικό χτύπημα, κυκλοφορούσε ανάποδα με το πειραγμένο παπί του στην πλατεία Τραφάλγκαρ και αντί να δείχνει τους κοιλιακούς τους προτίμησε να (μας) δείξει το σλιπάκι του στη Λεωφόρο.
Ας μείνουμε όμως στο αυθεντικό προϊόν – προσοχή στις απομιμήσεις – Κριστιάνο Ρονάλντο. Αυτή η σχέση πάθους και μίσους δημιουργήθηκε για πρώτη φορά στα γήπεδα της Πορτογαλίας τα μαγικά βράδια του 2004. Η εικόνα του κλαμένου και κλαψιάρη Ρονάλντο πέρασε στο εθνικό μας συλλογικό ασυνείδητο σε αντίθεση με την τεστοστερόνη του Ζαγοράκη. Έγινε ένας μύθος που όσοι μεγάλωσαν τον έλεγαν στα παιδιά τους ή στα ανίψια τους στο νέο κρυφό σχολειό όταν έπεσε μαύρο στην ΕΡΤ και δεν είχαμε το μουσικό θέμα της Αθλητικής Κυριακής να μας νανουρίζει. Όπως με όλους τους εθνικούς μας μύθους, ξεχάσαμε ότι ο Ρονάλντο, εξελίχθηκε, βελτιώθηκε, σήκωσε κούπες, λούστηκε με ULTREX και κυκλοφορούσε με την Ιρίνα Σάικ, ενώ εμείς τρώγαμε τις βροχές και τα κρύα κάτω από το όχι και τόσο αδιάβροχο στέγαστρο του Καλατράβα, βάλαμε τις Φερόες στον παγκόσμιο χάρτη του ποδοσφαίρου, κάναμε το Μπέο Δήμαρχο και το Ζαγοράκη ευρωβουλευτή ναούμ’.
Ας πάμε και στο αντίπαλο δέος που προκαλεί ποδοσφαιρικούς οργασμούς στον παντογνώστη Έλληνα φίλαθλο, το Λίονελ Μέσι. Λένε ότι είναι ο καλύτερος ποδοσφαιριστής στον κόσμο. Όχι μόνο το αμφισβητώ αλλά έχω και επιχειρήματα. Μη – επιχειρήματα είναι στην πραγματικότητα, στη λογική του άσπρο – μαύρο αλλά είναι η μόνη λογική που μετράει στο ποδόσφαιρο. Ο Μέσι είναι ο πιο βαρετός σταρ της πιο βαρετής ομάδας στον πλανήτη. Προϊόν Θερμοκηπίου και όχι Αλάνας, μέχρι και οι αργεντινοί φίλαθλοι στο Μουντιάλ της Βραζιλίας δεν ήταν σίγουροι πώς να τον αντιμετωπίσουν: σαν το γιο του Μαραντόνα, το Μωυσή που θα τους ξαναφέρει στη Γη της Επαγγελίας ή ένα «ξένο» που μεγάλωσε κι έμαθε μπάλα στη Μάσα και μιλάει με ισπανική προφορά. Κι αν δεν με πιστεύετε μπορείτε να γκουγκλάρετε, γιατί μας έδωσε ο Σαμαράς το #freewifi;
Δεν μπορώ να αναγνωρίσω την ανωτερότητα του Μέσι αν δεν τον δω έξω από το σύστημα Μπαρτσελόνα, αυτή τη μαφία του σύγχρονου ποδοσφαίρου, στην οποία είναι Ο ΔΟΝ, ο κάπο ντι κάποι τούτι, στον οποίο όλοι ορκίζονται αιώνια αφοσίωση, σιωπή ακόμη κι όταν κατηγορείται για φοροδιαφυγή και ο Ινιέστα έχει σκάσει τα πνευμόνια του για να βγάζει ασίστ για το μεγάλο αφεντικό. Ο Πικέ τουλάχιστον κέρδισε τη Σακίρα ενώ ο φουκαράς ο Ινιέστα άντε να ξεσκονίζει καμιά φορά τις χρυσές μπάλες του αφεντικού και να γίνει μια υποσημείωση στην Ιστορία του Συλλόγου.
Επιστρέφω λοιπόν στη μαγεία Κριστιάνο Ρονάλντο. Όταν τον πήρε ο Σερ Άλεξ από τη Σιβηρία και τον έφερε στο Θέατρο των Ονείρων, τον ήξερε μόνο η μάνα του. Την πρώτη φορά που πάτησε το χορτάρι ήταν δεν ήταν 18 χρονών, άφησε το Όλντ Τράφορντ άφωνο με τα τακουνάκια και τις ντρίμπλες του και μέσα στο δεκάλεπτο άρχισαν να τον γιουχάρουν για τις ίδιες ντρίμπλες και τα τακουνάκια του. Ένα αστέρι γεννιόταν.
Το μοναδικό πράγμα που ξεχωρίζει τους σταρ από τους απλά μεγάλους ποδοσφαιριστές, είναι ο εγωισμός τους. Όταν ο Τζορτζ Μπεστ ήταν στα τελειώματά του και δεν ξεχώριζες τις ντρίμπλες του από το μεθυσμένο τρίκλισμά του, έτυχε να βρεθεί αντιμέτωπος με τον Άγιαξ και τον νεαρό και άγνωστο ακόμη Γιόχαν Κρόιφ. Ο Κρόιφ ήταν ένα αστέρι έτοιμο να ανατείλει αλλά το όνομά του ακόμη ψιθυριζόταν ανάμεσα στους γνώστες. Ο Μπεστ, λοιπόν, έφυγε από τη θέση του πήγε από την πλευρά που έπαιζε ο Κρόιφ και τον πέρασε δυο τρεις φορές, έτσι για την αλητεία.
Τον ίδιο ποδοσφαιρικό εγωισμό έχει και ο Κριστιάνο. Η μοναδική διαφορά είναι ότι λάμπει στην εποχή του Δικτύου, των μήντια και έχει γίνει η Κιμ Καρντάσιαν του ποδοσφαίρου. Λατρεύω την ποδοσφαιρική του ευφυΐα, τον εγωισμό του, το αρχοντικό του στυλ, τις αντιδράσεις του, ακόμη και τους κοιλιακούς του που δεν χάνει ευκαιρία να τους επιδεικνύει, τους έξαλλους μοναχικούς του πανηγυρισμούς. Αντίθετα, ο Μέσι μου θυμίζει τον Πολύδωρα – ποινή εκτίω, αγγαρεία κάνω – βάζει το πιο μαγικό γκολ της βραδιάς και το πανηγυρίζει σαν να προσπαθεί να θυμηθεί αν έχει κλείσει τον θερμοσίφωνα.
Το μεγάλο λάθος όμως που κάνουμε οι θαυμαστές και οι haters είτε του Ρονάλντο είτε του Μέσι είναι ότι τους αγαπάμε/μισούμε για τις ποδοσφαιρικές τους ικανότητες όταν έχουν ξεπεράσει αυτό το στάδιο και βρίσκονται σε άλλο επίπεδο. Είναι μετα-ποδοσφαιριστές, διασκεδαστές, παραγωγοί και προϊόντα θεάματος. Είναι σταρ σε δύο υπερεθνικά και πολυεθνικά brands που έχουν ελάχιστη σχέση με το ποδόσφαιρο που μεγαλώσαμε και αγαπήσαμε. Εμείς, μπορεί να τσακωνόμαστε και να φανατιζόμαστε ποδοσφαιρικά αλλά είμαστε η μειοψηφία, δεν βρισκόμαστε καν στις κερκίδες σαν κομπάρσοι και extras στο υπερθέαμα.
Ο Ρονάλντο και ο Μέσι έχουν βάλει συνολικά πάνω από 800 γκολ κι όμως, ειλικρινά, δεν μπορώ να θυμηθώ ένα δικό τους γκολ καθοριστικό, ένα γκολ που σημάδεψε τη ζωή μου. Ακόμη όμως θυμάμαι το γυριστό του Ζιντάν στον Τελικό με τη Βαλένθια, το χατ τρικ (το ένα με ανάποδο ψαλίδι) του Ριβάλντο στη Μπαρτσελόνα. Γιατί όπως και οι Clash ήταν «the only band that matters» έτσι και οι μοναδικοί galacticos ήταν η ομάδα του Ζινεντίν Ζιντάν. Ζινεντίν Ζιντάν, ο Τελευταίος Μεγάλος Ποδοσφαιριστής που Έκανε τη Διαφορά.
*Αφορμή για αυτό το άρθρο ήταν ένα σχόλιο φίλου στο facebook μετά τον αγώνα της Ρεάλ με την Αθλέτικο. Ευχόταν πσοφούλη στον Κριστιάνο γιατί πανηγύριζε – μόνος του, εννοείται – την ασίστ που έβγαλε για το γκολ του Τσιταρίτο σαν να είχε βάλει το γκολ της δεκαετίας και τον αποκάλεσε «μνημονιακό μπόντι μπίλντερ». Γέλασα πολύ και αμέσως μετά τον διέγραψα και του έκανα και ρηπόρτ για πορνογραφικό περιεχόμενο.