Αρπακτικά, «αεριτζήδες», influencers, κορίτσια κι αγόρια στο Ντουμπάι: πού θα πάτε τώρα;

Αρπακτικά, «αεριτζήδες», influencers, κορίτσια κι αγόρια στο Ντουμπάι: πού θα πάτε τώρα;

Η πόλη της ακραίας χλιδής που προσέλκυσε όχι μόνο σοβαρούς traders κι επενδυτές, αλλά και κάθε λογής «αεριτζήδες», όπως και influencers, ζει μια πρωτόγνωρη σιωπή. Η γεωπολιτική ένταση στη Μέση Ανατολή και οι επιθέσεις από το Ιράν έχουν αλλάξει τα δεδομένα και το άλλοτε λαμπερό εμιράτο, δυστυχώς, μοιάζει να χάνει τη λάμψη του και όχι μόνο…

Για περισσότερο από δύο δεκαετίες, το Ντουμπάι ήταν το απόλυτο σκηνικό της παγκοσμιοποιημένης χλιδής. Ουρανοξύστες που έσκιζαν τον ουρανό της ερήμου, ξενοδοχεία-σύμβολα όπως το Burj Al Arab, malls μεγαλύτερα από μικρές πόλεις και μια αδιάκοπη ροή χρημάτων, επενδυτών, τουριστών και influencers.

Σήμερα όμως, η εικόνα έχει αλλάξει δραματικά.

Οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, η ένταση και οι επιθέσεις που σχετίζονται με το Ιράν έχουν δημιουργήσει ένα κλίμα αβεβαιότητας. Το αποτέλεσμα είναι ότι η πόλη που μέχρι πρόσφατα έμοιαζε με ατελείωτο πάρτι δισεκατομμυρίων, αρχίζει να θυμίζει κάτι πολύ διαφορετικό.

Παραλίες που κάποτε ήταν γεμάτες από influencers με κινητά και φωτογράφους για Instagram, εμφανίζονται άδειες. Οι ξαπλώστρες δίπλα σε πολυτελείς πισίνες μένουν χωρίς κόσμο, ενώ τα bars που άλλοτε έσφυζαν από ζωή πλέον λειτουργούν με ελάχιστους πελάτες.

Ακόμη και στους δρόμους, εκεί όπου άλλοτε κυκλοφορούσαν supercars και ατελείωτα ταξί, η κίνηση έχει μειωθεί αισθητά. Σε ορισμένες παραλιακές περιοχές εμφανίζονται ακόμη και καμήλες, ένα σουρεαλιστικό σκηνικό για μια πόλη που είχε χτίσει τη φήμη της πάνω στην υπερβολή.

Χιλιάδες κάτοικοι και εργαζόμενοι έχουν ήδη φύγει ή σκέφτονται να φύγουν, φοβούμενοι για την ασφάλεια, την οικονομία και τις δουλειές τους. Και μαζί τους, φεύγει και μια ολόκληρη εποχή.

Η βιτρίνα και η πραγματική οικονομία

Το Ντουμπάι ποτέ δεν ήταν απλώς μια πόλη πολυτελών διακοπών. Πίσω από τη βιτρίνα της χλιδής –τους ουρανοξύστες, τα πολυτελή ξενοδοχεία και τα εμπορικά κέντρα που λειτουργούν σχεδόν σαν μικρές πόλεις– αναπτύχθηκε μια ιδιαίτερα σύνθετη οικονομία. Μια οικονομία που συνδύαζε πραγματικές επενδύσεις, διεθνές εμπόριο και μεγάλες επιχειρηματικές συμφωνίες, αλλά ταυτόχρονα φιλοξενούσε και ένα εκτεταμένο δίκτυο δραστηριοτήτων που κινούνταν στις «γκρίζες» ζώνες του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος.

Στην πόλη δραστηριοποιούνταν πράγματι σοβαρές εταιρείες trading. Μεγάλοι traders εμπορευμάτων, ενεργειακές εταιρείες, επενδυτικά funds και οικογενειακά γραφεία δισεκατομμυριούχων χρησιμοποιούσαν το Ντουμπάι ως επιχειρηματικό κόμβο για ολόκληρη τη Μέση Ανατολή, την Ασία και την Αφρική. Η γεωγραφική του θέση, το ευέλικτο φορολογικό καθεστώς και οι ελεύθερες οικονομικές ζώνες το είχαν μετατρέψει σε ένα από τα πιο δραστήρια εμπορικά κέντρα του πλανήτη.

Εκεί γίνονταν πραγματικές δουλειές.

Συμβόλαια για πετρέλαιο, συμφωνίες μεταφοράς φορτίων, επενδύσεις σε logistics, ναυτιλία, ακίνητα και ενεργειακά έργα κλείνονταν καθημερινά σε γραφεία εταιρειών που στεγάζονταν στους ουρανοξύστες της πόλης. Πλοία φορτωμένα με καύσιμα, μέταλλα ή αγροτικά προϊόντα άλλαζαν ιδιοκτήτες μέσω συμφωνιών που υπογράφονταν σε αίθουσες συνεδριάσεων με θέα τον Περσικό Κόλπο.

Για πολλές πολυεθνικές επιχειρήσεις, το Ντουμπάι λειτουργούσε ως η «πύλη» προς αγορές που θεωρούνταν πιο περίπλοκες ή ασταθείς. Από εκεί οργανώνονταν μεταφορές εμπορευμάτων προς την Αφρική, ενεργειακές συμφωνίες με χώρες της Μέσης Ανατολής και εμπορικές συνεργασίες με εταιρείες της Ασίας.

Ωστόσο, δίπλα σε αυτή την πραγματική οικονομία, αναπτύχθηκε σταδιακά και μια άλλη πραγματικότητα.

Η ευκολία ίδρυσης εταιρειών, οι περιορισμένοι έλεγχοι σε ορισμένους τομείς και η παρουσία τεράστιων διεθνών κεφαλαίων δημιούργησαν ένα περιβάλλον όπου μπορούσαν να δραστηριοποιηθούν και επιχειρηματικά σχήματα πολύ λιγότερο διαφανή. Σε πολλές περιπτώσεις, πίσω από εντυπωσιακά γραφεία ή εντυπωσιακές επωνυμίες δεν υπήρχαν πραγματικές επιχειρήσεις με ουσιαστική δραστηριότητα, αλλά εταιρείες που δημιουργούνταν για να εξυπηρετήσουν συγκεκριμένες, συχνά αμφιλεγόμενες, εμπορικές κινήσεις.

Ορισμένες από αυτές τις εταιρείες λειτουργούσαν ως «ενδιάμεσοι» σε διεθνείς συναλλαγές, χωρίς να έχουν ουσιαστική παρουσία στο εμπόριο. Άλλες δημιουργούνταν αποκλειστικά για να συμμετέχουν σε σύνθετες αλυσίδες συναλλαγών, όπου το ίδιο φορτίο μπορούσε να αλλάξει χέρια πολλές φορές μέσα σε λίγες ώρες ή ημέρες.

Στο επιχειρηματικό οικοσύστημα της πόλης εμφανίστηκε έτσι μια κατηγορία ανθρώπων που στην αγορά αποκαλούνται συχνά «deal makers» ή, πιο λαϊκά, «αεριτζήδες». Πρόκειται για διαμεσολαβητές που δεν παράγουν οι ίδιοι προϊόντα ούτε διαχειρίζονται υποδομές, αλλά στήνουν εταιρικά σχήματα και προσπαθούν να κλείσουν συμφωνίες ανάμεσα σε προμηθευτές, μεταφορείς και επενδυτές.

Κάποιοι από αυτούς λειτουργούσαν απολύτως νόμιμα, βρίσκοντας ευκαιρίες στο παγκόσμιο εμπόριο και κλείνοντας συμφωνίες που απέφεραν σημαντικά κέρδη. Άλλοι όμως δραστηριοποιούνταν σε ένα πολύ πιο ασαφές πλαίσιο, δημιουργώντας εταιρείες που υπήρχαν περισσότερο στα χαρτιά παρά στην πραγματικότητα.

Σε αυτή την παράλληλη οικονομία, οι εταιρείες μπορούσαν να εμφανιστούν και να εξαφανιστούν μέσα σε λίγους μήνες. Ορισμένες χρησιμοποιούνταν απλώς ως «οχήματα» για συγκεκριμένες εμπορικές αποστολές, ενώ άλλες λειτουργούσαν ως βιτρίνες πίσω από τις οποίες κρύβονταν πιο σύνθετες συναλλαγές.

Έτσι, το Ντουμπάι εξελίχθηκε σε έναν τόπο όπου συνυπήρχαν δύο κόσμοι.

Από τη μία πλευρά, η πραγματική οικονομία των μεγάλων επιχειρήσεων, των επενδύσεων και του διεθνούς εμπορίου.

Από την άλλη, ένα πολύπλοκο δίκτυο μεσολαβητών, εταιρειών-κελυφών και επιχειρηματικών σχημάτων που εκμεταλλεύονταν τα κενά και τις ευκαιρίες του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος.

Και ακριβώς σε αυτή τη δεύτερη πραγματικότητα γεννήθηκε το φαινόμενο που στην αγορά ονομάζεται συχνά «οι αεριτζήδες του πετρελαίου».

Οι «αεριτζήδες» του πετρελαίου

Το Ντουμπάι υπήρξε για χρόνια ένα ιδανικό σημείο για όσους ήθελαν να εκμεταλλευτούν τα κενά της διεθνούς αγοράς.

Όταν επιβλήθηκαν εμπάργκο από την Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες σε χώρες όπως το Ιράν, δημιουργήθηκαν τεράστιες ευκαιρίες για όσους μπορούσαν να κινηθούν στα όρια της νομιμότητας – ή πέρα από αυτά.

Πολλοί  έστηναν εταιρείες στο Ντουμπάι που λειτουργούσαν ως «βιτρίνα». Κάποιες ήταν πραγματικές εταιρείες  που προσπαθούσαν να συνεχίσουν το εμπόριο με το Ιράν, παρά τις κυρώσεις.

Άλλες όμως ήταν καθαρά κατασκευασμένες. Ποιες εννοώ;

Εταιρείες χωρίς πραγματική δραστηριότητα, που δημιουργούνταν μόνο για να καλύπτουν περίεργες μεταφορές φορτίων.

Οι «αεριτζήδες» – όπως συχνά αποκαλούνται στην αγορά – έστηναν εταιρικά σχήματα και αναζητούσαν επενδυτές για να χρηματοδοτήσουν εμπορικές αποστολές. Οι ευκαιρίες για κέρδη ήταν τεράστιες.

Ιρανικό πετρέλαιο μπορούσε να αγοραστεί σε πολύ χαμηλή τιμή και να πουληθεί στη διεθνή αγορά σε διπλάσια ή τριπλάσια αξία.

Κάποιες φορές επρόκειτο για πραγματικές εμπορικές συμφωνίες. Άλλες φορές όμως υπήρχαν περιπτώσεις κλοπής πετρελαίου από πετρελαιοπηγές ή παράνομης μεταφοράς φορτίων.

Το πετρέλαιο μεταφερόταν σε δεξαμενές, φορτωνόταν σε πλοία και άλλαζε χέρια μέσα από πολύπλοκα δίκτυα εταιρειών.

Όλα αυτά περνούσαν συχνά από το Ντουμπάι.

Το παράνομο εμπόριο οπίου

Το πετρέλαιο όμως δεν ήταν το μόνο προϊόν. Υπήρχαν και ακόμη πιο σκοτεινές δραστηριότητες.

Για χρόνια, μεγάλες ποσότητες οπίου από περιοχές της Μέσης Ανατολής και της Ασίας διοχετεύονταν μέσα από διεθνή δίκτυα εμπορίου.

Το εμπόριο παπαρούνας, που οδηγούσε στην παραγωγή οπίου, αποτελούσε μια τεράστια παράνομη αγορά.

Όπως φυσικά μπορεί κανείς να φανταστεί… τα κέρδη ήταν ασύλληπτα.

Ορισμένες ομάδες που συνδέονταν με στρατιωτικές ή πολιτικές δομές στην περιοχή φέρονται να είχαν συμμετοχή σε αυτές τις δραστηριότητες, χρησιμοποιώντας διεθνή εμπορικά δίκτυα για να μεταφέρουν τα προϊόντα.

Για να καλυφθούν τέτοιες κινήσεις, δημιουργούνταν εταιρείες trading στο Ντουμπάι.

Εταιρείες που στα χαρτιά εμπορεύονταν πετρέλαιο ή πρώτες ύλες, αλλά στην πράξη λειτουργούσαν ως ενδιάμεσοι για άλλου είδους φορτία.

Το πάρτι των δισεκατομμυρίων

Όλα αυτά δημιούργησαν μια τεράστια ροή χρημάτων. Χρήματα που προέρχονταν από πραγματικές επενδύσεις και διεθνείς εμπορικές συμφωνίες, αλλά και από δραστηριότητες που κινούνταν στις γκρίζες –ή ακόμη και σκοτεινές– ζώνες της παγκόσμιας οικονομίας. Κεφάλαια από traders, μεσάζοντες, επενδυτές και εταιρικά σχήματα που εμφανίζονταν και εξαφανίζονταν μέσα σε λίγους μήνες κυκλοφορούσαν με μεγάλη ταχύτητα μέσα από τραπεζικούς λογαριασμούς, εταιρείες και επενδυτικά σχήματα.

Και τελικά, ένα μεγάλο μέρος αυτών των χρημάτων κατέληγε στο ίδιο μέρος.

Πού αλλού φυσικά; Στη «γη της επαγγελίας»: το Ντουμπάι.

Η πόλη είχε μετατραπεί σε έναν τόπο όπου το χρήμα έβρισκε εύκολα διέξοδο – είτε επρόκειτο για νόμιμα κέρδη από το παγκόσμιο εμπόριο είτε για κεφάλαια που αναζητούσαν έναν ασφαλή και διακριτικό προορισμό. Το Ντουμπάι πρόσφερε ακριβώς αυτό: χαμηλή φορολογία, ευκολία στις επενδύσεις, ταχύτητα στις συναλλαγές και κυρίως ένα περιβάλλον όπου η επίδειξη πλούτου όχι μόνο δεν προκαλούσε ερωτήματα, αλλά αποτελούσε σχεδόν κομμάτι της κουλτούρας της πόλης.

Όσοι συμμετείχαν σε αυτές τις δουλειές ζούσαν- από το πουθενά-  συχνά μια ζωή γεμάτη υπερβολή και πολυτέλεια. Άτομα που στο παρελθόν “δεν είχαν στον ήλιο μοίρα” ξαφνικά βρέθηκαν με εκατομμύρια στις τσέπες τους. Το παρελθόν τους ή κενό ή σκοτεινό.

Τα βράδια περνούσαν σε ξενοδοχεία επτά αστέρων, σε ιδιωτικά lounges και σε εστιατόρια που φιλοξενούσαν τη διεθνή ελίτ της πόλης. Στις μαρίνες ήταν δεμένα πολυτελή γιοτ, ενώ στους δρόμους της πόλης κυκλοφορούσαν σπάνια supercars που κόστιζαν εκατομμύρια δολάρια.

Η καθημερινότητα για πολλούς από αυτούς θύμιζε περισσότερο σκηνικό κινηματογραφικής ταινίας παρά πραγματική ζωή. Πρωινές συναντήσεις σε πολυτελή γραφεία για την επόμενη εμπορική συμφωνία, απογευματινές βόλτες σε τεράστια malls γεμάτα με τις πιο ακριβές μάρκες του κόσμου και βραδινά πάρτι σε rooftop bars με θέα τον φωτισμένο ορίζοντα της πόλης.

Τα χρήματα κυκλοφορούσαν άφθονα και η αίσθηση ότι οι ευκαιρίες ήταν ανεξάντλητες δημιουργούσε ένα κλίμα σχεδόν πυρετώδους αισιοδοξίας. Πολλοί πίστευαν ότι το Ντουμπάι ήταν το μέρος όπου μπορούσε κανείς να κλείσει μια μεγάλη συμφωνία μέσα σε λίγες ώρες – και να αλλάξει τη ζωή του μέσα σε μια νύχτα.

Η πόλη λειτουργούσε σαν μαγνήτης για όσους είχαν πρόσβαση σε μεγάλα κεφάλαια. Επιχειρηματίες από κάθε γωνιά του πλανήτη κατέφθαναν εκεί αναζητώντας νέες συμφωνίες, νέους συνεργάτες και –φυσικά– νέα κέρδη.

Και μέσα σε αυτή τη διαρκή κίνηση χρημάτων, συμφωνιών και φιλοδοξιών, το Ντουμπάι έγινε κάτι περισσότερο από ένα απλό οικονομικό κέντρο. Έγινε το σκηνικό ενός τεράστιου παγκόσμιου «πάρτι πλούτου», όπου η πραγματική οικονομία, οι μεγάλες επιχειρήσεις και οι πιο αμφιλεγόμενες δραστηριότητες συναντιόνταν κάτω από τα φώτα μιας πόλης που δεν σταματούσε ποτέ να λάμπει.

Οι influencers, οι «πεταλούδες» και η σκοτεινή πλευρά της χλιδής

Στο Ντουμπάι συγκεντρώθηκε και μια άλλη κατηγορία ανθρώπων που αποτέλεσε σχεδόν αναπόσπαστο κομμάτι του ίδιου σκηνικού. Ε, δεν θα μπορούσε να είναι άλλοι από τις  influencers, τα μοντέλα των social media και τις λεγόμενες «πεταλούδες» της ζωής.

Πρόκειται για νεαρά αλλά και όχι τόσο νεαρά, κορίτσια – αλλά και αγόρια – που εμφανίζονται στα social media ως lifestyle δημιουργοί ψηφιακού περιεχομένου, ή managers μεγάλων real estates (ο Θεός να τις κάνει μεγάλες- διότι συνήθως είναι real estates- φαντομάς) , ανεβάζοντας φωτογραφίες από πολυτελή ξενοδοχεία, πισίνες, beach clubs και εστιατόρια. Πολλοί από αυτούς παρουσιάζουν μια εικόνα επιτυχίας, ταξιδιών και ακριβής ζωής, δημιουργώντας την εντύπωση ότι συμμετέχουν οργανικά στον κόσμο των πλουσίων που κυκλοφορούν στο εμιράτο.

Στην πραγματικότητα, πίσω από τη βιτρίνα των social media, λειτουργούσε συχνά ένα παράλληλο σύστημα σχέσεων και συμφωνιών.

Στον ίδιο κύκλο όπου κινούνταν traders, μεσάζοντες πετρελαίου, επενδυτές και άνθρωποι με τεράστια – συχνά αδιευκρίνιστης προέλευσης – περιουσία, εμφανίζονταν και οι λεγόμενες «πεταλούδες»: γυναίκες που κινούνταν σε αυτούς τους κύκλους της πολυτελούς ζωής, συχνά προσκαλούμενες σε πάρτι, ταξίδια και κλειστές εκδηλώσεις.

Αρκετοί από αυτούς τους υπερπλούσιους άνδρες πίστευαν ότι η οικονομική τους δύναμη μπορούσε να αγοράσει τα πάντα: προσοχή, παρέα, ακόμη και την ίδια την ανθρώπινη παρουσία.

Δεν ήταν λίγα τα δημοσιεύματα με τις αισχρές περιγραφές κακοποίησης -μέχρι θανάτου σχεδόν- των “πεταλούδων” που ρίσκαραν και τη ζωή τους ακόμα για να προσφέρουν ηδονή στους “άνδρες-αφέντες”.

Έτσι δημιουργήθηκε ένα ιδιότυπο οικοσύστημα. Από τη μια πλευρά βρίσκονταν οι σοβαροί traders και από την άλλη οι «αεριτζήδες» που κινούσαν μεγάλα φορτία πετρελαίου ή άλλων εμπορευμάτων, έβγαζαν τεράστια κέρδη και ξόδευαν δίχως φραγμούς.  Κι από πίσω τους… μια στρατιά από πανομοιότυπες influencers  (ναι, για εκείνες τις σιλικονάτες με τα χείλη-ροφό, τα μάγουλα λες και τα έχει φουσκώσει τρόμπα, τα οπίσθια και τα στήθη τύπου Καρντάσιαν, τα ντεμοντέ extensions, τις βλεφαρίδες πυγολαμπίδας και τα νύχια-ψαλιδοχέρη),  που προσπαθούσαν να πλησιάσουν αυτόν τον περίφημο κύκλο, να φωτογραφηθούν δίπλα του και – σε αρκετές περιπτώσεις – να επωφεληθούν οικονομικά από την παρουσία τους εκεί.

Τα social media έπαιξαν καθοριστικό ρόλο. Οι φωτογραφίες μπροστά στο Burj Al Arab, στα beach clubs της Jumeirah ή μέσα στα ατελείωτα malls λειτουργούσαν σαν μια διαρκής διαφήμιση αυτού του κόσμου.

Το μήνυμα ήταν σαφές: «Είμαστε εδώ, σε έναν από τους πιο πλούσιους προορισμούς του κόσμου και σας περιμένουμε…».

Όμως αυτή η εικόνα είχε και μια σκοτεινή πλευρά. Για πολλούς παρατηρητές, το Ντουμπάι μετατράπηκε σε ένα τεράστιο σκηνικό όπου η χλιδή, το χρήμα και η επίδειξη μπλέκονταν με έναν τρόπο που συχνά ξεπερνούσε τα όρια του απλού lifestyle.

Και καθώς σήμερα το εμιράτο βιώνει μια περίοδο αβεβαιότητας και αποχώρησης πολλών από αυτούς τους κύκλους, το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο έντονο: πόσο πραγματική ήταν τελικά αυτή η ζωή που προβαλλόταν καθημερινά στα κοινωνικά δίκτυα;

Το σύνδρομο της «βιτρίνας»

Σιγά σιγά, η εικόνα αυτή άρχισε να δημιουργεί και ένα παράξενο φαινόμενο.

Όποιος ανέβαζε φωτογραφίες από το Ντουμπάι στο Instagram έπρεπε σχεδόν να εξηγεί γιατί βρίσκεται εκεί. Η πόλη που κάποτε θεωρούνταν απλώς ένας πολυτελής προορισμός άρχισε να συνδέεται με ένα συγκεκριμένο lifestyle.

Influencers που αναζητούσαν εύκολο χρήμα. Μοντέλα που φωτογραφίζονταν σε πισίνες.

Άνθρωποι που προσπαθούσαν να δείξουν ότι συμμετέχουν στο μεγάλο παιχνίδι των δισεκατομμυρίων. Για κάποιους, αυτό δημιούργησε ακόμη και ένα περίεργο κοινωνικό στερεότυπο.

Αν πας στο Ντουμπάι και ανεβάσεις φωτογραφίες, μπορεί να σε θεωρήσουν μέρος αυτής της βιτρίνας.  Σε έκαναν να έχεις το ενοχικό σύνδρομο ότι αν πας για φυσιολογικές διακοπές στο Ντουμπάι και ποστάρεις φωτογραφία σου στα social, θα σε περάσουν για βίζιτα.  Και αυτό έκανε πολλούς να σκέφτονται δύο φορές πριν ποστάρουν. Κι έτσι, στις εποχές που διανύουμε, σκεφτόσουν: “ Άστο καλύτερα”…

Η κρίση που αλλάζει τα πάντα

Σήμερα όμως, το σκηνικό έχει αλλάξει. Η γεωπολιτική ένταση στην περιοχή έχει δημιουργήσει ένα αίσθημα ανασφάλειας. Οι τουρίστες μειώνονται, οι “πεταλούδες”- influencers φεύγουν και οι επενδυτές γίνονται πιο προσεκτικοί.

Η πόλη που κάποτε έμοιαζε με ένα ατελείωτο πάρτι αρχίζει να μοιάζει πιο σιωπηλή.

Πολλοί εργαζόμενοι, ιδιαίτερα μετανάστες που είχαν μετακομίσει εκεί για δουλειά, σκέφτονται πλέον να φύγουν. Κάποιοι μιλούν για το τέλος μιας εποχής, ενώ άλλοι θεωρούν ότι το Ντουμπάι θα προσαρμοστεί και θα επιστρέψει.

Για όσους είχαν χτίσει καριέρες γύρω από το lifestyle της πόλης – influencers, κορίτσια, αγόρια και «αεριτζήδες», – το ερώτημα είναι πλέον απλό:

Πού θα πάτε τώρα;

Γιατί το Ντουμπάι δεν ήταν μόνο μια πόλη. Ήταν μια σκηνή και όταν η σκηνή αρχίζει να αδειάζει, το έργο αλλάζει.

Το αν θα επιστρέψει η λάμψη ή αν θα γραφτεί ένα νέο κεφάλαιο στην ιστορία της πόλης, μένει να φανεί. Ωστόσο, ένα πράγμα είναι βέβαιο.

Η εποχή που το Ντουμπάι ήταν το απόλυτο σύμβολο εύκολου πλούτου και ατελείωτης βιτρίνας δεν είναι πια τόσο αυτονόητη όσο ήταν κάποτε. Τι κάποτε δηλαδή… Μέχρι πριν λίγο καιρό… Πριν λίγες μέρες.

Κι επειδή για όλα υπάρχει ένα ηθικό δίδαγμα, όπως θα έλεγε κάποιος σοφός, μηδένα προ του τέλους μακάριζε. 

Διαβάστε επίσης:

Ο Ανδρέας Λοβέρδος στο ΚΛΙΚ όπως δεν τον έχετε ξαναδεί

Αϊμί Σονγκ: Η γυναίκα που σβήνει τις influencers με την ήρεμη δύναμη

Άστορ Πιατσόλα: Ο άνθρωπος που έκανε το τάνγκο παγκόσμια γλώσσα και σήμερα κατακτά ξανά τον κόσμο

Σχετικά άρθρα