Εμανουέλ Μακρόν: Ο πρόεδρος που ήθελε να αλλάξει τη Γαλλία και κινδυνεύει να αφήσει πίσω του μια χώρα πιο διχασμένη

Εμανουέλ Μακρόν: Ο πρόεδρος που ήθελε να αλλάξει τη Γαλλία και κινδυνεύει να αφήσει πίσω του μια χώρα πιο διχασμένη

Από το πολιτικό θαύμα του 2017 στη βαθιά κρίση εμπιστοσύνης του 2026. Η ιστορία ενός ανθρώπου που πίστεψε ότι μπορούσε να ξεπεράσει τις παραδοσιακές ιδεολογίες, να αναμορφώσει τη γαλλική οικονομία και να επαναφέρει τη χώρα του στο επίκεντρο της Ευρώπης

Σήμερα, λίγο πριν ολοκληρωθεί η προεδρία του, ο Εμανουέλ Μακρόν βρίσκεται αντιμέτωπος με το δυσκολότερο ερώτημα της πολιτικής του ζωής: Τι απομένει από ένα μεγάλο όραμα όταν η κοινωνία δεν πιστεύει πια σε εκείνον που το υποσχέθηκε;

Υπάρχει μια ιδιαίτερη ειρωνεία στην ιστορία των ανθρώπων που φτάνουν στην εξουσία με την πεποίθηση ότι μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο. Όσο μεγαλύτερη είναι η αρχική τους φιλοδοξία, τόσο αυστηρότερη γίνεται συνήθως η κρίση της Ιστορίας απέναντί τους. Και όσο περισσότερο επενδύουν στην προσωπική τους ικανότητα να μεταμορφώσουν την πραγματικότητα, τόσο δυσκολότερο αποδεικνύεται να αποδεχθούν ότι υπάρχουν κοινωνίες που δεν αλλάζουν με την ταχύτητα που εκείνοι επιθυμούν.

Ο Εμανουέλ Μακρόν υπήρξε ίσως το χαρακτηριστικότερο ευρωπαϊκό παράδειγμα αυτής της αντίφασης.

Όταν εξελέγη πρόεδρος της Γαλλίας το 2017, σε ηλικία μόλις 39 ετών, έμοιαζε να έχει εμφανιστεί από το μέλλον. Ήταν νέος, μορφωμένος, ευρωπαϊστής, με εμπειρία στον χρηματοοικονομικό τομέα και με έναν πολιτικό λόγο που υποσχόταν να ξεπεράσει τα παραδοσιακά σύνορα ανάμεσα στην Αριστερά και τη Δεξιά.

Δεν διεκδίκησε απλώς την προεδρία. Υποσχέθηκε έναν διαφορετικό τρόπο άσκησης της πολιτικής.

Σχεδόν μία δεκαετία αργότερα, η Γαλλία βρίσκεται αντιμέτωπη με πολιτικό κατακερματισμό, κοινωνική δυσαρέσκεια και σοβαρές δημοσιονομικές προκλήσεις. Οι κινητοποιήσεις μαθητών και πολιτών τον Οκτώβριο του 2026, με επίκεντρο τη χρηματοδότηση της εκπαίδευσης, προσθέτουν ακόμη ένα επεισόδιο σε μια μακρά περίοδο κοινωνικών εντάσεων.

Ο άνθρωπος που εμφανίστηκε ως η απάντηση στην κρίση του παλιού πολιτικού συστήματος βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπος με μια κρίση που απειλεί να καθορίσει τη δική του πολιτική κληρονομιά.

Το παιδί της γαλλικής ελίτ που υποσχέθηκε μια νέα αρχή

Ο Μακρόν γεννήθηκε το 1977 στην Αμιένη, στη βόρεια Γαλλία, σε μια οικογένεια γιατρών. Από νεαρή ηλικία ξεχώρισε για τις ακαδημαϊκές του επιδόσεις, ενώ η πορεία του τον οδήγησε σε ορισμένα από τα σημαντικότερα εκπαιδευτικά ιδρύματα της χώρας.

Σπούδασε φιλοσοφία, φοίτησε στο Sciences Po και στη συνέχεια στην περίφημη Εθνική Σχολή Διοίκησης, την ENA, που για δεκαετίες αποτελούσε φυτώριο της γαλλικής πολιτικής και διοικητικής ελίτ.

Πριν εισέλθει στην πολιτική, εργάστηκε ως επιθεωρητής οικονομικών και αργότερα στον επενδυτικό τραπεζικό τομέα, στην Rothschild & Cie.

Η επαγγελματική αυτή διαδρομή είχε ιδιαίτερη σημασία για τη διαμόρφωση της πολιτικής του σκέψης. Ο Μακρόν αντιμετώπιζε την οικονομία όχι μόνο ως πεδίο κοινωνικών συγκρούσεων, αλλά και ως σύστημα που μπορούσε να γίνει αποτελεσματικότερο μέσα από μεταρρυθμίσεις, επενδύσεις και μεγαλύτερη ευελιξία.

Το πρόβλημα ήταν ότι η Γαλλία δεν υπήρξε ποτέ μια χώρα που αντιμετώπιζε τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις αποκλειστικά με τεχνοκρατικούς όρους.

Για τη γαλλική κοινωνία, η εργασία, οι συντάξεις, οι δημόσιες υπηρεσίες και η κοινωνική προστασία αποτελούν κομμάτι μιας ιστορικής συμφωνίας ανάμεσα στο κράτος και στους πολίτες.

Ο Μακρόν πίστεψε ότι μπορούσε να ανανεώσει αυτή τη συμφωνία. Στην πορεία διαπίστωσε ότι μεγάλο μέρος της κοινωνίας θεωρούσε πως επιχειρούσε να την αποδυναμώσει.

Η πολιτική επιτυχία που γεννήθηκε από την κατάρρευση των άλλων

Η άνοδός του δεν μπορεί να γίνει κατανοητή χωρίς την κρίση των παραδοσιακών γαλλικών κομμάτων.

Το 2017, οι Σοσιαλιστές είχαν χάσει μεγάλο μέρος της αξιοπιστίας τους, ενώ η παραδοσιακή Δεξιά αντιμετώπιζε τις δικές της αντιφάσεις. Την ίδια στιγμή, η Μαρίν Λεπέν και η Εθνική Συσπείρωση εξέφραζαν μια ολοένα ισχυρότερη αντισυστημική δυσαρέσκεια.

Ο Μακρόν αντιλήφθηκε ότι ανάμεσα σε αυτές τις δυνάμεις υπήρχε χώρος για μια νέα πολιτική πρόταση.

Με το κίνημα En Marche! κατάφερε να παρουσιάσει τον εαυτό του ως εκπρόσωπο μιας γενιάς που δεν επιθυμούσε να κληρονομήσει τις συγκρούσεις του παρελθόντος.

Η επιτυχία του υπήρξε εντυπωσιακή. Όμως η ίδια η φύση της πολιτικής του ανόδου έκρυβε μια αδυναμία.

Ο μακρονισμός στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στην προσωπικότητα του ιδρυτή του. Δεν διέθετε τις βαθιές κοινωνικές και οργανωτικές ρίζες που είχαν αποκτήσει επί δεκαετίες τα παραδοσιακά κόμματα.

Όσο ο Μακρόν κέρδιζε, αυτή η αδυναμία δεν φαινόταν καθοριστική. Όταν όμως άρχισε να χάνει την πολιτική του επιρροή, έγινε πολύ δυσκολότερο να διατηρήσει τη συνοχή του χώρου που είχε δημιουργήσει.

Ο πρόεδρος που ήθελε να μεταρρυθμίσει μια χώρα η οποία αντιστεκόταν

Από την πρώτη του θητεία, ο Μακρόν επιχείρησε να αλλάξει το οικονομικό και εργασιακό μοντέλο της Γαλλίας.

Οι παρεμβάσεις στην αγορά εργασίας, η φορολογική πολιτική, η προσπάθεια ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας και η προσέλκυση επενδύσεων αποτέλεσαν κεντρικά στοιχεία της στρατηγικής του.

Οι υποστηρικτές του επισημαίνουν ότι η προεδρία του συνέβαλε στην ενίσχυση της ελκυστικότητας της γαλλικής οικονομίας για επενδύσεις και στη μείωση της ανεργίας σε σχέση με τα επίπεδα που επικρατούσαν όταν ανέλαβε την εξουσία.

Οι επικριτές του, αντίθετα, υποστηρίζουν ότι η πολιτική του ευνόησε δυσανάλογα τα υψηλότερα εισοδήματα και αντιμετώπισε με ανεπαρκή ευαισθησία τις ανησυχίες των οικονομικά ασθενέστερων στρωμάτων.

Η σύγκρουση αυτή έγινε ιδιαίτερα εμφανής με το κίνημα των Κίτρινων Γιλέκων το 2018.

Μια διαμαρτυρία που ξεκίνησε με αφορμή την αύξηση της φορολογίας στα καύσιμα εξελίχθηκε σε μια πολύ ευρύτερη αμφισβήτηση της οικονομικής πολιτικής και της σχέσης του προέδρου με τους πολίτες.

Για πολλούς διαδηλωτές, ο Μακρόν δεν ήταν απλώς ένας πολιτικός με τον οποίο διαφωνούσαν. Είχε μετατραπεί στο σύμβολο μιας εξουσίας που θεωρούσαν απομακρυσμένη από την καθημερινότητά τους.

Εδώ βρίσκεται μία από τις βασικές αντιφάσεις της προεδρίας του.

Ο Μακρόν επιχείρησε να παρουσιάσει τον εαυτό του ως εκφραστή της ανανέωσης, αλλά στα μάτια σημαντικού μέρους της κοινωνίας κατέληξε να εκπροσωπεί την παραδοσιακή γαλλική ελίτ.

Η μεταρρύθμιση των συντάξεων και το ρήγμα εμπιστοσύνης

Το 2023 αποτέλεσε καθοριστική χρονιά για τη δεύτερη προεδρική του θητεία.

Η απόφαση της κυβέρνησής του να αυξήσει σταδιακά το νόμιμο όριο συνταξιοδότησης από τα 62 στα 64 χρόνια προκάλεσε μαζικές κινητοποιήσεις.

Η κυβέρνηση υποστήριζε ότι η αλλαγή ήταν απαραίτητη για τη βιωσιμότητα του συνταξιοδοτικού συστήματος, καθώς η δημογραφική γήρανση και οι δημοσιονομικές πιέσεις δημιουργούσαν σοβαρές προκλήσεις.

Οι αντίπαλοί της αντέτειναν ότι το κόστος της προσαρμογής μεταφερόταν δυσανάλογα στους εργαζομένους και ότι υπήρχαν εναλλακτικές επιλογές.

Η χρήση συνταγματικής διαδικασίας που επέτρεψε την προώθηση της μεταρρύθμισης χωρίς τελική ψηφοφορία στην Εθνοσυνέλευση ενίσχυσε την εντύπωση ότι ο πρόεδρος ήταν αποφασισμένος να επιβάλει την πολιτική του ακόμη και απέναντι σε ισχυρές κοινωνικές αντιδράσεις.

Η σύγκρουση δεν αφορούσε πλέον μόνο το συνταξιοδοτικό.

Αφορούσε τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόταν ο Μακρόν τη δημοκρατική νομιμοποίηση.

Για εκείνον, η εκλογική εντολή αποτελούσε βάση για την εφαρμογή δύσκολων μεταρρυθμίσεων. Για τους επικριτές του, όμως, η εκλογή ενός προέδρου δεν σήμαινε ότι κάθε πολιτική του επιλογή αποκτούσε αυτομάτως κοινωνική αποδοχή.

Η απόσταση ανάμεσα σε αυτές τις δύο αντιλήψεις αποδείχθηκε δύσκολο να γεφυρωθεί.

Η μοναξιά της εξουσίας και η προσωπική ιστορία

Ο Μακρόν υπήρξε πάντοτε ένα ασυνήθιστο πολιτικό πρόσωπο.

Η προσωπική του ζωή, ιδιαίτερα ο γάμος του με την Μπριζίτ Μακρόν, προσέλκυσε διεθνές ενδιαφέρον πολύ πριν αναλάβει την προεδρία.

Η σχέση τους ξεκίνησε όταν εκείνος ήταν έφηβος και εκείνη καθηγήτριά του. Η διαφορά ηλικίας και οι συνθήκες της γνωριμίας τους έχουν αποτελέσει αντικείμενο δημόσιας συζήτησης και κριτικής.

Ωστόσο, η σχέση τους εξελίχθηκε σε ένα από τα σταθερότερα στοιχεία της δημόσιας εικόνας του.

Πέρα από την προσωπική του ιστορία, εκείνο που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι η σχέση του με την εξουσία.

Ο Μακρόν συχνά εμφανίστηκε ως πολιτικός που εμπιστεύεται ιδιαίτερα την προσωπική του κρίση. Η άνεσή του με σύνθετα ζητήματα, η ταχύτητα με την οποία αναπτύσσει επιχειρήματα και η επιμονή του στη λογική των μεταρρυθμίσεων αποτέλεσαν στοιχεία της πολιτικής του ταυτότητας.

Αυτά τα χαρακτηριστικά μπορούν να θεωρηθούν πλεονεκτήματα για έναν ηγέτη. Μπορούν, όμως, να δημιουργήσουν και την εντύπωση απόστασης όταν οι πολίτες ζητούν λιγότερες εξηγήσεις και περισσότερη κατανόηση.

Δεν είναι δυνατόν να γνωρίζει κανείς τι αισθάνεται πραγματικά ένας πρόεδρος πίσω από τις κλειστές πόρτες του Ελιζέ. Είναι όμως σαφές ότι η πολιτική του πορεία αναδεικνύει ένα διαχρονικό πρόβλημα της ηγεσίας: την τάση των ισχυρών προσώπων να απομονώνονται σταδιακά από τις κοινωνίες που εκπροσωπούν.

Η Γαλλία του 2026 και η κρίση που δεν τελειώνει

Τον Οκτώβριο του 2026, η Γαλλία βρίσκεται αντιμέτωπη με νέες κοινωνικές εντάσεις.

Στις 6 Οκτωβρίου, περισσότερα από 250.000 άτομα συμμετείχαν, σύμφωνα με τις αρχές, σε διαδηλώσεις υπέρ της ενίσχυσης της δημόσιας εκπαίδευσης. Το κίνημα, που ξεκίνησε από μαθητικές κινητοποιήσεις, εξελίχθηκε σε ευρύτερη κοινωνική διαμαρτυρία.

Ο πρωθυπουργός Σεμπαστιάν Λεκορνί προσπάθησε να αποκλιμακώσει την ένταση, αναγνωρίζοντας δημόσια την ανησυχία των νέων, χωρίς ωστόσο να δεσμευθεί για την πλήρη ικανοποίηση των αιτημάτων τους.

Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση βρίσκεται μπροστά σε δύσκολες δημοσιονομικές αποφάσεις, ενώ η συζήτηση για τον προϋπολογισμό και τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών έχει μετατραπεί σε κεντρικό πολιτικό ζήτημα.

Η κατάσταση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς πλησιάζουν οι προεδρικές εκλογές του 2027, στις οποίες ο Μακρόν δεν μπορεί να διεκδικήσει τρίτη συνεχόμενη θητεία.

Το ερώτημα δεν είναι πλέον αν θα παραμείνει στην εξουσία.

Είναι ποια Γαλλία θα παραδώσει στον διάδοχό του.

Η οικονομική κληρονομιά και το δύσκολο αύριο

Η οικονομία αποτελεί ίσως το σημαντικότερο πεδίο πάνω στο οποίο θα αξιολογηθεί η προεδρία του.

Ο Μακρόν ανέλαβε την εξουσία υποσχόμενος μια περισσότερο ανταγωνιστική, δυναμική και ευέλικτη γαλλική οικονομία.

Ωστόσο, το δημοσιονομικό πρόβλημα της χώρας παραμένει ιδιαίτερα σοβαρό.

Στην αξιολόγησή του για το 2026, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο υπογράμμισε ότι η Γαλλία χρειάζεται μια αξιόπιστη μεσοπρόθεσμη στρατηγική δημοσιονομικής προσαρμογής, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός δυσκολεύει την εφαρμογή των αναγκαίων μέτρων.

Η κατάσταση αυτή αναδεικνύει μια ακόμη αντίφαση.

Ο πολιτικός που υποσχέθηκε να εκσυγχρονίσει το οικονομικό μοντέλο της χώρας του ολοκληρώνει τη θητεία του με τη Γαλλία να αντιμετωπίζει έντονες ανησυχίες για το δημόσιο χρέος και τη δημοσιονομική της πορεία.

Αυτό δεν σημαίνει ότι όλα τα οικονομικά προβλήματα δημιουργήθηκαν επί των ημερών του. Πολλά έχουν βαθιές ιστορικές ρίζες, ενώ η πανδημία, ο πόλεμος στην Ουκρανία και οι διεθνείς οικονομικές αναταράξεις επιβάρυναν σημαντικά τα δημόσια οικονομικά.

Σημαίνει, όμως, ότι η υπόσχεση μιας βαθιάς οικονομικής ανανέωσης δεν έχει εκπληρωθεί με τον τρόπο που είχε αρχικά παρουσιαστεί.

Ο ευρωπαϊστής που είδε την Ευρώπη να αλλάζει

Παρά τις εσωτερικές δυσκολίες, ο Μακρόν διατήρησε έναν ιδιαίτερα ενεργό ρόλο στην ευρωπαϊκή και διεθνή πολιτική.

Υποστήριξε την ανάγκη μεγαλύτερης ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας, ενίσχυσης της αμυντικής συνεργασίας και περιορισμού της εξάρτησης της Ευρώπης από τρίτες δυνάμεις.

Ο πόλεμος στην Ουκρανία και η αβεβαιότητα στις διατλαντικές σχέσεις έδωσαν νέα βαρύτητα σε αυτές τις θέσεις.

Στο πεδίο της άμυνας, η προεδρία του συνδέθηκε με σημαντική αύξηση των γαλλικών αμυντικών δαπανών και με μια προσπάθεια επαναπροσδιορισμού του ρόλου της χώρας στο ευρωπαϊκό σύστημα ασφαλείας.

Ωστόσο, η διεθνής επιρροή ενός προέδρου δεν μπορεί να αποσυνδεθεί πλήρως από την πολιτική του ισχύ στο εσωτερικό.

Όσο περισσότερο αποδυναμώνεται η κυβέρνησή του, τόσο δυσκολότερο γίνεται να εμφανίζεται ως ο ηγέτης που μπορεί να καθοδηγήσει ολόκληρη την Ευρώπη.

Τι απομένει από το όραμα του Μακρόν;

Η Ιστορία δεν αξιολογεί τους ηγέτες μόνο με βάση τις προθέσεις τους.

Τους κρίνει από τις αποφάσεις τους, τα αποτελέσματα των πολιτικών τους και κυρίως από την κατάσταση στην οποία αφήνουν τις κοινωνίες που κυβέρνησαν.

Ο Εμανουέλ Μακρόν δεν υπήρξε ένας αδιάφορος ή πολιτικά αδρανής πρόεδρος. Επιχείρησε σημαντικές μεταρρυθμίσεις, ανέλαβε πολιτικό κόστος και διατύπωσε ένα σαφές όραμα για τη θέση της Γαλλίας στην Ευρώπη.

Η βασική κριτική απέναντί του δεν είναι ότι δεν προσπάθησε να αλλάξει τη χώρα του, αλλά ότι συχνά φάνηκε να υποτιμά τη σημασία της κοινωνικής συναίνεσης.

Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη αντίφαση της πολιτικής του διαδρομής.

Ένας άνθρωπος που πίστεψε τόσο πολύ στη δύναμη των ιδεών και της προσωπικής του αποφασιστικότητας, ώστε δυσκολεύτηκε να αναγνωρίσει εγκαίρως πόσο βαθιά μπορεί να είναι η απόσταση ανάμεσα σε μια μεταρρύθμιση που θεωρείται αναγκαία και σε μια κοινωνία που δεν αισθάνεται ότι συμμετέχει σε αυτήν.

Καθώς πλησιάζει το τέλος της προεδρίας του, η Γαλλία εξακολουθεί να αναζητά πολιτική σταθερότητα και μια νέα κοινή κατεύθυνση.

Ο Μακρόν θέλησε να αφήσει πίσω του μια χώρα περισσότερο σύγχρονη, ανταγωνιστική και ευρωπαϊκή.

Το αν θα μείνει στην Ιστορία ως μεταρρυθμιστής που προηγήθηκε της εποχής του ή ως πρόεδρος που δεν κατάφερε να κατανοήσει πλήρως την κοινωνία του παραμένει ανοιχτό.

Εκείνο που φαίνεται ήδη είναι ότι η πολιτική του διαδρομή αποτελεί ένα μάθημα για τα όρια της προσωπικής φιλοδοξίας.

Γιατί η μεγαλύτερη πρόκληση της εξουσίας δεν είναι να πείσεις τους ανθρώπους ότι γνωρίζεις τον δρόμο, αλλά να καταφέρεις να τους κάνεις να θελήσουν να τον ακολουθήσουν.

Σχετικά άρθρα