Η Ευρώπη απέναντι στην Κίνα: Ο αθόρυβος πόλεμος για τον πλούτο και την εξουσία

Η Ευρώπη απέναντι στην Κίνα: Ο αθόρυβος πόλεμος για τον πλούτο και την εξουσία

Από τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα και τις σπάνιες γαίες μέχρι την τεχνητή νοημοσύνη και τα εργοστάσια του μέλλοντος, η Ευρώπη και η Κίνα βρίσκονται αντιμέτωπες σε έναν οικονομικό ανταγωνισμό με παγκόσμιες συνέπειες

Πίσω από τους δασμούς και τις εμπορικές διαπραγματεύσεις διαμορφώνεται ένα πολύ μεγαλύτερο ερώτημα: ποιος θα ελέγχει την τεχνολογία, την παραγωγή και τον πλούτο του 21ου αιώνα;

Οι σημαντικότερες συγκρούσεις της εποχής μας δεν διεξάγονται απαραίτητα με στρατούς.

Ορισμένες εξελίσσονται μέσα σε εργοστάσια, ερευνητικά εργαστήρια, λιμάνια και αίθουσες εμπορικών διαπραγματεύσεων.

Δεν έχουν πάντοτε θεαματικές εικόνες ούτε πρωταγωνιστούν καθημερινά στα δελτία ειδήσεων.

Ωστόσο, μπορούν να καθορίσουν την οικονομική ισχύ ολόκληρων ηπείρων.

Μία από αυτές τις συγκρούσεις βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη ανάμεσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την Κίνα.

Στο επίκεντρό της βρίσκονται τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα, οι πρώτες ύλες, οι νέες τεχνολογίες και η βιομηχανική παραγωγή.

Πίσω από αυτά, όμως, διακυβεύεται κάτι πολύ μεγαλύτερο.

Η δυνατότητα της Ευρώπης να διατηρήσει την οικονομική και τεχνολογική της ισχύ σε έναν κόσμο όπου η Κίνα έχει εξελιχθεί σε έναν από τους σημαντικότερους παραγωγικούς και εμπορικούς παράγοντες.

Η σύγκρουση δεν είναι απλή.

Η Ευρώπη χρειάζεται την κινεζική αγορά.

Η Κίνα χρειάζεται την ευρωπαϊκή κατανάλωση, τις εμπορικές σχέσεις και την πρόσβαση σε σημαντικές τεχνολογίες.

Ταυτόχρονα, όμως, οι δύο πλευρές ανταγωνίζονται σε τομείς που θα καθορίσουν την οικονομία των επόμενων δεκαετιών.

Πρόκειται για μια σχέση αλληλεξάρτησης και ανταγωνισμού κι ακριβώς γι’ αυτό είναι τόσο δύσκολη.

Από τον οικονομικό θαυμασμό στον στρατηγικό ανταγωνισμό

Για πολλές δεκαετίες, η Κίνα αντιμετωπιζόταν από τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις κυρίως ως ένας τεράστιος παραγωγικός προορισμός.

Το χαμηλότερο εργατικό κόστος, η ανάπτυξη των υποδομών και η δυνατότητα μαζικής παραγωγής προσέλκυσαν σημαντικές επενδύσεις.

Ευρωπαϊκές εταιρείες μετέφεραν μέρος της παραγωγής τους στην Ασία.

Παράλληλα, η κινεζική αγορά εξελίχθηκε σε σημαντικό προορισμό για ευρωπαϊκά αυτοκίνητα, βιομηχανικό εξοπλισμό και προϊόντα πολυτελείας.

Η οικονομική παγκοσμιοποίηση δημιούργησε την προσδοκία ότι η εμπορική συνεργασία θα οδηγούσε σε αμοιβαία ευημερία.

Σε μεγάλο βαθμό, αυτό συνέβη.

Οι καταναλωτές απέκτησαν πρόσβαση σε φθηνότερα προϊόντα, οι επιχειρήσεις διεύρυναν τις αγορές τους και η Κίνα γνώρισε εντυπωσιακή οικονομική ανάπτυξη.

Ωστόσο, οι ισορροπίες μεταβλήθηκαν.

Η Κίνα δεν περιορίστηκε στον ρόλο του παραγωγού χαμηλού κόστους.

Επένδυσε στην έρευνα, στην τεχνολογία, στην εκπαίδευση και στη δημιουργία ισχυρών βιομηχανικών επιχειρήσεων.

Σήμερα, κινεζικές εταιρείες ανταγωνίζονται ευρωπαϊκούς και αμερικανικούς ομίλους σε τομείς υψηλής τεχνολογίας.

Η εξέλιξη αυτή δημιούργησε νέα δεδομένα.

Η Ευρώπη δεν αντιμετωπίζει πλέον την Κίνα μόνο ως εμπορικό εταίρο.

Την αντιμετωπίζει και ως έναν ισχυρό ανταγωνιστή.

Η αυτοκινητοβιομηχανία στο επίκεντρο

Αν υπάρχει ένας κλάδος που συμβολίζει τη μεταβολή των οικονομικών ισορροπιών, αυτός είναι η αυτοκινητοβιομηχανία.

Για περισσότερο από έναν αιώνα, η ευρωπαϊκή βιομηχανία αυτοκινήτου αποτέλεσε σύμβολο τεχνολογικής υπεροχής.

Η Γερμανία, η Γαλλία, η Ιταλία και άλλες ευρωπαϊκές χώρες δημιούργησαν εταιρείες που απέκτησαν παγκόσμια αναγνώριση.

Η μηχανολογία, η ποιότητα κατασκευής και η τεχνολογική καινοτομία αποτελούσαν βασικά ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα.

Η μετάβαση στην ηλεκτροκίνηση, όμως, άλλαξε τις προϋποθέσεις του ανταγωνισμού.

Στα ηλεκτρικά αυτοκίνητα, η μπαταρία αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα και ακριβότερα εξαρτήματα.

Η Κίνα έχει αποκτήσει ιδιαίτερα ισχυρή θέση στην παραγωγή μπαταριών και σε σημαντικά τμήματα της εφοδιαστικής αλυσίδας.

Παράλληλα, κινεζικές αυτοκινητοβιομηχανίες, όπως η BYD, έχουν ενισχύσει την παρουσία τους στις διεθνείς αγορές.

Για την Ευρώπη, το ζήτημα δεν αφορά μόνο τις πωλήσεις αυτοκινήτων.

Αφορά εκατομμύρια θέσεις εργασίας που συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με την αυτοκινητοβιομηχανία.

Αφορά εργοστάσια, προμηθευτές, ερευνητικά κέντρα και ολόκληρες τοπικές οικονομίες.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφάσισε το 2024 την επιβολή οριστικών πρόσθετων δασμών σε ηλεκτρικά αυτοκίνητα που κατασκευάζονται στην Κίνα, μετά από έρευνα για κρατικές επιδοτήσεις.

Οι δασμοί αυτοί προστίθενται στον βασικό εισαγωγικό δασμό.

Η ευρωπαϊκή πλευρά υποστηρίζει ότι στόχος είναι η αντιμετώπιση στρεβλώσεων του ανταγωνισμού.

Η κινεζική πλευρά έχει αντιταχθεί στα μέτρα, θεωρώντας ότι περιορίζουν το ελεύθερο εμπόριο.

Πίσω από τη διαφωνία βρίσκεται ένα ουσιαστικό ερώτημα.

Πώς μπορεί η Ευρώπη να προστατεύσει τη βιομηχανική της βάση χωρίς να περιορίσει τον ανταγωνισμό και χωρίς να αυξήσει υπερβολικά το κόστος για τους καταναλωτές;

Οι σπάνιες γαίες και η εξουσία των πρώτων υλών

Η τεχνολογική ισχύς δεν εξαρτάται μόνο από τις εφευρέσεις.

Εξαρτάται και από την πρόσβαση στις πρώτες ύλες.

Οι σπάνιες γαίες αποτελούν ομάδα στοιχείων που χρησιμοποιούνται σε σημαντικές τεχνολογικές εφαρμογές.

Ορισμένα από αυτά είναι απαραίτητα για την κατασκευή ισχυρών μαγνητών που χρησιμοποιούνται σε ηλεκτρικούς κινητήρες, ανεμογεννήτριες και βιομηχανικό εξοπλισμό.

Η Κίνα διαθέτει ιδιαίτερα σημαντική θέση στην εξόρυξη και, κυρίως, στην επεξεργασία πολλών από αυτά τα υλικά.

Η συγκέντρωση παραγωγικής ικανότητας σε μία χώρα δημιουργεί κινδύνους για τις υπόλοιπες οικονομίες.

Εάν υπάρξουν περιορισμοί στις εξαγωγές, προβλήματα μεταφοράς ή γεωπολιτικές εντάσεις, οι επιπτώσεις μπορούν να επηρεάσουν ολόκληρες βιομηχανικές αλυσίδες.

Για την Ευρώπη, η εξάρτηση αυτή αποτελεί στρατηγική πρόκληση.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει υιοθετήσει τον Κανονισμό για τις Κρίσιμες Πρώτες Ύλες, επιδιώκοντας την ενίσχυση της ευρωπαϊκής παραγωγής, της επεξεργασίας και της ανακύκλωσης.

Η λογική είναι σαφής.

Μια οικονομία που εξαρτάται υπερβολικά από εξωτερικούς προμηθευτές για κρίσιμα υλικά είναι περισσότερο ευάλωτη σε διεθνείς αναταράξεις.

Ωστόσο, η δημιουργία νέων παραγωγικών δυνατοτήτων απαιτεί χρόνο, επενδύσεις και περιβαλλοντικές διαδικασίες.

Δεν αρκεί μια πολιτική απόφαση για να δημιουργηθεί από τη μία ημέρα στην άλλη μια νέα βιομηχανική αλυσίδα.

Η τεχνολογία ως πεδίο ισχύος

Ο ανταγωνισμός Ευρώπης και Κίνας δεν περιορίζεται στη βιομηχανία.

Επεκτείνεται στην τεχνητή νοημοσύνη, στις τηλεπικοινωνίες, στους ημιαγωγούς και στις ψηφιακές υποδομές.

Οι τεχνολογίες αυτές αποτελούν τη βάση της σύγχρονης οικονομίας.

Χρησιμοποιούνται στην υγεία, στις μεταφορές, στην ενέργεια, στις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες και στην άμυνα.

Η χώρα ή η οικονομική ένωση που διαθέτει ισχυρή τεχνολογική βάση αποκτά σημαντικά πλεονεκτήματα.

Μπορεί να αναπτύσσει νέες επιχειρήσεις, να προσελκύει επενδύσεις και να διαμορφώνει τεχνικά πρότυπα που επηρεάζουν τις διεθνείς αγορές.

Η Κίνα έχει επενδύσει σημαντικά στην τεχνολογική της ανάπτυξη.

Η Ευρώπη, από την πλευρά της, διαθέτει ισχυρή ερευνητική παράδοση, σημαντικά πανεπιστήμια και προηγμένες βιομηχανικές επιχειρήσεις.

Ωστόσο, αντιμετωπίζει δυσκολίες στη μετατροπή της επιστημονικής γνώσης σε μεγάλες τεχνολογικές επιχειρήσεις παγκόσμιας κλίμακας.

Η πρόσβαση σε χρηματοδότηση, η κατακερματισμένη ευρωπαϊκή αγορά και οι διαφορετικές εθνικές πολιτικές αποτελούν παράγοντες που επηρεάζουν την ανταγωνιστικότητά της.

Η συζήτηση για την ευρωπαϊκή τεχνολογική αυτονομία συνδέεται άμεσα με αυτές τις προκλήσεις.

Το ζητούμενο δεν είναι η πλήρης απομόνωση από τις διεθνείς αγορές.

Είναι η δυνατότητα της Ευρώπης να συμμετέχει στον παγκόσμιο ανταγωνισμό χωρίς να εξαρτάται αποκλειστικά από τεχνολογίες και υποδομές τρίτων χωρών.

Η πράσινη μετάβαση και το οικονομικό παράδοξο

Η Ευρώπη έχει θέσει φιλόδοξους στόχους για τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου.

Η ενεργειακή μετάβαση απαιτεί τεράστιες επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, ηλεκτρικά οχήματα, δίκτυα και αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας.

Πολλές από τις τεχνολογίες αυτές συνδέονται με παραγωγικές αλυσίδες στις οποίες η Κίνα διαθέτει ισχυρή παρουσία.

Εδώ εμφανίζεται ένα σημαντικό οικονομικό παράδοξο.

Η Ευρώπη επιδιώκει να περιορίσει την εξάρτησή της από ορισμένους εξωτερικούς προμηθευτές, αλλά ταυτόχρονα χρειάζεται ανταγωνιστικές τιμές για να επιταχύνει την πράσινη μετάβαση.

Τα φθηνότερα εισαγόμενα προϊόντα μπορούν να μειώσουν το κόστος εγκατάστασης νέων τεχνολογιών.

Από την άλλη πλευρά, η υπερβολική εξάρτηση από εισαγωγές μπορεί να δυσκολέψει την ανάπτυξη εγχώριας παραγωγής.

Η ισορροπία ανάμεσα στην οικονομική αποτελεσματικότητα και στη στρατηγική ασφάλεια αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις της ευρωπαϊκής βιομηχανικής πολιτικής.

Ο ρόλος των Ηνωμένων Πολιτειών

Η σχέση Ευρώπης και Κίνας δεν μπορεί να εξεταστεί ανεξάρτητα από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η Ουάσιγκτον αντιμετωπίζει την τεχνολογική και οικονομική άνοδο της Κίνας ως σημαντικό στρατηγικό ζήτημα.

Οι αμερικανικοί περιορισμοί σε ορισμένες προηγμένες τεχνολογίες και οι εμπορικές πολιτικές επηρεάζουν τις διεθνείς αλυσίδες παραγωγής.

Η Ευρώπη βρίσκεται έτσι μπροστά σε μια σύνθετη επιλογή.

Από τη μία πλευρά, οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν βασικό στρατηγικό σύμμαχο.

Από την άλλη, η Κίνα παραμένει σημαντικός εμπορικός εταίρος.

Η ευρωπαϊκή πολιτική επιδιώκει να διαχειριστεί αυτές τις σχέσεις χωρίς να οδηγηθεί σε πλήρη οικονομική αποσύνδεση.

Η έννοια του de-risking, δηλαδή της μείωσης των στρατηγικών κινδύνων, έχει αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία στη σχετική συζήτηση.

Δεν σημαίνει απαραίτητα διακοπή των εμπορικών σχέσεων.

Σημαίνει προσπάθεια περιορισμού των υπερβολικών εξαρτήσεων σε κρίσιμους τομείς.

Ποιος πληρώνει το κόστος του ανταγωνισμού;

Οι εμπορικές αντιπαραθέσεις παρουσιάζονται συχνά ως συγκρούσεις ανάμεσα σε κυβερνήσεις και μεγάλες επιχειρήσεις.

Στην πραγματικότητα, όμως, οι συνέπειές τους μπορούν να φτάσουν μέχρι την καθημερινότητα των πολιτών.

Ένας πρόσθετος δασμός μπορεί να επηρεάσει την τελική τιμή ενός προϊόντος.

Μια διακοπή στην προμήθεια πρώτων υλών μπορεί να καθυστερήσει την παραγωγή.

Μια μεταβολή στις επενδυτικές αποφάσεις μπορεί να επηρεάσει την απασχόληση σε ολόκληρες περιοχές.

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε εμπορικός περιορισμός οδηγεί αυτομάτως σε υψηλότερες τιμές ή απώλειες θέσεων εργασίας.

Οι επιπτώσεις εξαρτώνται από τον βαθμό ανταγωνισμού, τη δυνατότητα υποκατάστασης των εισαγωγών και την αντίδραση των επιχειρήσεων.

Ωστόσο, η σχέση ανάμεσα στη διεθνή οικονομική πολιτική και στην καθημερινή ζωή είναι άμεση.

Ένας Ευρωπαίος καταναλωτής που επιθυμεί να αγοράσει ηλεκτρικό αυτοκίνητο μπορεί να επηρεαστεί από τις εμπορικές αποφάσεις των Βρυξελλών.

Ένας εργαζόμενος σε ευρωπαϊκό εργοστάσιο μπορεί να επηρεαστεί από τον ανταγωνισμό με κινεζικές επιχειρήσεις.

Μια μικρή επιχείρηση μπορεί να αντιμετωπίσει αυξημένο κόστος εάν περιοριστεί η πρόσβαση σε εξαρτήματα ή πρώτες ύλες.

Η γεωπολιτική δεν είναι μια αφηρημένη έννοια.

Επηρεάζει τις τιμές, τις επενδύσεις και τις επαγγελματικές προοπτικές.

Η Ελλάδα μέσα στη νέα οικονομική πραγματικότητα

Η Ελλάδα δεν βρίσκεται έξω από αυτές τις εξελίξεις.

Η ελληνική οικονομία συνδέεται με τις ευρωπαϊκές αλυσίδες παραγωγής, το διεθνές εμπόριο, τη ναυτιλία και τις ενεργειακές επενδύσεις.

Οι εμπορικές σχέσεις Ευρώπης και Κίνας επηρεάζουν το ευρύτερο οικονομικό περιβάλλον στο οποίο λειτουργούν οι ελληνικές επιχειρήσεις.

Η παρουσία της COSCO στο λιμάνι του Πειραιά αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της οικονομικής σύνδεσης Ελλάδας και Κίνας.

Το λιμάνι έχει ιδιαίτερη σημασία για τις μεταφορές και τις εμπορευματικές ροές μεταξύ Ασίας και Ευρώπης.

Παράλληλα, η ανάπτυξη της ηλεκτροκίνησης, των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και των υποδομών δημιουργεί ανάγκες για εξοπλισμό και τεχνολογίες που συχνά προέρχονται από διεθνείς αγορές.

Για την Ελλάδα, το ζητούμενο είναι η αξιοποίηση των οικονομικών ευκαιριών με παράλληλη διαχείριση των στρατηγικών κινδύνων.

Η συζήτηση αφορά επενδύσεις, ανταγωνιστικότητα, θέσεις εργασίας και τη θέση της χώρας στις ευρωπαϊκές και διεθνείς αλυσίδες αξίας.

Η Ευρώπη αναζητά τη δική της ισχύ

Η οικονομική σχέση με την Κίνα αναδεικνύει μια ευρύτερη ευρωπαϊκή πρόκληση.

Για πολλά χρόνια, η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτέλεσε μία από τις μεγαλύτερες οικονομικές αγορές του κόσμου.

Η οικονομική της ισχύς, όμως, δεν συνοδεύτηκε πάντοτε από αντίστοιχη ενιαία στρατηγική σε ζητήματα τεχνολογίας, ενέργειας και βιομηχανικής παραγωγής.

Η μετάβαση σε μια νέα εποχή απαιτεί περισσότερα από εμπορικές διαπραγματεύσεις.

Απαιτεί επενδύσεις στην έρευνα, ανάπτυξη υποδομών, πρόσβαση σε κεφάλαια και ενίσχυση της παραγωγικής ικανότητας.

Απαιτεί επίσης συντονισμό ανάμεσα στα κράτη-μέλη.

Η ευρωπαϊκή αγορά αποτελεί σημαντικό πλεονέκτημα, αλλά η αξιοποίησή της προϋποθέτει κοινές προτεραιότητες.

Το ερώτημα είναι κατά πόσο η Ευρώπη μπορεί να κινηθεί με την ταχύτητα που απαιτεί ο διεθνής ανταγωνισμός.

Ο κόσμος που διαμορφώνεται

Ο οικονομικός ανταγωνισμός ανάμεσα στην Ευρώπη και την Κίνα αποτελεί μέρος μιας μεγαλύτερης παγκόσμιας μεταβολής.

Η εποχή κατά την οποία η παραγωγή μπορούσε να μεταφέρεται σε οποιαδήποτε χώρα αποκλειστικά με κριτήριο το χαμηλότερο κόστος έχει αρχίσει να επανεξετάζεται.

Η ασφάλεια των εφοδιαστικών αλυσίδων, η πρόσβαση σε κρίσιμες τεχνολογίες και η γεωπολιτική σταθερότητα αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη σημασία.

Οι κυβερνήσεις προσπαθούν να εξισορροπήσουν την οικονομική αποτελεσματικότητα με τη στρατηγική ασφάλεια.

Οι επιχειρήσεις αναζητούν νέες παραγωγικές δυνατότητες.

Και οι καταναλωτές βρίσκονται αντιμέτωποι με τις συνέπειες αυτών των αλλαγών.

Η Κίνα επιδιώκει να ενισχύσει τη θέση της στην παγκόσμια οικονομία.

Η Ευρώπη προσπαθεί να διατηρήσει την ανταγωνιστικότητά της και να περιορίσει τις ευάλωτες εξαρτήσεις της.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες επηρεάζουν καθοριστικά το πλαίσιο μέσα στο οποίο εξελίσσεται αυτός ο ανταγωνισμός.

Δεν πρόκειται απαραίτητα για μια σύγκρουση από την οποία θα προκύψει ένας απόλυτος νικητής.

Οι οικονομίες είναι τόσο στενά συνδεδεμένες ώστε η πλήρης αποσύνδεσή τους θα είχε σημαντικό κόστος για όλες τις πλευρές.

Η πραγματική πρόκληση βρίσκεται στη διαμόρφωση μιας νέας ισορροπίας.

Η μάχη για το αύριο

Η οικονομική ιστορία δείχνει ότι η ισχύς δεν παραμένει για πάντα στα ίδια χέρια.

Χώρες και περιοχές που κάποτε κυριαρχούσαν στην παραγωγή μπορούν να χάσουν το πλεονέκτημά τους.

Άλλες μπορούν να αναδειχθούν μέσα από την τεχνολογική πρόοδο και τις επενδύσεις.

Η Ευρώπη διαθέτει σημαντικά πλεονεκτήματα: υψηλό επίπεδο επιστημονικής γνώσης, ισχυρούς θεσμούς, μεγάλη ενιαία αγορά και σημαντική βιομηχανική παράδοση.

Η Κίνα διαθέτει τεράστια παραγωγική βάση, ισχυρή παρουσία σε κρίσιμες εφοδιαστικές αλυσίδες και σημαντικές τεχνολογικές δυνατότητες.

Ο ανταγωνισμός ανάμεσά τους θα επηρεάσει την κατεύθυνση της παγκόσμιας οικονομίας.

Αλλά η ουσία δεν βρίσκεται αποκλειστικά στους οικονομικούς δείκτες.

Βρίσκεται στο ποιος θα παράγει τα προϊόντα του μέλλοντος, ποιος θα αναπτύσσει τις τεχνολογίες και ποιος θα εξασφαλίζει τις θέσεις εργασίας.

Βρίσκεται επίσης στο κατά πόσο η οικονομική ανάπτυξη θα μπορεί να συνδυαστεί με κοινωνική ευημερία και περιβαλλοντική προστασία.

Για τους Ευρωπαίους πολίτες, αυτή η συζήτηση δεν αφορά έναν μακρινό εμπορικό ανταγωνισμό.

Αφορά την οικονομική ασφάλεια, το κόστος ζωής και τις ευκαιρίες της επόμενης γενιάς.

Γιατί ο σημαντικότερος οικονομικός ανταγωνισμός του 21ου αιώνα δεν αφορά μόνο το ποιος θα πουλά περισσότερα προϊόντα. Αφορά το ποιος θα έχει τη δυνατότητα να διαμορφώνει τους όρους με τους οποίους θα λειτουργεί η παγκόσμια οικονομία.

Σχετικά άρθρα