Οι πιο μεγάλοι έρωτες δεν βάζουνε στεφάνι
Από την ταινία Casablanca (1942)με τους Ingrid Bergman και Humphrey Bogart - photocredit: IMDb
Από την ταινία Casablanca (1942)με τους Ingrid Bergman και Humphrey Bogart - photocredit: IMDb

Οι πιο μεγάλοι έρωτες δεν βάζουνε στεφάνι

Κι όπως λέει ο στίχος του τραγουδιού… Ίσως οι μεγάλοι έρωτες να μην έχουν όλοι προορισμό μια εκκλησία. Ίσως πάλι το πραγματικό στοίχημα να αρχίζει ακριβώς εκεί: όταν δύο άνθρωποι πρέπει να μεταφέρουν τον έρωτα από την επικράτεια της επιθυμίας στην καθημερινότητα, χωρίς να αφήσουν την οικειότητα να γίνει αδιαφορία και τη βεβαιότητα ότι «έχω τον άλλον» να σκοτώσει την ανάγκη να τον κατακτώ ξανά

«Οι πιο μεγάλοι έρωτες δεν βάζουνε στεφάνι».

Άκουσα αυτόν τον στίχο στο τραγούδι «Έρωτες» των GHOSTS και, σχεδόν χωρίς να το καταλάβω, στάθηκα σε αυτές τις λίγες λέξεις περισσότερο απ’ όσο κράτησε η στιγμή που τις άκουσα. Ίσως γιατί μερικοί στίχοι έχουν αυτή την παράξενη δύναμη: λένε μέσα σε μία φράση κάτι που χρειάζεσαι πολλές σελίδες για να εξηγήσεις. Κι έτσι σκέφτηκα να γράψω αυτό το άρθρο.

Γιατί πράγματι, τι συμβαίνει στους μεγάλους έρωτες όταν «βάζουν στεφάνι»; Τους προστατεύει ο γάμος ή, κάποιες φορές, τους αφαιρεί ακριβώς εκείνο που τους έκανε μεγάλους; Μήπως το πρόβλημα δεν είναι ποτέ το στεφάνι, αλλά όσα θεωρούμε αυτονόητα μετά από αυτό; Εκείνη η ύπουλη βεβαιότητα ότι ο άνθρωπος που κάποτε προσπαθούσες τόσο πολύ να κερδίσεις είναι πια δικός σου και, επομένως, δεν χρειάζεται να τον κερδίζεις άλλο;

Από αυτή τη σκέψη ξεκίνησαν όλα.

Υπάρχει κάτι σχεδόν προκλητικό σε αυτή τη φράση. Ίσως επειδή πηγαίνει κόντρα σε όλα όσα μάθαμε από παιδιά. Στα παραμύθια, στις ταινίες, στις οικογενειακές αφηγήσεις, δύο άνθρωποι συναντιούνται, ερωτεύονται, δυσκολεύονται, χωρίζουν, ξαναβρίσκονται και στο τέλος παντρεύονται. Και τότε πέφτουν οι τίτλοι.

Σαν να τελείωσε η ιστορία.

Μόνο που στην πραγματική ζωή, εκεί ακριβώς αρχίζει.

Γιατί ο γάμος δεν είναι η τελευταία πράξη του έρωτα. Είναι η στιγμή κατά την οποία ο έρωτας καλείται να εγκαταλείψει τη σκηνή και να δοκιμαστεί στα παρασκήνια. Να βγάλει τα καλά του ρούχα, να αφήσει τα λουλούδια στο βάζο, να κατεβάσει τα φώτα και να καθίσει απέναντι από τον άλλον ένα συνηθισμένο βράδυ Τρίτης.

Και εκεί αποδεικνύεται πόσο αντέχει.

Οι μεγάλοι έρωτες μοιάζουν ευκολότεροι όσο υπάρχει απόσταση. Όσο υπάρχει προσμονή. Όσο το τηλέφωνο που χτυπά εξακολουθεί να προκαλεί εκείνο το ανεπαίσθητο σκίρτημα. Όσο υπάρχουν πράγματα που δεν ξέρεις ακόμη για τον άλλον, ώρες που δεν μοιράζεστε, μικρές απουσίες που αφήνουν χώρο στην επιθυμία. Όσο η συνάντηση παραμένει γεγονός και δεν έχει γίνει ακόμη πρόγραμμα.

Ο έρωτας τρέφεται παράξενα και από το κενό ανάμεσα σε δύο ανθρώπους.

Ο γάμος, αντίθετα, έχει την τάση να το γεμίζει.

Γεμίζει τις αποστάσεις με κοινές υποχρεώσεις, τα βράδια με προγράμματα, τα πρωινά με βιασύνη, τις συζητήσεις με λογαριασμούς, παιδιά, δουλειές, ψώνια και προβλήματα. Το «μου έλειψες» γίνεται «τι ώρα θα γυρίσεις;». Το «πού θέλεις να πάμε απόψε;» γίνεται «τι θα φάμε;». Το βλέμμα που κάποτε έμενε λίγο περισσότερο πάνω στο πρόσωπο ή στο σώμα του άλλου αρχίζει να περνά βιαστικά από δίπλα του, επειδή τον έχει δει χίλιες φορές.

Και κάπου εκεί αρχίζει η πραγματική φθορά.

Όχι απαραίτητα με έναν μεγάλο καβγά. Όχι με μια προδοσία. Ούτε καν με την απουσία αγάπης.

Οι περισσότερες σχέσεις δεν χάνονται θεαματικά.

Χάνονται αθόρυβα.

Χάνονται όταν ο ένας σταματά να ρωτά τον άλλον πώς ήταν η μέρα του επειδή θεωρεί ότι ήδη ξέρει. Όταν το φιλί της επιστροφής γίνεται μηχανικό. Όταν οι κουβέντες αφορούν αποκλειστικά όσα πρέπει να γίνουν. Όταν η παρουσία του άλλου παύει να είναι κάτι που παρατηρείς και μετατρέπεται σε ένα ακόμη δεδομένο του σπιτιού.

Αυτό είναι ίσως το πιο επικίνδυνο σημείο μιας μακροχρόνιας σχέσης: όχι όταν παύεις να αγαπάς, αλλά όταν παύεις να βλέπεις.

Να βλέπεις πραγματικά.

Τον άνθρωπο απέναντί σου ως ξεχωριστό άνθρωπο και όχι απλώς ως «τον άντρα μου» ή «τη γυναίκα μου». Να θυμάσαι ότι πριν αποκτήσει αυτόν τον τίτλο ήταν κάποιος που περίμενες να συναντήσεις, που ήθελες να εντυπωσιάσεις, που αναρωτιόσουν τι σκέφτεται για σένα. Κάποιος που δεν θεωρούσες καθόλου βέβαιο ότι αύριο θα είναι ακόμη εκεί.

Οι τίτλοι, όσο όμορφοι κι αν είναι, κρύβουν μερικές φορές μια παγίδα. Δημιουργούν μια ψευδαίσθηση κατοχής. Είσαι δικός μου. Είμαι δική σου. Παντρευτήκαμε. Επομένως είμαστε ασφαλείς.

Μα ο έρωτας δεν αγαπά ιδιαίτερα την ασφάλεια όταν αυτή μεταφράζεται σε αμέλεια.

Θέλει να υπάρχει ακόμη εκείνο το μικρό ίχνος επίγνωσης ότι ο άλλος δεν σου ανήκει. Όχι ανασφάλεια. Όχι παιχνίδια ζήλιας ή φόβος εγκατάλειψης. Αλλά η βαθιά κατανόηση ότι κανένας άνθρωπος δεν είναι κτήμα κανενός.

Ακόμη κι αν φορά τη βέρα μας.

Η καθημερινότητα δεν σκοτώνει τον έρωτα. Η αμέλεια τον σκοτώνει Κατηγορούμε συχνά την καθημερινότητα. Είναι ένας βολικός ένοχος.

«Μας έφαγε η καθημερινότητα», λένε άνθρωποι που κάποτε δεν μπορούσαν να περάσουν μία ημέρα χωρίς να μιλήσουν.

Αλλά η καθημερινότητα από μόνη της δεν κάνει τίποτα. Είναι απλώς χρόνος, οι ίδιες είκοσι τέσσερις ώρες που υπήρχαν και όταν ερωτεύτηκαν.

Εκείνο που αλλάζει είναι ο τρόπος με τον οποίο κοιτάζουν ο ένας τον άλλον μέσα σε αυτές.

Στην αρχή μιας σχέσης υπάρχει μια σχεδόν τελετουργική προσοχή. Θυμάσαι τι του αρέσει. Παρατηρείς τι φορά. Ακούς τις ιστορίες του, ακόμη κι αν τις έχεις ξανακούσει. Θέλεις να τον κάνεις να γελάσει. Επιλέγεις τα λόγια σου. Προσέχεις πώς θα του μιλήσεις. Φροντίζεις τον εαυτό σου, όχι επειδή υποδύεσαι κάποιον άλλο, αλλά επειδή η επιθυμία του να σε δει όμορφη ή όμορφο εξακολουθεί να έχει σημασία.

Μετά από χρόνια, αρχίζεις να πιστεύεις ότι δεν χρειάζεται πια και ακριβώς εκεί βρίσκεται η παγίδα.

Η οικειότητα δεν είναι άδεια να εγκαταλείψουμε όλα εκείνα που κάποτε μας έκαναν επιθυμητούς. Και η επιθυμία δεν αφορά μόνο την εμφάνιση. Είναι ο τρόπος που μιλάς. Η ευγένεια, το ενδιαφέρον, το χιούμορ. Η περιέργεια για τον άνθρωπο απέναντί σου. Η ικανότητα να ακούς χωρίς να κοιτάς ταυτόχρονα μια οθόνη.

Είναι το «ευχαριστώ» για κάτι που θεωρείται πλέον υποχρέωση. Το «συγγνώμη» ακόμη κι όταν η περηφάνια θα προτιμούσε τη σιωπή. Ένα άγγιγμα καθώς περνάς δίπλα του χωρίς να θέλεις απαραίτητα κάτι. Ένα μήνυμα στη μέση της ημέρας που δεν αφορά το σπίτι ή τα παιδιά.

Είναι, πάνω απ’ όλα, να θυμάσαι ότι απέναντί σου βρίσκεται ένας άνθρωπος που θα μπορούσε να μην είναι εκεί.

Κι όμως είναι.

Όταν έχεις ήδη δει ένα «για πάντα» να τελειώνει

Ίσως εδώ υπάρχει μια ενδιαφέρουσα εξαίρεση. Όχι κανόνας — γιατί κανένας προηγούμενος γάμος δεν κάνει αυτομάτως έναν άνθρωπο σοφότερο. Υπάρχουν άνθρωποι που επαναλαμβάνουν τα ίδια λάθη ξανά και ξανά.

Όταν όμως δύο άνθρωποι έχουν και οι δύο περάσει από έναν γάμο, έχουν ζήσει την κοινή καθημερινότητα, έχουν δει τη φθορά από κοντά και, κυρίως, έχουν καταλάβει τι πήγε λάθος, μπορεί να μπουν σε μια νέα σχέση με μια γνώση που δεν είχαν την πρώτη φορά.

Δεν παντρεύονται πια μόνο με τον ενθουσιασμό της αρχής.

Παντρεύονται και με τη μνήμη του τέλους και αυτή η μνήμη μπορεί να αποδειχθεί πολύτιμη.

Γιατί έχουν δει ένα «για πάντα» να αποκτά ημερομηνία λήξης. Ξέρουν πόσο εύκολα δύο άνθρωποι που κάποτε μοιράζονταν τα πάντα μπορούν να καταλήξουν να μιλούν μόνο για πρακτικά ζητήματα. Ξέρουν ότι η αγάπη δεν αποτελεί από μόνη της ασφάλεια απέναντι στη φθορά.

Και ίσως, αν έχουν μάθει πραγματικά από αυτό που έζησαν, να γνωρίζουν πλέον κάτι πολύ σημαντικό: ότι δεν πρέπει ποτέ να θεωρήσουν τον άλλον δεδομένο.

Ένας δεύτερος γάμος μπορεί έτσι να έχει λιγότερη αθωότητα, αλλά περισσότερη επίγνωση.

Λιγότερο παραμύθι και περισσότερη αλήθεια.

Οι δύο άνθρωποι ξέρουν πλέον ότι ένας γάμος δεν συντηρείται επειδή έγινε. Δεν αρκεί μια τελετή, μια βέρα, ένα κοινό επίθετο ή ένα κοινό σπίτι. Συντηρείται επειδή δύο άνθρωποι εξακολουθούν να τον επιλέγουν.

Και κυρίως επειδή έχουν μάθει να αναγνωρίζουν εγκαίρως τα μικρά σημάδια της φθοράς.

Όταν οι συζητήσεις τους αρχίζουν να γίνονται μόνο πρακτικές, δημιουργούν χώρο για κάτι άλλο. Όταν απομακρύνονται, δεν περιμένουν χρόνια για να το παραδεχτούν. Όταν η ερωτική ζωή χάνεται μέσα στην κούραση, δεν προσποιούνται ότι δεν έχει σημασία. Όταν αρχίζουν να θεωρούν αυτονόητη την παρουσία του άλλου, θυμούνται πώς είναι να χάνεις μια παρουσία που κάποτε θεωρούσες μόνιμη.

Δεν σημαίνει ότι θα τα καταφέρουν.

Σημαίνει όμως ότι γνωρίζουν πού βρίσκονται οι παγίδες.

Να μην πιστέψεις ποτέ ότι «τον έχεις»

Υπάρχει μια φράση που μπορεί να γίνει δηλητήριο μέσα σε μια σχέση:

«Πού θα πάει;»

Τη στιγμή που πιστεύεις ότι ο άλλος δεν έχει πια επιλογή, αρχίζεις ασυναίσθητα να του προσφέρεις λιγότερα. Λιγότερη προσοχή. Λιγότερη τρυφερότητα. Λιγότερη ευγένεια. Λιγότερο από τον άνθρωπο που ήσουν όταν προσπαθούσες να τον κερδίσεις.

Αλλά η αγάπη δεν είναι κατάκτηση εδάφους.

Δεν υψώνεις μια σημαία και τελείωσε.

Ο άνθρωπος δίπλα σου πρέπει να παραμένει ελεύθερος για να έχει πραγματική αξία το γεγονός ότι μένει.

Και ίσως αυτή να είναι μία από τις πιο ώριμες μορφές έρωτα: να ξέρεις ότι ο άλλος μπορεί να φύγει και να συμπεριφέρεσαι με τρόπο που να τον κάνει να θέλει να μείνει.

Όχι από υποχρέωση.

Όχι επειδή «έτσι πρέπει».

Όχι για τα παιδιά ή για το τι θα πει ο κόσμος.

Αλλά επειδή, ακόμη και ύστερα από χρόνια, βρίσκει σε σένα κάτι που δεν θέλει να χάσει.

Το ανεκπλήρωτο έχει ένα μεγάλο πλεονέκτημα: δεν γερνά Και εδώ επιστρέφουμε στον στίχο.

«Οι πιο μεγάλοι έρωτες δεν βάζουνε στεφάνι».

Ίσως πράγματι πολλοί μεγάλοι έρωτες να μην παντρεύτηκαν ποτέ. Κάποιοι επειδή δεν μπόρεσαν. Κάποιοι επειδή συναντήθηκαν σε λάθος χρόνο. Κάποιοι επειδή οι ζωές τους είχαν ήδη πάρει διαφορετικούς δρόμους. Και κάποιοι επειδή η ένταση που τους ένωνε δεν θα άντεχε ποτέ την πεζότητα μιας κοινής ζωής.

Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη.

Το ανεκπλήρωτο έχει ένα παράξενο προνόμιο: δεν γερνά.

Δεν αποκτά λογαριασμούς, υποχρεώσεις, νεύρα, παιδιά που ξυπνούν τη νύχτα, οικονομικές δυσκολίες, άπλυτα πιάτα και Δευτέρες το πρωί.

Μένει στη μνήμη στην καλύτερη ηλικία του.

Γι’ αυτό ίσως μερικές φορές αποκαλούμε «μεγάλο έρωτα» εκείνον που δεν ζήσαμε μέχρι τέλους. Δεν πρόλαβε να γίνει μικρός. Δεν πρόλαβε να φθαρεί. Δεν χρειάστηκε ποτέ να αποδείξει εάν θα άντεχε.

Ένας έρωτας που έμεινε στη μέση μπορεί να μοιάζει αιώνιος ακριβώς επειδή δεν υποχρεώθηκε ποτέ να ζήσει ολόκληρη τη ζωή του.

Και ίσως γι’ αυτό το πραγματικά δύσκολο δεν είναι να ζήσεις έναν έρωτα που δεν έβαλε στεφάνι.

Το πραγματικά δύσκολο είναι να βάλεις στεφάνι στον μεγάλο σου έρωτα και να μην τον αφήσεις να γίνει μικρός.

Να περάσουν πέντε, δέκα, είκοσι χρόνια και να υπάρχει ακόμη εκείνο το βλέμμα που λέει:

Σε βλέπω.

Όχι «σε συνήθισα».

Σε βλέπω.

Να εξακολουθείς να θέλεις να του πεις πρώτα κάτι όμορφο που σου συνέβη. Να βγαίνετε κάπου και να μην περνά ο καθένας τη βραδιά του κοιτάζοντας μια οθόνη. Να υπάρχει ένα άγγιγμα καθώς περνάτε ο ένας δίπλα από τον άλλον. Να ντύνεσαι κάποιες φορές και για τα μάτια του. Να τον φλερτάρεις ακόμη. Να γελάτε. Να έχετε πράγματα να πείτε που δεν αφορούν τις υποχρεώσεις σας.

Να μπορείτε, ακόμη, να λείψετε ο ένας στον άλλον.

Και κυρίως, να μη χαθούν οι δύο ξεχωριστοί άνθρωποι μέσα στο «εμείς».

Γιατί ένας μεγάλος έρωτας χρειάζεται δύο ανθρώπους. Όχι δύο μισά που εξαφανίστηκαν μέσα σε έναν γάμο. Δύο ζωές που εξακολουθούν να έχουν ενδιαφέρον, επιθυμίες, φίλους, σκέψεις, όνειρα και που επιλέγουν να συναντιούνται ξανά και ξανά.

Ίσως λοιπόν οι πιο μεγάλοι έρωτες να μη βάζουνε στεφάνι.

Ίσως όμως οι ακόμη μεγαλύτεροι να είναι εκείνοι που το βάζουν και καταφέρνουν να μην το αφήσουν να γίνει βάρος.

Εκείνοι που ξυπνούν ένα απολύτως συνηθισμένο πρωινό, πολλά χρόνια αργότερα, κοιτάζουν τον άνθρωπο δίπλα τους και θυμούνται κάτι που οι περισσότεροι ξεχνούν:

Κάποτε αυτός ο άνθρωπος ήταν ένας άγνωστος ανάμεσα σε δισεκατομμύρια άλλους.

Και από όλους αυτούς, διάλεξαν ο ένας τον άλλον.

Το στεφάνι δεν εγγυάται τον μεγάλο έρωτα.

Ούτε η απουσία του τον αποδεικνύει.

Ο μεγάλος έρωτας φαίνεται αλλού. Στην ικανότητα δύο ανθρώπων να μη σταματήσουν να συναντιούνται ακόμη κι όταν πια ζουν κάτω από την ίδια στέγη. Να μην πάψουν να ενδιαφέρονται επειδή γνωρίζονται. Να μην πάψουν να φλερτάρουν επειδή παντρεύτηκαν. Να μη μετατρέψουν την ασφάλεια σε αδιαφορία και την οικειότητα σε αγένεια.

Γιατί τελικά το αντίθετο του έρωτα δεν είναι πάντα η έλλειψη αγάπης.

Μερικές φορές είναι απλώς η συνήθεια.

Και ίσως ο μόνος τρόπος να νικήσεις τη συνήθεια είναι να μην ξεχάσεις ποτέ ότι ο άνθρωπος που κοιμάται κάθε βράδυ δίπλα σου δεν είναι κάτι που απέκτησες.

Είναι κάποιος που, ακόμη και σήμερα, σε επιλέγει.

Σχετικά άρθρα