Στο Φανάρι Ροδόπης έζησα παραθερισμό 90s

Στο Φανάρι Ροδόπης έζησα παραθερισμό 90s

Είναι κάποια μέρη που κρατούν ζωντανή την παλιά, χαλαρή καλοκαιρινή εμπειρία και την πολύτιμη αίσθηση ότι εδώ δεν χρειάζεται να οργανώσεις τίποτα.

Αν δεν έχετε ακούσει ξανά το όνομα Φανάρι Ροδόπης, το κατανοώ απόλυτα. Το μέρος είναι γνωστό κυρίως στους Θρακιώτες και αποτελεί έναν παραθεριστικό προορισμό εύκολο και γρήγορο για όσους ζουν από την Καβάλα και πάνω, ή έχουν καταγωγή από την Καβάλα και πάνω, όπως εγώ.

Τα τελευταία χρόνια, έχει γίνει και τουριστικός προορισμός για ταξιδιώτες από τη Βουλγαρία και την Τουρκία, γι’ αυτό και όλες οι ταμπέλες στα μαγαζιά εκεί είναι και σε αυτές τις γλώσσες και όχι στα αγγλικά, πράγμα που το βρίσκω τέρμα επαναστατικό προς την παγκόσμια γλωσσική κοινοτοπία.

Κατά τα άλλα, όπως λέει ο στίχος, «όλα τριγύρω αλλάζουν κι όλα τα ίδια μένουν», σ’ αυτό το μέρος μοιάζει να μην έχει αλλάξει τίποτα από τη δεκαετία των 90s που πήγαινα με τους γονείς μου μέχρι τώρα που πάω με τα δικά μου παιδιά. Αναπτύσσεται μεν, αλλά στην καρδιά του παραμένει ίδιο κι απαράλλαχτο.

Ας ξεκινήσουμε από την τοποθεσία. Το Φανάρι βρίσκεται στα παράλια της Ροδόπης, περίπου στη μέση της διαδρομής ανάμεσα στην Κομοτηνή και την Ξάνθη, πάνω σε μια παραθαλάσσια γωνιά του Θρακικού Πελάγους. Είναι ένας μικρός οικισμός δίπλα στο κύμα που ανέκαθεν είχε σχέση με τη θάλασσα και το ψάρεμα.  Δηλαδή, αν θέλεις να φας φρέσκο ψάρι, μπίνγκο! Εκεί θα φας και δεν θα το πληρώσεις με το νεφρό σου. Να πας οπωσδήποτε στον Φάρο για ψαροφαγία με φανταστική θέα μέχρι τη Θάσο, αλλά σίγουρα θα βρεις και άλλες ταβέρνες λίγο παρακάτω, όπου το σκηνικό είναι ακόμη πιο χαλαρό και η θέα εξίσου καλή.

Επιστρέφω στις τιμές, γιατί πραγματικά δεν θα πιστεύεις αυτό που θα σου συμβαίνει εκεί. Αν εξαιρέσεις τα σούπερ μάρκετ, τα υπόλοιπα είναι συγκριτικά πολύ πιο κάτω απ’ ό,τι έχουμε συνηθίσει. Θα νομίσεις δηλαδή ότι άνοιξε μια πόρτα και μεταφέρθηκες όντως στα 90s, όπου το πορτοφόλι σου είχε πέντε χιλιάδες δραχμές και έβγαινες σαν άρχοντας. Για του λόγου το αληθές, δεν ξέρω πού αλλού μπορείς σήμερα να φας μία ατομική πίτσα και μία μεσαία με 12 ευρώ. Την έφαγα στην Πίτσα Στέλλα, που βρίσκεται στο ίδιο σημείο από το 1982, απέναντι από τη μικρή πλατεία του χωριού και δίπλα ακριβώς στη μαρίνα με τα καΐκια.

Από τη μαρίνα αξίζει να περπατήσεις μέχρι το τέρμα του λιμανιού για να βρεις το Beach House, ένα all day beach bar με ξαπλώστρες, απ’ όπου θα δεις υπέροχο ηλιοβασίλεμα που θα το ζήλευε και η Σαντορίνη. Για την ιστορία, το σημείο ήταν πολύ φημισμένο κλαμπ τα 80s με το όνομα Baracounda, από εκείνα που όριζαν το ελληνικό καλοκαίρι της Generation X και των Millenials, ντόπιων και φοιτητών των πέριξ πόλεων που έχουν πολλές πανεπιστημιακές σχολές.

Άλλο αγαπημένο μου local σημείο για καφέ και ποτάκι είναι η Ιουλία, ένα family-friendly καφέ-μπαρ στον παραλιακό πεζόδρομο του χωριού. Σ’ αυτόν λοιπόν τον πεζόδρομο, μπορείς να δεις από γιαγιά και παππού που κάθονται στα μπαλκόνια των ενοικιαζόμενων δωματίων και πίνουν τον καφέ τους μέχρι Βούλγαρο νεόπλουτο που καταφθάνει εκεί με Lamborgini, ντυμένος σαν τράπερ. Ένα υπέροχα σουρεαλιστικό mix ‘n match που θα ενέπνεε τον Χέμινγουει να γράψει μυθιστόρημα.

Για ουζοκατάσταση πάμε στον Φλοίσβο, που μπορεί να αυτοτιτλοφορείται κφε-ουζερί αλλά έχει και πίτσα και σουβλάκι και άμα ζητήσεις και ουίσκι, θα βρει να σου φέρει. Ακόμα ένα υπέροχο mix ‘n match που μόνο σε τέτοια μέρη το βρίσκεις πλέον.

Η απόβαση Βούλγαρων και Τούρκων τουριστών έχει δημιουργήσει ένα κάρο ενοικιαζόμενα στην περιοχή. Κι αυτό που με τρελαίνει είναι ότι δίπλα στο Room to let προηγούμενων δεκαετιών, έχουν φτιαχτεί και luxury καταλύματα με κλιματισμό που βγαίνει από το πάτωμα. Όπως βλέπετε, το υπέροχο mix ‘n match συνεχίζεται παντού.

Εγώ όμως θέλω να σας μιλήσω για τη δική μου διαμονή σε bangalows φτιαγμένα από τη δεκαετία του ’70.

Είναι ένας μικρός οικισμός από bangalows χτισμένα δίπλα στο ψαροχώρι και ακριβώς μπροστά από την παραλία και είναι η πιο Κουστουρίτσα-φάση που έχω δει σε όλη την ελληνική επικράτεια. Δεν υπερβάλω καθόλου. Υπάρχει κάτι σε αυτά τα χαμηλά, παλιά καταλύματα, στο τοπίο και στον τρόπο που είναι τοποθετημένα δίπλα στη θάλασσα, που θυμίζει σκηνικό από βαλκανική ταινία. Οι γιαγιάδες που μένουν εκεί έχουν φτιάξει και κήπο στην άμμο.

Βγαίνεις από την πόρτα σου και βουτάς. Και δίπλα σου έχεις μόνο τους λιγοστούς παραθεριστές του οικισμού και τους γλάρους που είναι τα pet σου εκεί και περιμένουν να φας για να τους ρίξεις τα απομεινάρια.  Το απόγευμα κάθεσαι και αγναντεύεις ή κάνεις βόλτες στην ακτογραμμή, η οποία εκτείνεται για αρκετά χιλιόμετρα και είναι γεμάτη κοχύλια. Ξεκινά από την απόλυτη ερημιά αλλά από κάποιο σημείο και μετά έχει το ένα beach bar μετά το άλλο. Εγώ το λέω Miami Beach της Ροδόπης.

Το βράδυ οι έφηβοι ανάβουν φωτιές στην παραλία, ο απέναντι παίζει φυσαρμόνικα, τα πιτσιρίκια παίζουν κρυφτό και ο διπλανός σου φέρνει δώρο καβούρια που έχει ψαρέψει.

Ακούω άλλους να λένε ιστορίες από τρέντι καλοκαιρινούς προορισμούς, ακούω να μιλάνε για ξαπλώστρες σε εξωφρενικές τιμές, βλέπω να αναρτούν αποδείξεις από ταβέρνες όπου η χωριάτικη έχει όσο μια γαριδομακαρονάδα και φωτογραφίες από σοκάκια που ο ένας περνάει πάνω από τον άλλο, και σκέφτομαι ότι είμαι τυχερή που βρίσκομαι σ’ έναν τόπο ο οποίος έχει κρατήσει κάτι από την παλιά ελληνική παραθεριστική εμπειρία, όπου οι διακοπές δεν ήταν project, δεν χρειαζόταν να έχεις πρόγραμμα, reservations, λίστα με «must visit» μέρη και δέκα tabs ανοιχτά στο κινητό.

Σε μέρη σαν κι αυτά πραγματικά χαλαρώνεις, αφήνεσαι, παραλύει το σύστημα σου από το κενό χρόνο που σου δημιουργούν, έως και βαριέσαι λίγο τολμώ να πω, πράγμα που το έχεις ανάγκη. Αν το καλοσκεφτείς, αυτή είναι η σύγχρονη πολυτέλεια της καλοκαιρινής εμπειρίας. Να μπορέσεις να χαλαρώσεις, γιατί έχεις φτάσει να μην χαλαρώνεις ούτε στις διακοπές σου. Να είσαι εσύ, η θάλασσα, οι γλάροι και μερικοί ακόμα σαν κι εσένα που ξέρουν τον τόπο και τον επισκέπτονται κάθε καλοκαίρι.

Το Φανάρι της Ροδόπης δεν θα το δεις σε άρθρα με τίτλους  «Μέρη στην Ελλάδα που πρέπει να επισκεφτείς» αλλά είναι ένα μέρος που θα σου θυμίσει πώς ήταν οι διακοπές κάποτε, όπως τις θυμάσαι από τα παιδικά σου χρόνια, όπως τις φέρεις στη μνήμη σου, όπως θα ήθελες να είναι, ίσως, για λίγο, πριν επισκεφτείς το νησί με την παρέα και γυρίσεις με μηδέν ευρώ στο πορτοφόλι και λίγο πιο ζαλισμένος από πριν.

ΥΓ. Φυσικά, δεν γίνεται να μην πω πόσο instagrammable είναι η παραλία εκεί. Αν έρθεις και δεν φωτογραφηθείς 800 φορές, να μη με λένε Λίλα. Και παίρνεις και ό, τι πόζα θες, γιατί είσαι κυριολεκτικά μόνος σου. Μόνο οι γλάροι σε βλέπουν.

Σχετικά άρθρα