Απώλεια μνήμης
Ζούμε, δημιουργούμε και πορευόμαστε βασιζόμενοι πάνω σε μια λογική αλληλουχία, που συνδέει το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Χωρίς αυτήν δεν θα υπήρχαν τα υλικά για τη συνέχεια, θα γινόμασταν αλλοπρόσαλλοι.
Χθες η εβδομηνταπεντάρα κυρία του τετάρτου ορόφου το’ σκασε. Πήρε τους δρόμους και χάθηκε. Ο άντρας της μου χτύπησε αλαφιασμένος την πόρτα μήπως ήξερα κάτι, μήπως την είχα δει. Πήγε και στους δίπλα και στους παραδίπλα. Είχαν ήδη περάσει 3 ώρες και η κυρία Μ. ήταν άφαντη. Την ξέρω από όταν ήμουν μικρή, μια ευγενική Αυστριακή με μεγάλη αγάπη στις γάτες. Ο τύπος της γυναίκας, που δεν βγαίνει ποτέ από το σπίτι απεριποίητη, με την φινετσάτη απλότητα του Ευρωπαϊκού Βορρά. Την τελευταία φορά που την είδα το πρόσωπό της ήταν εντελώς διαφορετικό και μου μιλούσε στα γερμανικά. Με το βλέμμα της μου έδειχνε ότι είχε καταργηθεί κάθε οικειότητα ανάμεσά μας. Με είχε ξεχάσει. Αυτό συνέβη σταδιακά, η μνήμη της μέρα με τη μέρα έσβηνε το παρελθόν, διέγραφε ό,τι αποτελούσε την προσωπική της ιστορία.
Υπάρχει άραγε προσωπική ιστορία χωρίς μνήμη; Τι είμαστε χωρίς το παρελθόν μας;
Υπάρχουν απ’ την άλλη κι όσοι αποποιούνται της μνήμης τους. Ψάχνουν ένα μαγικό ραβδί να τους απαλλάξει από το βάρος των κακών αναμνήσεων. «Θέλω να τα ξεχάσω όλα. Θέλω να ξυπνήσω αύριο το πρωί και αυτή η περίοδος/ ο άνθρωπος / η κατάσταση να έχει σβηστεί από τον σκληρό δίσκο του εγκεφάλου μου», μού λέει προ ημερών φίλη πάσχουσα.Αυτοί που ψάχνουν να θυμηθούν κι αυτοί που ψάχνουν να ξεχάσουν. Ένα όμως είναι δεδομένο – κανείς δεν αντέχει την ιδέα της μόνιμης λήθης.Ζούμε, δημιουργούμε και πορευόμαστε βασιζόμενοι πάνω σε μια λογική αλληλουχία, που συνδέει το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Χωρίς αυτήν δεν θα υπήρχαν τα υλικά για τη συνέχεια, θα γινόμασταν αλλοπρόσαλλοι.
Οι περισσότεροι αρχαίοι λαοί εκδήλωναν προγονολατρεία, όχι στα στενά πλαίσια ενός εκάστοτε προγόνου, αλλά ως φόρο τιμής στην εξέλιξη του είδους. Αναγνώριζαν τα βήματα των προηγηθέντων, ως κεκτημένη πορεία, ως φάρο που κατεύθυνε τους ναυτιλομένους. Στην αριστουργηματική ταινία «Τρία χρώματα: Η μπλε ταινία», ο Κριστόφ Κισλόφσκι καταπιάνεται με το θέμα της ελευθερίας. Μια γυναίκα επιβιώνει από αυτοκινητικό δυστύχημα, στο οποίο όμως έχει χάσει την κόρη της και τον άντρα της. Οι μνήμες είναι τόσο αφόρητες, που αποφασίζει να αρχίσει τη ζωή της από το μηδέν, χωρίς παρελθόν, χωρίς ταυτότητα, χωρίς συναισθηματικούς δεσμούς. Χαρίζει το σπίτι της, εγκαθίσταται αλλού, ξεκόβει από το παλιό της περιβάλλον.Εν ολίγοις ξεριζώνει από μέσα της ο,τι τη συνδέει με το παρελθόν, με μόνο στόχο να κερδίσει την ελευθερία. «Δεν θυμάμαι, άρα είμαι ελεύθερος.»Σιγά-σιγά αντιλαμβάνεται ότι βρίσκεται μπροστά στη Λερναία Ύδρα. Ό,τι κόβει, ξαναβγαίνει. Οι μνήμες χύνονται σαν υγρό πάνω σε κάθε νέα επιφάνεια. Το δίλημμα αλλάζει: μήπως η ελευθερία σχετίζεται τελικά με την αποδοχή της μνήμης;
Θυμάμαι, άρα υπάρχω. Είμαι εγώ, χάριν σε όλα όσα έζησα.
Το γράφει πολύ ωραία ο Alfred de Musset στο θεατρικό του έργο Δεν παίζουμε με την αγάπη (1834): «Παραπλανούμαστε συχνά στην αγάπη, συχνά πληγωνόμαστε και συχνά δυστυχούμε˙ όμως αγαπάμε, κι όταν βρεθούμε στο χείλος του τάφου μας, γυρίζουμε να κοιτάξουμε πίσω και λέμε στον εαυτό μας: υπέφερα πολλές φορές, παραπλανήθηκα μερικές φορές, αλλά αγάπησα.Εγώ είμαι αυτός που έζησα, κι όχι ένα πλάσμα προσποιητό φτιαγμένο από τον εγωισμό και την ανία μου.»
Βρήκα την κυρία Μ. πηγαίνοντας στο φούρνο. Καθόταν σ’ ένα παγκάκι και λιαζόταν. Είχε την έκφραση ανέμελου παιδιού. Το πάρκο μπροστά της δεν ήταν το άλσος του Αρδηττού, αλλά το Volksgarten. Είχε επιστρέψει στη Βιέννη.