Η Μυρτώ Δραμουντάνη σχεδιάζει ρούχα για γυναίκες με προσωπικότητα

Η Μυρτώ Δραμουντάνη σχεδιάζει ρούχα για γυναίκες με προσωπικότητα

Η Μυρτώ Δραμουντάνη μίλησε στο ΚΛΙΚ για τις σπουδές της, την απώλεια των γονιών της, αλλά και για όλα όσα την εμπνέουν.

Η Μυρτώ Δραμουντάνη αντιμετωπίζει τη μόδα με έναν ιδιαίτερο τρόπο, προσεγγίζοντας την αρχιτεκτονική της διάσταση μέσα από μοτίβα που δημιουργούν οπτικές ψευδαισθήσεις. Είναι η πρώτη Ελληνίδα σχεδιάστρια που κυκλοφόρησε ολοκληρωμένη συλλογή ρούχων χρησιμοποιώντας laser-cut υφάσματα και εφαρμόζοντας νέες τεχνικές, με τα γεωμετρικά σχήματα να χαρίζουν ένα πληθωρικό αποτέλεσμα, που μοιάζει να μην έχει αρχή και τέλος, παρά μόνο μια παιχνιδιάρικη ροή.

Δες περισσότερα άρθρα μας στις αναζητήσεις
Πρόσθεσε το ΚΛΙΚ στη Google

Από το Μετσόβιο στο Parsons και από την Αθήνα σε ολόκληρο τον κόσμο, η Μυρτώ Δραμουντάνη αγαπούσε τη μόδα πολύ πριν αποφασίσει να ασχοληθεί επαγγελματικά με αυτήν. Ως αρχιτέκτονας, εμπνέεται από όσα βλέπει γύρω της, επισκέπτεται μουσεία, παρατηρεί έργα διάσημων καλλιτεχνών και, τελικά, δημιουργεί τα δικά της αριστουργήματα για γυναίκες με προσωπικότητα και όραμα.

Οι σπουδές της στην αρχιτεκτονική ήταν μονόδρομος, αν και, όπως μου εξομολογήθηκε, πέρασε πολύ ωραία στο Πολυτεχνείο: «Σχεδόν όλοι στην οικογένεια της μητέρας μου είναι αρχιτέκτονες και αυτό που έβλεπα στα αρχιτεκτονικά γραφεία, οι μακέτες, τα σκίτσα, ήταν κάτι τόσο δημιουργικό, που έμοιαζε με όνειρο για εμένα. Ήθελα να το κάνω. Πέρασα στο Μετσόβιο, το τελείωσα και ομολογώ ότι οι σπουδές εκεί ήταν πολύ ωραίες. Απλώς, εμένα από μικρή μού άρεσε πάντα το ρούχο. Αφού αποφοίτησα, έτυχε να κάνω κάποιες δουλειές που είχαν να κάνουν πολύ με το ύφασμα και το ρούχο».

Παράλληλα, θυμάται τις πρώτες φορές που συνδύασε την αρχιτεκτονική με τη μόδα: «Είχα κάνει το περίπτερο του Δήμου Αθηναίων για την Εβδομάδα Μόδας στο Ζάππειο, που ήταν μια τεράστια φούστα, και μέσα ήταν κρεμασμένα σε T-shirts τα προγράμματα του Δήμου. Αργότερα, σε άλλο project, είχα φτιάξει μια υφασμάτινη οροφή για ένα ξενοδοχείο στη Μύκονο. Πάντα έπαιζα με το ύφασμα στις κατασκευές που έκανα και ήθελα πολύ να συνεχίσω τις σπουδές μου στην Αμερική, όπως έκαναν και πολλοί από τους συμφοιτητές μου. Έτσι, μεταξύ άλλων, έδωσα εξετάσεις και για το Parsons, όπου και με δέχτηκαν. Βέβαια, για όσους με ξέρουν, αυτό τότε ήταν μια τρέλα».

Σε μια πολύ προσωπική στιγμή μού μίλησε για την απώλεια των γονιών της και μου εξομολογήθηκε ότι μεγάλωσε χωρίς τη μητέρα της: «Έχασα τη μαμά μου όταν ήμουν 5 χρονών. Δυστυχώς, όταν με δέχτηκαν στο Parsons και έπρεπε να φύγω για την Αμερική, ο μπαμπάς μου ήταν πάρα πολύ άρρωστος. Παρ’ όλα αυτά, με παρότρυνε να πάω και, μάλιστα, το πρώτο εξάμηνο, που εκείνος δεν ήταν καθόλου καλά, μου είπε να φύγω. Στο δεύτερο εξάμηνο πήρα αναβολή και γύρισα για να είμαι δίπλα του. Με βοήθησε πολύ η Αμερική στο να διαχειριστώ την κατάσταση. Ειδικά όταν τον έχασα, μπόρεσα να πάρω κάποια απόσταση, και αυτό με βοήθησε στο πένθος.»

Παράλληλα, θυμάται ότι, όσο ήταν μικρή, ο μπαμπάς της ήταν υπερπροστατευτικός, αλλά πάντα υποστηρικτικός απέναντί της: «Ήμασταν σαν φίλοι. Ήθελε πολύ να με βλέπει χαρούμενη και να κάνω τα πράγματα που θέλω. Είχα μεγάλη ελευθερία, αλλά από την άλλη υπήρχε και το υπερπροστατευτικό στοιχείο.»

Οι σπουδές στο Parsons και η πρώτη της δουλειά στη μόδα

Όταν έφτασε στο πανεπιστήμιο στην Αμερική και την έβαλαν να ράψει, μου περιγράφει πώς ένιωσε που, ως απόφοιτη του Πολυτεχνείου, έπρεπε να μάθει να ράβει: «Συνειδητοποίησα πολλά πράγματα στο Parsons. Αρχικά, από την πρώτη μέρα καθίσαμε σε ραπτομηχανή, κάτι που οι σχολές στην Ελλάδα δεν κάνουν. Δεν πας πουθενά αν δεν ξέρεις να ράβεις. Για εμένα αυτό τότε ήταν περίεργο, γιατί είχα πτυχίο αρχιτεκτονικής και έπρεπε ξαφνικά να καθίσω σε ραπτομηχανή. Στη συνέχεια, όμως, κατάλαβα πόσο σημαντικό ήταν. Ακόμη και σήμερα υπάρχουν πολλοί σχεδιαστές στην Ελλάδα που ούτε να ράβουν ξέρουν ούτε να σχεδιάζουν, αλλά είναι καταπληκτικοί επιχειρηματίες.»

Η πρώτη της δουλειά ήταν στη Νέα Υόρκη, σε μεγάλο οίκο μόδας, γεγονός που τη βοήθησε να εξελίξει όσα είχε μάθει στο πανεπιστήμιο: «Αφού αποφοίτησα, δούλεψα για τον σχεδιαστή Victor de Souza στη Νέα Υόρκη και εκεί έμαθα πραγματικά πολλά πράγματα. Αυτές οι σπουδές στην Αμερική κοστίζουν πολλές χιλιάδες ευρώ τον χρόνο και οι δικές μου σπουδές συνέπεσαν με την ασθένεια του πατέρα μου. Έτσι, αξιοποίησα κάποια μαθήματα που ήταν κοινά με το Μετσόβιο και ολοκλήρωσα τις σπουδές μου σε έναν χρόνο αντί για δύο, που ήταν η κανονική διάρκεια του προγράμματος. Αυτό, όμως, μου στέρησε πολύτιμο χρόνο στη σχολή. Είχα πολλά κενά στο πατρόν και τη ραπτική, τα οποία κάλυψα με την πρακτική εξάσκηση, όταν ξεκίνησα να δουλεύω επαγγελματικά στον χώρο της μόδας και του ενδύματος.»

Σύντομα αφήνει τη Νέα Υόρκη και πηγαίνει με τον σύζυγο της στο Λονδίνο: «Λίγο μετά αφότου πήγα στο Λονδίνο έμεινα έγκυος και κάπως έτσι αποφάσισα να κάνω το δικό μου brand, με τη σκέψη ότι θα είναι κάτι δικό μου και θα μπορώ να είμαι περισσότερο με την κόρη μου. Βέβαια στην πραγματικότητα όταν ξεκινάς δική σου επιχείρηση μπορεί να καταλήξεις να δουλεύεις όλη μερά. Θυμάμαι ότι τότε την πρώτη μου συλλογή την είχα ράψει μόνη μου και την παρουσίασα σε fashion show στην Ελλάδα.»

To AutoCAD από την αρχιτεκτονική στη μόδα

Για την έμπνευση πίσω από το laser-cut: «Επειδή εγώ ζοριζόμουν με το πατρόν βρήκα μια μέθοδο να κάνω τα σχέδια με AutoCAD που το γνώριζα από το Μετσόβιο. Έτσι μου ήρθε μια ιδέα να δοκιμάσω να κάνω ένα φόρεμα για τη διπλωματική μου, που μάλιστα ήθελα να μπει στα καλύτερα της σχολής. Έκανα ένα φουσκωτό φόρεμα όλο laser- cut και μετά κόλλησα. Μου φαινόταν πολύ ενδιαφέρον και έξυπνο σαν τεχνοτροπία το ότι δε χρειάζεται ράψιμο το ρούχο.»

«Η αρχιτεκτονική με έχει επηρεάσει πάρα πολύ στη μόδα. Είναι και πολλοί συμφοιτητές μου που άλλαξαν πορεία και έγιναν σκηνογράφοι, σχεδιαστές επίπλων, σχεδιαστές κοσμημάτων. Η αρχιτεκτονική σου χτίζει μια φοβερή αισθητική και σου δίνει πολλές διεξόδους να χρησιμοποιήσεις αυτά τα εργαλεία σε διαφορετικές μορφές του design

Η αρχιτεκτονική με έχει επηρεάσει πάρα πολύ στη μόδα

 

Γνωρίζοντας ότι έχει ταξιδέψει πολύ και έχει ζήσει σε χώρες με διαφορετκή κουλτούρα και αγοραστικά κοινά τη ρώτησα πώς την επηρέασε όλο αυτό στη δουλειά της: «Η επαφή με το εξωτερικό με επηρέασε πολύ θετικά. Το να έχεις δει μεγάλα μουσεία, σπουδαίους καλλιτέχνες, να έχεις παρακολουθήσει διεθνείς εβδομάδες μόδας είναι πολύ βοηθητικό και σου δίνει πηγές έμπνευσης. Για παράδειγμα στο Ντουμπάι με είχε εντυπωσιάσει η αμπάγια, η οποία ήταν ο λόγος που έχω αποενοχοποιηθεί τελείως με τα συνθετικά υφάσματα. Οι μπούργκες γίνονται από υφάσματα με μεγάλο ποσοστό συνθετικού και αυτό συμβαίνει ουσιαστικά για να απωθούν τη ζέστη. Οπότε το γεγονός ότι το laser-cut απαιτεί να είναι έστω και 30% συνθετικό το ύφασμα εμένα δε με ενοχλεί καθόλου, γιατί έχω βρει καταπληκτικά υφάσματα από εκεί, που δεν έχουν καμία σχέση με το κλασικό συνθετικό που έχουμε στο μυαλό μας στην Ελλάδα. Γνώρισα ουσιαστικά νέες τεχνολογίες γιατί για να γίνουν αυτά τα υφάσματα απαιτείται συγκεκριμένη τεχνογνωσία.»

«Το DNA του brand Myrto Dramountani είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την καινοτομία: «Η ταυτότητα του brand μου είναι ταυτόσημη με το πρωτοποριακό και στόχος μου είναι να αλλάξω σταδιακά τον τρόπο με τον οποίο οι γυναίκες βλέπουν τα ρούχα τους. Για παράδειγμα, να αντικαταστήσω κάποια ρούχα που έχουν θεμελιωθεί με συγκεκριμένη μορφή, όπως το νυφικό που δημιουργώ εγώ, το οποίο είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από τη δαντέλα και τους κρυστάλλους. Θέλω η γυναίκα να τολμήσει να φορέσει κάτι τελείως διαφορετικό από αυτό που έχει συνηθίσει.»

Η Μυρτώ μου αποκαλύπτει τις γυναίκες που θαυμάζει, εκείνες για τις οποίες σχεδιάζει και είναι οι μούσες της: «Τη γυναίκα που φοράει τα ρούχα μου τη φαντάζομαι επιτυχημένη και δυναμική. Όχι απαραίτητα επαγγελματικά, μπορεί να είναι μια φανταστική μαμά για παράδειγμα. Αλλά με ενδιαφέρουν οι γυναίκες με όραμα, που δεν έχουν παραιτηθεί.»

Με ενδιαφέρουν οι γυναίκες με όραμα, που δεν έχουν παραιτηθεί

 

Μητρότητα και καριέρα

Η Μυρτώ Δραμουντάνη ξεκίνησε το δικό της brand λίγο αφότου γέννησε την κόρη της. Όμως, πόσο εύκολο είναι τελικά για μια γυναίκα να συνδυάσει την καριέρα με τη μητρότητα; Η ίδια μου απαντά πως γίνεται, αλλά υπό προϋποθέσεις: «Αν υπάρχει ένα υποστηρικτικό περιβάλλον, μπορεί να γίνει. Εγώ, για παράδειγμα, στο Λονδίνο, όπου ήμουν μόνη μου και δεν ήθελα να αφήσω το μωρό με νταντά όλη μέρα, καθόμουν εγώ μαζί του. Αν έχεις μια φοβερή μαμά ή πεθερά, έναν δικό σου άνθρωπο που μπορεί να σε βοηθήσει και το παιδί να βρίσκεται σε οικείο περιβάλλον, είναι πιο εύκολο. Επίσης, έχω πολλές οικογένειες στο σχολείο των παιδιών μου όπου οι μπαμπάδες μένουν στο σπίτι με τα παιδιά, γιατί οι γυναίκες βγάζουν περισσότερα χρήματα και μπορούν να υποστηρίξουν καλύτερα την οικογένεια.»

Για τα παιδιά σήμερα και τις προκλήσεις που έχει να αντιμετωπίσει μια μητέρα, αναφέρει: «Τα περισσότερα παιδιά σήμερα έχουν πολλές παροχές και αυτό είναι καλό. Οι μπαμπάδες ασχολούνται περισσότερο απ’ ό,τι παλιά, κάτι επίσης πολύ θετικό. Κάθε εποχή έχει τις δυσκολίες της, έτσι και η δική μας. Αυτό που με προβληματίζει είναι η τόσο μεγάλη έκθεση στην τεχνολογία. Από τη μία το βρίσκω πολύ καλό, γιατί παίρνουν πολλή πληροφορία, από την άλλη όμως πρέπει να υπάρχει μέτρο και έλεγχος. Γιατί δεν μπορώ να ελέγξω πλήρως σε τι πληροφορίες εκτίθενται οι κόρες μου και αυτό είναι πολύ τρομακτικό. Με εκνευρίζει να βλέπω μικρά κορίτσια να αγοράζουν καλλυντικά επειδή το έχουν δει στο TikTok. Εκτός των άλλων, είναι επικίνδυνο.»

Παράλληλα μοιράζεται μαζί μου τις δυσκολίες που έχει αντιμετωπίσει αυτά τα χρόνια που βρίσκεται στη μόδα λέγοντας ότι: «Έχω αλλάξει πολλές χώρες σε λίγα χρόνια και κάθε φορά έπρεπε να προσαρμόζομαι σε νέες αγορές. Οι περισσότεροι Έλληνες σχεδιαστές πασχίζουν στην αγορά της Ελλάδας. Ίσως οι Έλληνες ως καταναλωτές προτιμούν να δίνουν τα χρήματα τους σε άλλα πράγματα όπως η εστίαση ή το θέατρο, αλλά όχι στη μόδα και τα ρούχα».

Τέλος αναφορικά με τα μελλοντικά της σχέδια: «Στα επόμενα βήματα μου θέλω να ενισχύσω το custom κομμάτι, ειδικά για όσες μπορεί να μην καλύπτονται από τα κλασικά νούμερα, και φυσικά θέλω να εστιάσω στο νυφικό, που μου αρέσει πολύ και θέλω να δείξω στις γυναίκες ότι μπορεί να είναι κάτι διαφορετικό από αυτό που έχουν στο μυαλό τους, πιο σύγχρονο, ραμμένο πάνω τους.»

Σχετικά άρθρα