«Η προστασία της μητρότητας είναι δείκτης πολιτισμού» – Κι όμως, ο πρώορος τοκετός δεν θεωρείται ανωτέρα βία σε ένα δικαστήριο

«Η προστασία της μητρότητας είναι δείκτης πολιτισμού» – Κι όμως, ο πρώορος τοκετός δεν θεωρείται ανωτέρα βία σε ένα δικαστήριο

Πώς και κατά πόσο αναγνωρίζεται στην πράξη η μητρότητα μέσα στο δικαστικό σύστημα;

Περιεχόμενα

Το ζήτημα της ανωτέρας βίας στη νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων επανήλθε δυναμικά στο προσκήνιο με αφορμή την απόφαση 132/2026 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Η υπόθεση αναδείχθηκε από τον πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιά, Ηλία Κλάππα, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις τόσο σε νομικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο.

Στην επίμαχη περίπτωση, το δικαστήριο έκρινε ότι ο πρόωρος τοκετός δικηγόρου και η νοσηλεία του νεογνού της σε Μονάδα Εντατικής Νοσηλείας, λίγες ημέρες πριν από τη δικάσιμο, δεν συνιστούν λόγο ανωτέρας βίας. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο κ. Κλάππας, «Η πρόσφατη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, με την οποία κρίθηκε ότι ο πρόωρος τοκετός μιας δικηγόρου και η εισαγωγή του νεογνού τέκνου της στη Μονάδα Εντατικής Νοσηλείας τρεις ημέρες πριν τη δικάσιμο του Εφετείου Πειραιά στην οποία δεν μπόρεσε να παρασταθεί, δεν συνιστά λόγο ανωτέρας βίας, δημιουργεί σοβαρότατο προβληματισμό τόσο σε ανθρώπινο όσο και σε νομικό επίπεδο».

Γενικά, ως ανωτέρα βία θεωρείται κάθε απρόβλεπτο και αναπότρεπτο γεγονός, είτε φυσικό είτε οφειλόμενο σε ανθρώπινη ενέργεια, που δεν μπορεί να αποτραπεί ακόμη και με μέτρα άκρας επιμέλειας. Η νομολογία έχει δεχθεί ως τέτοιες περιπτώσεις αιφνίδιες σοβαρές ασθένειες, ακραία καιρικά φαινόμενα ή προβλήματα μετακίνησης, ακόμη και περιστατικά όπως δηλητηρίαση ή απώλεια αισθήσεων. Ωστόσο, στη συγκεκριμένη υπόθεση, το δικαστήριο έθεσε αυστηρότερα όρια ως προς το τι συνιστά αντικειμενική αδυναμία.

Η υπόθεση

Η υπόθεση ξεκίνησε το 2022 με αγωγή εταιρείας, η οποία απορρίφθηκε το 2023. Η εταιρεία άσκησε έφεση, αλλά κατά τη δικάσιμο του 2025 δεν εκπροσωπήθηκε, με αποτέλεσμα την απόρριψή της λόγω ερημοδικίας. Στη συνέχεια, ζήτησε την ακύρωση της απόφασης, επικαλούμενη ανωτέρα βία στο πρόσωπο της δικηγόρου της, η οποία είχε γεννήσει πρόωρα και βρισκόταν σε ιδιαίτερα επιβαρυμένη κατάσταση.

Παρά τα επιχειρήματα αυτά, το δικαστήριο έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε επαρκώς η αδυναμία της να μεριμνήσει για την υπόθεση, τονίζοντας ότι θα μπορούσε να ενημερώσει συνεργάτες ή τον εντολέα της. Στο σκεπτικό επισημαίνεται ότι τέτοιες ενέργειες ήταν «αναμενόμενες από το μέσο συνετό δικηγόρο, στις οποίες εκείνη δεν προέβη».

Η απόφαση προκάλεσε έντονη αντίδραση και από τον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, ο οποίος εξέφρασε σοβαρό προβληματισμό για την κατεύθυνση που διαμορφώνεται στη νομολογία ως προς την έννοια της ανωτέρας βίας και την αντιμετώπιση ζητημάτων υγείας και οικογενειακής ζωής των δικηγόρων. Όπως επισημαίνεται, το δικαστήριο δεν θεώρησε ότι η πρόσφατη γέννηση, η νοσηλεία του νεογνού και η επιβαρυμένη σωματική και ψυχολογική κατάσταση της δικηγόρου επαρκούν για τη θεμελίωση ανωτέρας βίας, παρότι αυτή ήταν κλινήρης και εμπύρετη.

Στην απάντησή του, ο ΔΣΑ υπογράμμισε ότι «παραγνωρίζει τις ψυχολογικές και σωματικές συνέπειες που επιφέρει η κατάσταση της λοχείας (όταν την ίδια ώρα άλλες διατάξεις λαμβάνουν αυτή υπόψιν τους ως λόγο μειωμένου καταλογισμού) και ταυτόχρονα εγείρει σοβαρούς προβληματισμούς αναφορικά με την αντιμετώπιση της γυναίκας – μητέρας δικηγόρου κατά την ενάσκηση των καθηκόντων της ως συλλειτουργός της δικαιοσύνης».

Στο πλαίσιο αυτό, το Διοικητικό Συμβούλιο του ΔΣΑ τονίζει την ανάγκη οι δικαστικές αποφάσεις να λαμβάνουν υπόψη την ανθρώπινη διάσταση του δικηγορικού λειτουργήματος και να αναγνωρίζουν ότι η προστασία της μητρότητας και της υγείας αποτελεί θεμελιώδη αρχή του δικαίου. Παράλληλα, προαναγγέλλει πρωτοβουλίες για την τροποποίηση των Κωδίκων, ώστε η κύηση, ο τοκετός και ιδίως η λοχεία να μπορούν, υπό προϋποθέσεις, να αναγνωρίζονται ως λόγοι που προσεγγίζουν ή και θεμελιώνουν κατάσταση ανωτέρας βίας.

Στο ίδιο πνεύμα προβληματισμού, νομικοί επισημαίνουν και τη θεσμική διάσταση του ζητήματος. Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο δικηγόρος Αθηνών και ταμίας της ΕΑΝΔΑ, Γιώργος Χ. Κίτης:

«Η πρόσφατη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά είναι ένα καμπανάκι για το πώς και κατά πόσο αναγνωρίζεται στην πράξη η μητρότητα μέσα στο δικαστικό σύστημα.

Όταν ένας πρόωρος τοκετός και η νοσηλεία νεογνού σε ΜΕΝΝ δεν θεωρούνται αρκετά για να αναγνωριστεί η πραγματικότητα μιας γυναίκας, τότε μιλάμε για ένα βαθιά θεσμικό προβλημα. Η κύηση, ο τοκετός και η λοχεία δεν είναι «παρένθεση» στην επαγγελματική ζωή μιας γυναίκας, ούτε μια διαχειρίσιμη ενόχληση που χωράει σε deadlines και δικάσιμους. Η μητρότητα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως εξαίρεση που πρέπει να προσαρμοστεί στους κανόνες, αλλά ως μια θεμελιώδης κοινωνική συνθήκη που οι κανόνες οφείλουν να σέβονται. Αυτό δεν αφορά μόνο τη συγκεκριμένη υπόθεση, αλλά το πώς αντιλαμβανόμαστε τη θέση της γυναίκας στους θεσμούς γενικότερα.

Ο δικηγόρος είναι συλλειτουργός της δικαιοσύνης, αλλά πριν από αυτό είναι άνθρωπος. Και όταν πρόκειται για μια γυναίκα που βιώνει μια τόσο οριακή εμπειρία, η απουσία κατανόησης είναι επιλογή. Η προστασία της μητρότητας είναι δείκτης πολιτισμού».

Σχετικά άρθρα