Κερδίζει όποιος μιλάει περισσότερο;
Το oversharing ως κοινωνικό νόμισμα.
Στον κόσμο των social media, κάθε μας κίνηση, συναίσθημα, ακόμη και η πιο μικρή λεπτομέρεια της καθημερινότητας έχει τη δυνατότητα να μετατραπεί σε δημόσιο γεγονός. Από τη φωτογραφία με τον πρωινό καφέ και τη διαδρομή προς τη δουλειά, μέχρι το ότι ανεβάσαμε πυρετό και το περιεχόμενο της τσάντας μας, όλα μετατρέπονται σε αφήγηση, προσβάσιμη σε ένα αόρατο κοινό. Η ερώτηση που προκύπτει είναι απλή και ταυτόχρονα ανησυχητική: σε μια κοινωνία που επιβραβεύει την υπερβολική κοινοποίηση, όποιος μιλάει περισσότερο, κερδίζει;
Η καθηγήτρια κοινωνιολογίας και μελετήτρια των ψηφιακών συμπεριφορών Sherry Turkle παρατηρεί ότι οι πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης έχουν δημιουργήσει μια νέα μορφή δημόσιου αυτοελέγχου: «Οι άνθρωποι δεν μοιράζονται πλέον μόνο για να εκφραστούν. Μοιράζονται για να υπάρξουν, για να επιβεβαιώσουν ότι κάποιος τους βλέπει, ότι οι ζωές τους έχουν σημασία στον αλγόριθμο των άλλων». Με άλλα λόγια, η ίδια η ύπαρξη γίνεται συνώνυμη με την ορατότητα.
Σε αυτό το πλαίσιο, το oversharing λειτουργεί ως κοινωνικό νόμισμα. Και όπως συμβαίνει με οποιοδήποτε νόμισμα, η αξία του καθορίζεται από την ανταλλαγή. Κάθε like, share ή σχόλιο λειτουργεί σαν μικρό αντίτιμο, ένας τρόπος μέτρησης της ύπαρξης μας, όπως διαγράφεται ψηφιακά. Η ψυχολογία πίσω από αυτό είναι περίπλοκη. Ο καθηγητής ψυχολογίας Adam Alter από το NYU υπογραμμίζει ότι η συνεχής επιβεβαίωση μέσω των κοινωνικών δικτύων ενισχύει τον ντοπαμινεργικό κύκλο: «Κάθε ειδοποίηση λειτουργεί σαν μικρό βραβείο. Δεν ανταμείβεται η ζωή που ζούμε, αλλά η ζωή που επιδεικνύουμε». Η ζωή γίνεται performance και το κοινό, ανώνυμο ή όχι, η κριτική επιτροπή.
Σε κάθε πλατφόρμα, οι χρήστες επιδίδονται σε ένα αγώνα διανομής δεδομένων από κάθε τομέα της ζωής τους. Του γούστου και των επιθυμιών, των φόβων και των αποτυχιών, του χαρακτήρα και των σχέσεων τους. Λογαριασμοί που μοιράζονται ανοιχτά προσωπικές ιστορίες συχνά έχουν μεγαλύτερη αλληλεπίδραση από επαγγελματικά brands. Οι χρήστες φαίνεται να επιβραβεύουν εκείνους που δεν φοβούνται να εκτεθούν, που επιτρέπουν στον ψηφιακό τους εαυτό να είναι «διάτρητος», ανοιχτός σε παρατήρηση και κριτική.
Υπάρχει κάτι που θυμίζει το voyeurism, την τάση που εμφανίστηκε στις ευρωπαϊκές κοινωνίες του 1800 και συνδέθηκε με την παρατήρηση της ιδιωτικής ζωής των άλλων ως μορφή αισθητικής ή ψυχολογικής απόλαυσης. Στην εποχή της δικτύωσης και της εικόνας, η τάση επανέρχεται αλλιώς. Τώρα όλοι μοιράζουν απλόχερα τις πληροφορίες της ζωής τους και όλοι παρακολουθούν με προσήλωση τις πληροφορίες των άλλων, σαν πρωταγωνιστές και θεατές ταυτόχρονα της ίδιας παράστασης. Δεν είναι απλώς κουτσομπολιό, είναι μια αίσθηση δύναμης ή ελέγχου που έρχεται μέσα από το μοίρασμα και τη θέαση εικονικών πραγματικοτήτων. Ο ένας «αδιαφορεί για τον άλλο», αλλά ταυτόχρονα ελκύεται από την αίσθηση της αποκάλυψης και της διαθεσιμότητας των δεδομένων του.
Το πολιτισμικό φαινόμενο του oversharing έχει ευρύτερες κοινωνικές συνέπειες. Η δημόσια αποκάλυψη της ασθένειας, της εργασιακής πίεσης, ακόμη και των διακοπών ή της ψυχαγωγίας, δημιουργεί ένα περιβάλλον όπου η προσωπική ζωή δεν είναι πλέον προσωπική. Η κοινωνία μας ωθεί να τοποθετούμε την παρουσία μας σε συνεχή σύγκριση με τους άλλους, μετατρέποντας κάθε δραστηριότητα σε επίδειξη. Τα timelines λειτουργούν σαν καθρέφτες, όπου η αληθινή ζωή συχνά αντικαθίσταται από curated στιγμές. Ο βαθμός στον οποίο εμφανιζόμαστε στον ψηφιακό κόσμο γίνεται μέτρο της κοινωνικής μας αναγνώρισης.
Τα ερωτήματα που προκύπτουν δεν είναι απλά θεωρητικά. Τι συμβαίνει σε μια κοινωνία όπου η ιδιωτικότητα θεωρείται αμαρτία και η ορατότητα προαπαιτούμενο της ύπαρξης; Πώς επηρεάζει την ψυχολογία των νέων ανθρώπων, που μαθαίνουν από μικρή ηλικία ότι η αξία τους κρίνεται από το engagement που παράγουν; Ειδικοί προειδοποιούν ότι το oversharing μπορεί να οδηγήσει σε υπερβολικό άγχος, συναισθηματική εξάντληση και αλλοίωση της αίσθησης της αυτονομίας. Ζούμε σε μια εποχή όπου η κοινωνική ανταμοιβή αντικαθιστά την προσωπική επιβεβαίωση, και η διαφάνεια της ζωής μας μετατρέπεται σε κοινωνικό νόμισμα που απαιτεί συνεχή πληρωμή με likes, σχόλια και κοινοποιήσεις.
Υπάρχει όμως και η άλλη όψη του νομίσματος. Η ανοιχτή δημοσιοποίηση των εμπειριών μας μπορεί να δημιουργήσει κοινότητες, να συνδέσει ανθρώπους με παρόμοια βιώματα και να προσφέρει ένα παράθυρο σε καταστάσεις που διαφορετικά θα παρέμεναν αόρατες. Οι κοινωνιολόγοι συμφωνούν ότι η διαφάνεια και η κοινοποίηση δεν είναι μόνο ατομική ανάγκη, είναι ένας τρόπος να πειραματιζόμαστε με την κοινωνική μας ταυτότητα και να ελέγχουμε την αφήγηση για τον εαυτό μας.
Σε κάθε περίπτωση, το oversharing δεν είναι απλώς μόδα ή ψηφιακή εμμονή. Είναι πολιτισμικό καθρέφτισμα μιας εποχής όπου η ύπαρξη, η αξία και η κοινωνική αναγνώριση συνδέονται άμεσα με το πόσο εκτεθειμένοι είμαστε. Η ζωή μας γίνεται συλλογή δεδομένων και κάθε λεπτομέρεια, από το τι τρώμε μέχρι τα μικρά μας άγχη, έχει τη δυνατότητα να μετρηθεί, να αξιολογηθεί και να συγκριθεί.
Η ερώτηση, βέβαια, παραμένει: όποιος μιλάει περισσότερο, κερδίζει; Ή απλώς φαίνεται να υπάρχει, σε έναν κόσμο που μαθαίνει να βλέπει και να ακούει, αλλά όχι πάντα να καταλαβαίνει; Θα πόνταρα στο δεύτερο, αλλά από την άλλη, ποιος είπε ότι χρειάζεται το κοινό να καταλαβαίνει; Το περιεχόμενο που διακινούμε δεν απαιτεί κατανόηση, είναι απλώς για κατανάλωση. Για την ακρίβεια, το καταπίνουμε και δεν προλαβαίνουμε ούτε να το χωνέψουμε.