Αυτό το βιβλίο θα σε κάνει να δεις τα ’80s αλλιώς
«Blade Runner»

Αυτό το βιβλίο θα σε κάνει να δεις τα ’80s αλλιώς

Ο κριτικός κινηματογράφου Δημήτρης Κολιοδήμος σταχυολογεί τις 101 ταινίες που στιγμάτησαν μία από τις πιο πληθωρικές δεκαετίες του 20ου αιώνα.

Για κάθε σινεφίλ που είναι υπερβολικά σίγουρος για τις γνώσεις του υπάρχει ένα βιβλίο να τον διαψεύσει. Ο πολύπειρος Δημήτρης Κολιοδήμος έχει αρκετά από αυτά, με τον κριτικό και συγγραφέα να προσθέτει ένα ακόμα στη βιβλιογραφία του με τίτλο «101 Ταινίες της Δεκαεατίας του ’80» (εκδ. Αιγόκερως).

Δες περισσότερα άρθρα μας στις αναζητήσεις
Πρόσθεσε το ΚΛΙΚ στη Google

Ο τόμος που κυκλοφορεί καλύπτει εκτενώς τις σημαντικότερες παραγωγές της περιόδου, σκιαγραφώντας μια εποχή που ο κινηματογράφος διένυε μια εποχή παρατεταμένης ακμής και ταυτόχρονα, διένυε ένα μεταβατικό στάδιο όσον αφορά την εμπορικότητά του. Η δημοφιλία των βιντεοκασετών έπαιξε καθοριστικό ρόλο ως προς αυτό, αλλά και ο τρόπος που το Χόλιγουντ συνέχεια να επινοεί τις αφηγήσεις που έλκυαν το ευρύ κοινό στις σκοτεινές αίθουσες. Αλλά καλύτερα, για το πως προέκυψε η εν λόγω έκδοση ας μας πει ο ίδιος ο Δημήτρης Κολιοδήμος που μας παραχώρησε ευγενικά την εισαγωγή του βιβλίου του.

Μπλε Βελούδο Blue Velvet
«Μπλε Βελούδο»

Η εισαγωγή στις «101 Ταινίες της Δεκαετίας του ’80»:

«Η ιδέα γι’ αυτό το βιβλίο προήλθε από έναν αγαπητό συνάδελφο. Ήταν αρχές Ιουλίου, σε κάποια δημοσιογραφική προβολή, απ’ αυτές που παρακολουθούν σχεδόν καθημερινά όσοι γράφουν σε επαγγελματική βάση για τις “ταινίες της εβδομάδας”, όταν μου ζητήθηκε η συνδρομή μου σε δύο έντυπα κινηματογραφικά “αφιερώματα”: Το ένα (θα) αφορούσε τις αγαπημένες ταινίες της τελευταίας 25ετίας και το άλλο τις αγαπημένες ταινίες της δεκαετίας του ’80. Για το πρώτο, ο Γιάννης Ζουμπουλάκης μου είχε ζητήσει να αναφερθώ συνοπτικά, με 100 λέξεις, σε 3 ταινίες γυρισμένες τον αιώνα που διανύουμε. για το δεύτερο, η συνοπτική αναφορά έπρεπε να είναι με 250 λέξεις, σε 5 το πολύ ταινίες των 80s. Το πρώτο αφιέρωμα δημοσιεύθηκε ένα μήνα και κάτι αργότερα, το Σάββατο 9 Αυγούστου 2025, με τίτλο “Οι καλύτερες ταινίες του 21ου αιώνα”, και καταλάμβανε 7 σελίδες της εφημερίδας Τα Νέα, παραθέτοντας τις απόψεις 12 ανθρώπων του κινηματογράφου. το δεύτερο δεν έχει δημοσιευθεί ακόμα…

Σ’ αυτό το δεύτερο, είχα απαντήσει στο ερώτημα του Γιάννη, με το παρακάτω κείμενο: “Εν αρχή είναι το… μέλλον! Στον θαυμαστό κόσμο του Μπλέηvτ ράvvερς: Ομάδες εξόντωσης (1982) ειδικές μονάδες συνταξιοδοτούν τα ρoμπότ-δραπέτες των αποικιών του Διαστήματος, που επιστρέφουν στην απαγορευμένη γι’ αυτά Γη, και ο Ρίvτλεϊ Σκoτ εναρμονίζεται πλήρως με τη μελαγχολία του μεταπoλεμικoύ φιλμ-voυάρ, για να περιγράψει το αδιέξοδο της καπιταλιστικής κοινωνίας και να δώσει την παρακμή του αυριανού κόσμου. Μετά, το Μπλε βελούδο (1986), με τέσσερα πρόσωπα και ισάριθμες αντιλήψεις για τη ζωή να εμπλέκονται σε μία αλλόκοτη περιπέτεια απαγωγών, εμπορίας ναρκωτικών, σαδoμαζoχιστικoύ έρωτα και φόνων, και τον Ντέιβιvτ Λιvτς να καταδύεται σ’ έναν παράλογο και τρομακτικό κόσμο, όπου η αθωότητα συμβαδίζει με τον κυνισμό και το μυστήριο με τον αισθησιασμό. Ακολουθεί το Πολύ σκληρός για να πεθάνει (1988), με τον Τζον Μακ Τίρναν να αναπαριστά δεξιοτεχνικά το παιχνίδι “τρομοκράτες και αστυνόμοι” στο εσωτερικό ενός ουρανοξύστη, και τον κλασικό ατομιστή ήρωα των ταινιών δράσης να έρχεται αντιμέτωπος με τους πάνοπλους άνδρες μιας τρομοκρατικής ομάδας. Έπεται το Ms. 45: Ο άγγελος της βίας (1981), όπου μία γυναίκα βλέπει τη βία ως μοναδικό μέσο αντίδρασης στις ανδρικές σεξουαλικές ενοχλήσεις, μεταβάλλεται σε άγρια φόνισσα και δολοφονεί κάθε επιθετικό αρσενικό που συναντά μπροστά της – ένα κατάμαυρο αριστούργημα με την υπογραφή του Έιμπελ Φεράρα. Και η πεντάδα των ταινιών που αγάπησα από τη δεκαετία του ’80 συμπληρώνεται με την Ο ταχυδρόμος χτυπάει πάντα δυο φορές! (1981), αριστοτεχνικό ριμέικ ενός κλασικού φιλμ-νουάρ από τον Μπομπ Ράφελσον. Στην Αμερική του μεσοπολέμου και της οικονομικής κρίσης, στην απελπισμένη επιθυμία για ανθρώπινη επαφή σ’ έναν κόσμο εχθρικό, καραδοκεί η μοίρα”.

Die Hard Πολύ Σκληρός για να Πεθάνει
«Πολύ Σκληρός για να Πεθάνει»

Δεν τον είχα ρωτήσει “γιατί επέλεξες τη δεκαετία του ’80;” και εξακολουθώ να έχω την απορία: Γιατί τα 80s και όχι τα 50s ή τα 70s, για παράδειγμα; Τα τελευταία 25 χρόνια έχουν ένα σημείο αναφοράς: Την αρχή του αιώνα μας. Η δεκαετία του ’80, όπως και κάθε άλλη δεκαετία του 20ού αιώνα, δεν έχει. Είναι μία επιλογή λίγο-πολύ αυθαίρετη, παρόλο που σ’ αυτήν μπορεί να υπάρχουν ένα ή περισσότερα στοιχεία που την διαφοροποιούν σημαντικά και από κάποια προηγούμενή της και από μία επόμενή της.

Για την Ελλάδα, ωστόσο, και μιλώντας πολιτικά, η δεκαετία του ’80 ήταν η δεκαετία της “αλλαγής”. Στις 18 Οκτωβρίου 1981, το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα είχε κερδίσει τις εκλογές, είχε σχηματίσει κυβέρνηση και ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε γίνει Πρωθυπουργός. Και με την επόμενη νίκη του, στις εκλογές της 2ας Ιουνίου 1985, το ΠαΣοΚ είχε παραμείνει στην κυβέρνηση, συνεχίζοντας το έργο του. Το ΠαΣοΚ, ένα πολιτικό Κίνημα που αγωνιζόταν (όπως ανέφερε η ιδρυτική Διακήρυξή του, της 3ης Σεπτεμβρίου 1974) για “εθνική ανεξαρτησία, λαϊκή κυριαρχία, κοινωνική απελευθέρωση και δημοκρατική διαδικασία”, είχε πέσει το “βρώμικο 89”, λίγο πριν την εκπνοή της δεκαετίας του ’80, μία εποχή γεμάτη ένταση, πόλωση, διχασμό, προκλητικά πρωτοσέλιδα εφημερίδων, απολογίες κατηγορουμένων και καταθέσεις μαρτύρων, πάμπερς και τραπεζικούς λογαριασμούς. Τα θετικά και τ’ αρνητικά αυτής της διακυβέρνησης τα έχει ήδη αποτιμήσει η Ιστορία. Και συνεχίζει να το κάνει…

Κινηματογραφικά (και τεχνολογικά), πάλι, η δεκαετία του ’80 ήταν η δεκαετία του βίντεο. Το φορμά του VHS είχε κυριαρχήσει επί των ανταγωνιστικών του (του Beta και του 2000) και ο κινηματογράφος δεν είχε απλώς μπει μέσα στο ίδιο μας το σπίτι – αυτό είχε γίνει χρόνια πριν, με την εμφάνιση της τηλεόρασης, την ένταξη κινηματογραφικών ταινιών στα προγράμματά της και την ελεύθερη μετάδοσή τους στα ερτζιανά. Είχε μπει και είχε στρογγυλοκαθίσει στο σαλόνι μας, όπου η συσκευή αναπαραγωγής των γραμμένων βιντεοκασετών είχε συνδεθεί με την τηλεόρασή μας κι εμείς βλέπαμε πια όποια ταινία θέλαμε – τρόπως του λέγειν αυτό το “όποια”, μιας κι η επιλογή της ταινίας προϋπέθετε την ύπαρξή της σε βιντεοκασέτα, που μπορούσαμε είτε (συχνότερα) να την ενοικιάσουμε είτε (σπανιότερα) να την αγοράσουμε. Αυτό το τελευταίο ήταν το μεγαλύτερο πλεονέκτημα: Αν θέλαμε, μπορούσαμε να έχουμε την ταινία δική μας, στην προσωπική μας ταινιοθήκη, όπως μέχρι τότε είχαμε ένα βιβλίο (στην βιβλιοθήκη μας), ένα 45άρη ή ένα LP (στη δισκοθήκη μας), και να την δούμε όσες φορές θέλαμε – ακόμη και… καρέ-καρέ! Οι αιθουσάρχες δεν είχαν κανέναν λόγο να είναι ευχαριστημένοι, αλλά οι κινηματογραφόφιλοι έπλεαν σε πελάγη ευτυχίας.

Ms.45
«Ms. 45: Ο Άγγελος της Βίας»

Σε προσωπικό επίπεδο, τέλος, η δεκαετία του ’80 ήταν η κρίσιμη δεκαετία – το σημείο καμπής. Στις αρχές της, είχα ολοκληρώσει τις σπουδές μου και είχα αποκτήσει το πτυχίο του Μαθηματικού από το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, που δεν ήμουν και τόσο σίγουρος ότι ήξερα τι ακριβώς θα το κάνω! Η προοπτική να γίνω καθηγητής στο (εξατάξιο τότε) Γυμνάσιο δεν μου άρεσε καθόλου, μιας και προϋπέθετε διορισμό και μακρά διαμονή εκτός του λεκανοπεδίου Αττικής, κάπου στην επαρχία ή σε κάποιο νησί, χώρια που για τον διορισμό αυτόν, μετά την εγγραφή μου στην “επετηρίδα”, έπρεπε να περιμένω πάνω από δέκα χρόνια. Μπροστά μου άνοιγε ο δρόμος των “ιδιαίτερων μαθημάτων” και του Φροντιστηρίου… δρόμο που πήρα 32 μήνες αργότερα, όταν ολοκλήρωσα και τη θητεία μου στον ελληνικό Στρατό. Αλλά η διαδρομή ήταν μικρή, μόλις 9 μηνών στο Φροντιστήριο, μόλις 2 ετών στα ιδιαίτερα. Ο λόγος, το βίντεο!

Η εμφάνιση του βίντεο στην αρχή της δεκαετίας του ’80, και δεδομένου ότι στη χώρα μας υπήρχαν δύο μόνο τηλεοπτικοί σταθμοί (κι αυτοί δημόσιοι), που μετέδιδαν πρόγραμμα για κάποιες ώρες της ημέρας (από το μεσημεροαπόγευμα μέχρι λίγο μετά τα μεσάνυχτα) οδήγησε σε μία “έκρηξη” της Αγοράς, που επέτρεψε την έκδοση δύο (στην αρχή) ειδικών περιοδικών, αφιερωμένων αποκλειστικά σ’ αυτό το (νέο) μέσο μαζικής επικοινωνίας. Κατά το ένα ήμισυ στο τεχνικό του σκέλος, κατά το άλλο ήμισυ στο… πρόγραμμά του. Κι εγώ, που λάτρευα το σινεμά και είχα αρχίσει να δημιουργώ την προσωπική μου ταινιοθήκη με εγγραφές ταινιών από την τηλεόραση, ξεκίνησα να εργάζομαι σ’ ένα απ’ αυτά: Το TV + Video. Εκείνο με τη μικρότερη απήχηση, μιας και εκδόθηκε δεύτερο, μετά τον Κόσμο του Video, από μία μικρή εκδοτική επιχείρηση, κι εκείνο που έκλεισε πρώτο (απ’ τα δύο αυτά), μιας και στο μεταξύ είχαν κι άλλοι προσπαθήσει να μπουν στον χώρο αυτόν, ανεπιτυχώς.

Δεν ήταν η πρώτη μου δουλειά ως κριτικού κινηματογράφου – είχα ήδη αρχίσει να γράφω σε διάφορα έντυπα, “ειδικά” (διάβαζε, κινηματογραφικά) και μη (ήγουν ποικίλης ύλης ή πολιτικά), από τα τέλη της δεκαετίας του ’70, αλλά ήταν η πρώτη για την οποία αμειβόμουν! Μέχρι τότε, ό,τι έκανα ήταν αφιλοκερδώς προσφερθείσα εργασία, σε… ερασιτεχνική ας πούμε βάση, ενώ το κινηματογραφικό περιοδικό στο οποίο έγινα “διευθυντής”, το βραχύβιο Σινεμά, ήταν έκδοση δική μου κι ενός φίλου, του σκηνοθέτη Μάκη Μωραΐτη, και είχε μικρή πορεία, μιας και χάσαμε το αρχικό μας κεφάλαιο και αναγκαστήκαμε να το κλείσουμε.

Ήμουν πανευτυχής! Είχα κάνει το χόμπι μου επάγγελμα και τα χρήματα που άρχισα να βγάζω από την άσκησή του με έκαναν να αφοσιωθώ σ’ αυτό. Τέρμα πια τα ιδιαίτερα, τέρμα το Φροντιστήριο, τέρμα και η καριέρα του καθηγητή – αυτήν την τελευταία απόφαση θα την έπαιρνα λίγο πριν την εκπνοή της δεκαετίας, όταν είχα ξεκινήσει να δουλεύω και στην (ιδιωτική) τηλεόραση. Η δουλειά μου ως κριτικού κινηματογράφου, που όμως γράφει για τις ταινίες όταν αυτές κυκλοφορούν σε βιντεοκασέτα, συνεχίστηκε με τη μεταπήδηση στη Γραμμή, το γνωστό (τότε) “συγκρότημα Κοσκωτά”, που είχε διευρύνει την παρουσία του στον περιοδικό Τύπο με την έκδοση του περιοδικού TV 3, ενός τηλεοπτικού κατά βάση εντύπου, που όμως κάλυπτε εκτενώς και τον χώρο του βίντεο. Έγραφα για 10-15 ταινίες την εβδομάδα, κάθε βδομάδα, και κάλυπτα κι άλλα θέματα, κινηματογραφικού ενδιαφέροντος, μέχρι που… ξέσπασε το “σκάνδαλο Κοσκωτά” και το περιοδικό ανέστειλε την έκδοσή του, όπως και όλα τα έντυπα της Γραμμής. Ο Κοσκωτάς είχε κάνει το ολέθριο και μοιραίο (γι’ αυτόν) λάθος να περάσει και στον χώρο του ημερήσιου Τύπου, υποτιμώντας τους ανταγωνιστές του, που εν μια νυκτί έγιναν αντίπαλοί του.

Ο Ταχυδρόμος Χτυπάει Πάντα Δύο Φορές
«Ο Ταχυδρόμος Χτυπάει Πάντα Δύο Φορές»

Στο μεταξύ, είχα αρχίσει να γράφω και στον Κόσμο του Video, το πρώτο ειδικό έντυπο για το βίντεο που, λόγω κρίσης, είχε κι αυτό αρχίσει να διαφοροποιείται. Ήταν μία συνεργασία που ολοκληρώθηκε τρία χρόνια αργότερα, όταν οι εκδόσεις Λυμπέρη αναγκάστηκαν να αναστείλουν την έκδοσή του. Μικρό το κακό! Είχα αναλάβει τη στήλη της κινηματογραφικής κριτικής στην ημερήσια αθηναϊκή εφημερίδα Εξόρμηση. Ήταν η πρώτη (και τελευταία) δουλειά μου ως δημοσιογράφου, ενταγμένου στο μισθολόγιο του εντύπου που υπηρετούσα. Όλες οι προηγούμενες, αν και έμμισθες, ήταν με “Δελτίο παροχής υπηρεσιών”, χωρίς τις ασφαλιστικές εισφορές του επαγγελματία συγγραφέα ή δημοσιογράφου, που πολύ αργότερα (τα χρόνια της οικονομικής κρίσης και των μνημονίων) κατάλαβα πόσο πολύτιμες ήταν.

101 κείμενά μου στα παραπάνω έντυπα απαρτίζουν την ύλη του βιβλίου αυτού. Δεν είδα ξανά τις ταινίες για τις οποίες είχα τότε γράψει, με εξαίρεση 5-6 κείμενα που είχαν δουλευτεί για το ιστολόγιο freecinema.gr, με το οποίο συνεργάζομαι τον τελευταίο καιρό, επειδή οι ταινίες αυτές κυκλοφόρησαν στις αθηναϊκές αίθουσες σε επανέκδοση. Είναι κείμενα της πρώτης, ας την ονομάσω έτσι, περιόδου (στο περιοδικό TV + Video), της δεύτερης (στο περιοδικό TV 3) και της τρίτης (στην εφημερίδα Εξόρμηση). Στα οποία, ορισμένες φορές άλλαξαν οι χρόνοι κάποιων ρημάτων (ο άνθρωπος έρχεται στη ζωή και φεύγει απ’ αυτήν), προστέθηκαν οι πρωτότυποι τίτλοι των ταινιών που αναφέρονται και έγιναν κάποιες αναγκαίες συμπληρώσεις στο τέλος, αν οι ταινίες γνώρισαν “συνέχειες” ή γυρίστηκαν “ριμέικ” τους.

Με εξαίρεση 2-3 απ’ αυτά, είναι κείμενα θετικά για τις ταινίες στις οποίες αναφέρονται. Ταινίες που ανήκουν σε διαφορετικά μεταξύ τους είδη, για μερικά από τα οποία κυριαρχεί η (λανθασμένη) εντύπωση ότι είναι είδη που δεν μου αρέσουν… Για να το πω διαφορετικά, είναι κείμενα για ταινίες που αγάπησα –ορισμένες απ’ αυτές τις θεωρώ και πολύ σημαντικές– και που εξακολουθώ να αγαπώ. Μπορεί να λείπουν κάποιες που εσείς θεωρείτε σημαντικές, π.χ. ταινίες του Γούντι Άλεν ή του Στίβεν Σπίλμπεργκ, αλλά πρέπει να σας εκμυστηρευτώ εδώ ότι επέλεξα να εντάξω μία ταινία από κάθε σκηνοθέτη. Και, επίσης, ότι κράτησα μερικές ταινίες “εκτός”, επειδή θα είναι “εντός” σε κάποιο από τα επόμενα βιβλία που σχεδιάζω.

Καλή σας ανάγνωση – και καλή θέαση, αν αποφασίσετε να δείτε κάποια απ’ αυτές. Τώρα πια, με τις πλατφόρμες και το διαδίκτυο, μπορεί να δει κανείς τις πιο απίθανες ταινίες, που στο παρελθόν ούτε μία οργανωμένη Ταινιοθήκη δεν μπορούσε να προσφέρει στα μέλη της. Πόσο μάλλον ταινίες σαν κι αυτές που αναφέρονται εδώ, που στη συντριπτική πλειονότητά τους είναι mainstream».

101 Ταινίες της Δεκαετίας του '80 εξώφυλλο

Το βιογραφικό του Δημήτρη Κολιοδήμου:

«Μέλος της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Κινηματογράφου, της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου, της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου, της Ένωσης Σεναριογράφων Ελλάδας και του Συνδέσμου Ελλήνων Παραγωγών Κινηματογράφου – Τηλεόρασης – Βίντεο & Πολυμέσων, ο Δημήτρης Κολιοδήμος ασχολείται με το σινεμά από το 1975 – κυρίως ως κριτικός κινηματογράφου και συγγραφέας.

Για είκοσι χρόνια εργαζόταν επαγγελματικά στην Τηλεόραση όπου διετέλεσε επί μακρόν Διευθυντής Ξένου Προγράμματος του Antenna TV, Διευθυντής Προγράμματος του Star Channel και Διευθυντής Τηλεόρασης του Σκάι TV. Έχει διδάξει το μάθημα της Ιστορίας του Κινηματογράφου στην κινηματογραφική σχολή Αθανασίου Παπαντωνοπούλου (1985-89).

Είναι συμπαραγωγός του ερωτικού θρίλερ Deep End (2008), της ταινίας τρόμου Ο θάνατος που ονειρεύτηκα (2010) και του αισθηματικού δράματος φαντασίας DOS: Μία ιστορία αγάπης, απ’ την ανάποδη… (2011), και σεναριογράφος και συμπαραγωγός της σειράς ντοκιμαντέρ Το σινεμά γυμνό (2009), και της ομότιτλης μεγάλου μήκους ταινίας (2010).

Εμπνευστής και βασικός συντάκτης της ετήσιας έκδοσης Κινηματογράφος, ήταν αρχισυντάκτης και επιμελητής της την πρώτη επταετία (1993-99), θέσεις στις οποίες επανήλθε τα τελευταία χρόνια, από το 2018 και μετά. Από το 1974 μέχρι σήμερα, κείμενά του έχουν δημοσιευτεί σε ειδικά περιοδικά όπως το Φιλμ, η Οθόνη, τα Κινηματογραφικά Τετράδια, το TV+Video, Ο κόσμος του βίντεο, το TV3, το Cine-7, το Σινεμά και το Fix Karre, αλλά και σε περιοδικά ποικίλης ύλης όπως το Αντί, το Ένα, το Τέταρτο και το Max. Επίσης, ως κριτικός κινηματογράφου έχει συνεργαστεί με εφημερίδες όπως η Εξόρμηση, H Καθημερινή της Κυριακής και η Παρασκευή+13. Σήμερα αρθρογραφεί σποραδικά στο ιστολόγιο freecinema.gr.

Ανάμεσα στα βιβλία που έχει γράψει, περιλαμβάνονται τα: 365 Νύχτες Τρόμου και Επιστημονικής Φαντασίας (Αιγόκερως, 1991, Γ΄ έκδοση 2019), The Greek Filmography: 1914 through 1996 (ΜcFarland & Company, Inc, hardcover 1999 και paperback 2006), Λεξικό Ελληνικών Ταινιών (Γένους, 2001), Ο κόμης Δράκουλας στην οθόνη (Οξύ, 2004), Η λατρεία του αίματος (Οξύ, 2006), Η Ελλάδα μετά τα μεσάνυχτα (Αιγόκερως, 2007), Cineλόγιο: Ένα γεγονός, μία ταινία (Οξύ, 2008), Cine-γραφήματα: 25 κείμενα που θέλατε να διαβάσετε, αλλά δεν ξέρατε που να τα βρείτε (Αιγόκερως 2020), 101 ελληνικές ταινίες που πρέπει να πεθάνεις πριν τις δεις (Οξύ, 2021), 101 ελληνικές ταινίες που πρέπει να τις δεις πριν πεθάνεις (Οξύ, 2023), 101 ταινίες με μυστικούς πράκτορες (Bibliothèque, 2023) και 100 χρόνια Ξένος Κινηματογράφος στην Ελλάδα (Αιγόκερως, 2025)».

Σχετικά άρθρα