Αλεξάντρ Ο’ Φιλίπ στο ΚΛΙΚ: «Με την Κιμ Νόβακ και ένα μέντιουμ καλέσαμε το πνεύμα του Χίτσκοκ»
Πορτρέτο Αλεξάντρ Ο' Φιλίπ, Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης / Studio Aris Rammos

Αλεξάντρ Ο’ Φιλίπ στο ΚΛΙΚ: «Με την Κιμ Νόβακ και ένα μέντιουμ καλέσαμε το πνεύμα του Χίτσκοκ»

Κάθε χρόνο στο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης βρίσκουμε, βλέπουμε, θαυμάζουμε διαμαντάκια. Το είδος της ταινίας τεκμηρίωσης επιτρέπει επιλογή καταρχάς με βάση το θέμα, τι μας κάνει κλικ, κυνηγάμε όμως, και μια ανακάλυψη, έναν νέο σκηνοθέτη που να έχει ενδιαφέρον και προοπτική. Άλλες πάλι φορές, πάμε στα σίγουρα. Ε μια τέτοια περίπτωση εγγύησης είναι και ο Ελβετός σκηνοθέτης και σεναριογράφος, Αλεξάντρ Ο’ Φιλίπ, αυτός ο ταμένος σινεφίλ, ένα κανονικό «σπασικλάκι» του σινεμά, που έγινε καταπληκτικός επαγγελματίας κινηματογραφιστής και γυρίζει όχι απλά ντοκιμαντέρ αλλά «ταινίες για ταινίες», όπως του αρέσει να λέει. Έχει μεγάλη λατρεία στον Χίτσκοκ, τον οποίο προφανώς και έχει μελετήσει πολύ-σκεφτείτε ότι έχει κάνει ολόκληρο ντοκιμαντέρ για την περίφημη σκηνή του ντουζ στο «Ψυχώ» το «78/52», έχει στα σκαριά μία ακόμη για τον μετρ του σασπένς, ενώ έχει υπογράψει το κινηματογραφικό πορτρέτο του Γουίλιαμ Φρίντκιν μόλις τρία χρόνια πριν πεθάνει το 2023 ο πρωτοπόρος σκηνοθέτης του «Εξορκιστή». Από την …κάμερα του δεν γλίτωσε ούτε ο θρύλος του Σταρ Τρεκ, ο ηθοποιός Ουίλιαμ Σάτνερ-και για αυτόν έχει κάνει ταινία. Από τις πιο ενδιαφέρουσες δουλειές του είναι «Η Αρπαγή» ένα ντοκιμαντέρ που αναλύει καρέ καρέ το πώς τα γουέστερν, ο πάπας του είδους Τζον Φορντ και η φιγούρα του Τζον Γουέιν καβάλα στο άλογο έγιναν το καλύτερο εργαλείο προπαγάνδας για τον μύθο του καλού λευκού Αμερικανού και του κακού Ινδιάνου με φόντο την Κοιλάδα των Μνημείων.

Η πιο πρόσφατη ταινία του είναι το «Κιμ Νόβακ: Δεσμώτρια του Ιλίγγου» («Kim Novak’s Vertigo») που έκανε πρεμιέρα στο τελευταίο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας με την Νόβακ μάλιστα, παρούσα και απατράπτουσα στα 93 της χρόνια να παραλαμβάνει τον Χρυσό Λέοντα για τη συνολική προσφορά της στην 7η τέχνη. Είχε πολλά χρόνια να βρεθεί σε κόκκινο χαλί και κάτω από τους προβολείς η σταρ και πρωταγωνίστρια του αριστούργηματος «Δεσμώτης του ιλίγγου» αφού παρά την αξιοζήλευτη καριέρα της, παράτησε το Χόλιγουντ στην ακμή της, πήγε να ζήσει σε ένα σπίτι πάνω σε έναν λόφο με θέα τη θάλασσα και το κύμα κυριολεκτικά στα πόδια της και αφοσιώθηκε στην ζωγραφική. Για όλα αυτά, κι ακόμα περισσότερα, όπως ότι πάσχει από διπολική διαταραχή κι ότι έζησε μια ζωή με το τραύμα της γνώσης ότι όταν η μητέρα της ήταν έγκυος προσπάθησε να την ξεφορτωθεί με βελόνες πλεξίματος αλλά κι όταν γεννήθηκε αποπειράθηκε να την πνίξει με μαξιλάρι, για όλα αυτά λοιπόν μίλησε στον Αλεξάντρ Ο Φιλίπ, τον μόνο σκηνοθέτη που κατάφερε να την πείσει να τον εμπιστευτεί για ένα ντοκιμαντέρ για την ζωή της με αφηγήτρια την ίδια. Κι εμείς, τον είδαμε στη Θεσσαλονίκη και θέλαμε να μάθουμε κάτι παραπάνω…

Αναρωτιόμουν ποια ήταν η αρχική σας πρόθεση. Να αφηγηθείτε ένα life story, να δείτε τι βρίσκεται πίσω από τον μύθο, να λύσετε ένα μυστήριο;

Ποτέ δεν προσπαθώ να λύσω έναν μύθο. Ενδιαφέρομαι περισσότερο για ταινίες που ναι μεν παρουσιάζουν ένα μυστήριο αλλά δημιουργούν περισσότερα. Η Κιμ Νόβακ είναι το τρίτο κινηματογραφικό πορτρέτο που έκανα μετά τον Γουίλιαμ Φρίντκιν και τον Ουίλιαμ Σάντνερ. Η παγίδα σε αυτές τις περιπτώσεις είναι να τους τοποθετήσεις σε ένα βάθρο και να τους αντιμετωπίσεις σαν είδωλα. Με αυτή την προσέγγιση όμως, μπορείς να χάσεις το νόημα γιατί στο τέλος της ημέρας, άνθρωποι είναι. Για μένα ο στόχος είναι καταρχάς ναβρεθεί μια σύνδεση-με την Κιμ Νόβακ όχι απλά βρέθηκε, ήταν και πολύ βαθιά. Έπειτα πρέπει να μπεις στην ενέργεια αυτού του ανθρώπου και με φυσικό τρόπο να καταλάβεις την ουσία του, που πρέπει να γίνει ορατή στην οθόνη. Υπάρχει και μια πολύ ενστικτώδης διαδικασία σε όλο αυτό. Χωρίς εμπιστοσύνη όμως, δε γίνεται. Το φοβερό με την Κιμ είναι ότι ήταν σε διάθεση να ανοιχτεί και να φανεί η ευαλωτότητα της.

Τι περίεργο που είναι αυτό. Ήταν εκτός προβολέα και δημοσιότητας για πάρα πολλά χρόνια, ζούσε την ήσυχη ζωή της, κι όμως, να που βρέθηκε η στιγμή και ο άνθρωπος που την έκανε να μοιραστεί αναμνήσεις, σκέψεις, συναισθήματα, φοβίες.

Επί δεκαετίες η μάνατζερ της προσπαθούσε να την πείσει να συνεργαστεί για ένα κινηματογραφικό πορτρέτο της, αλλά ποτέ δεν είχε βρει τον κατάλληλο άνθρωπο. Κι όταν η της μίλησε για μένα πάλι δεν ήθελε να το κάνει. Συμφώνησε όμως, τουλάχιστον να με συναντήσει. Και τότε φάνηκε σαν να ήταν γραφτό.

Ποιο ήταν όμως, πιστεύετε αυτό που την έκανε να πει το «ναι»; Μήπως οι προηγούμενες δουλειές σας;

Είδε το «Leap of Faith: William Friedkin on The Exorcist» και το «William Shatner: You Can Call Me Bill» και κατάλαβε ότι η προσέγγιση μου γενικά ήταν διαφορετική. Νομίζω όμως ότι τελικά αυτό που την έπεισε ήταν κάτι ακαθόριστο όταν περάσαμε παρέα ένα ολόκληρο απόγευμα και βράδυ όπου τις διηγήθηκα κι εγώ τις δικές μου ιστορίες και συνθεδήκαμε σε ανθρώπινο επίπεδο. Νομίζω ότι την οδήγησε και το ένστικτο της. Ένοιωσε ότι ήταν το σωστό να γίνει. Από την πρώτη μέρα άρχισα να ανεβαίνω στη σοφίτα της να ψάχνω κουτιά και να βρίσκω τόσα πράγματα.

Την αφήσατε να νιώθει ότι σας καθοδηγεί; Σας έθεσε περιορισμούς;

Όχι. Την πρώτη μέρα ρωτούσε πού θα τοποθετήσουμε την κάμερα, ποια θα ήταν η γωνία λήψης, ο φωτισμός, την απασχολούσε πολύ το πώς θα δείχνει, παρόλο που είναι καταπληκτική στα 93 της. Αλλά πολύ γρήγορα τα ξέχασε όλα και άφησε ελεύθερο τον εαυτό της. Ετοιμάζω και μια άλλη ταινία με αυτήν αυτή τη στιγμή, οπότε συνεχίζουμε να «παίζουμε». Είναι διασκεδαστική, είναι ένας υπέροχος άνθρωπος.

Είδατε πράγματα πίσω από τον μύθο, απλές και μικρές λεπτομέρειες από την καθημερινότητα της που δεν μπορούσατε να βάλετε στο ντοκιμαντέρ; Σας εξέπληξαν κάποιες;

Θα σας πω ότι έχει απίστευτη αίσθηση του χιούμορ, είναι πολύ παιχνιδιάρα. Με κορόΐδευε όταν ήμουν χαλαρός. Αλλά όπως κι εγώ, αφήνεται να παρασυρθεί από μια ιδέα και θέλει να την εξερευνήσει. Τώρα κάνω αυτή την ταινία για το «Vertigo» αλλά είναι περισσότερο μια ταινία για τον Χίτσκοκ, όχι για αυτήν.

Οπότε συμμετέχει με μια συνέντευξη ας πούμε;

Περισσότερο από αυτό. Χωρίς να μπω σε λεπτομέρειες, μπορώ να σου πω ένα πράγμα: γυρίσαμε μια σκηνή με μέντιουμ και προσπαθήσαμε να δούμε εάν μπορούμε να επικοινωνήσουμε με το πνεύμα του Χίτσκοκ! Και το κινηματογραφήσαμε!

Αυτό σίγουρα ανυπομονώ να το δω! Ελπίζω να έρθετε πάλι στη Θεσσαλονίκη.

Αυτό θα χρειαστεί μερικά χρόνια ακόμα και το δουλεύω ήδη κάποια, αλλά τελευταία γύριζα και μια ταινία την χρονιά, είμαι και σε διάφορα άλλα πρότζεκτ. Οπότε δεν θα είναι έτοιμο το ντοκιμαντέρ του χρόνου, αλλά τον επόμενο.

Μου άρεσε πολύ αυτό που λέει κάποια στιγμή για τον Τζέιμς Στιούαρτ, συμπρωταγωνιστή της στο «Vertigo» και από τους πλέον αγαπητούς ηθοποιούς της Αμερικής, ότι αφήνει μια αίσθηση σαν αυτή που δίνουν οι ζεστές παντόφλες που φοράς το βράδυ. Πόσο θα ήθελα να τον είχα γνωρίσει, ακούγεται να είναι τόσο υπέροχος όσο τον φανταζόμαστε.

Η στιγμή που σκουπίζει τα δάκρυα της με το γκρι ταγιέρ που φορούσε στο «Vertigo» στη σκηνή που τρελαίνει τον Στιούαρτ, είναι καθοριστική στο ντοκιμαντέρ σας, κάτι μαγικό συμβαίνει σε αυτή τη σκηνή.

Αυτό είναι από τα πράγματα που δεν περιμένεις με τίποτα να συμβούν. Με αυτό το ξέσπασμα συναισθημάτων με έναν τρόπο απαθανατίζαμε μια σημαντική στιγμή στην ιστορία του κινηματογράφου. Την ίδια κιόλας στιγμή συνειδητοποίησα ότι πρέπει να είναι η τελευταία σκηνή του φιλμ, το οποίο άλλαξε δομή αφού έπρεπε πια όλα να οδηγούν σε αυτή.

Νιώσατε καθόλου ότι της λείπουν οι παλιές καλές μέρες; Άφησε καθόλου να φανεί εάν μετάνιωσε ποτέ που παράτησε το Χόλιγουντ;

Νομίζω ότι είναι πολύ πιο ευτυχισμένη με τη ζωή που επέλεξε γιατί έβλεπε το Χόλιγουντ σαν μια παράκαμψη στην πορεία της. Είναι καλλιτέχνης, ζωγράφος, είναι μοναχική. Νιώθει πολύ ολοκληρωμένη. Ακόμα ιππεύει ενώ εξακολουθεί να μπαίνει στο ηλεκτρικό της αμάξι και να οδηγεί δεκαπέντε λεπτά για να κατέβει στην πόλη και να ψωνίσει τα τρόφιμα της.

Το λέει ακόμα η καρδιά της.

Ω ναι, έχει ένα αξιοθαύμαστα δυνατό πνεύμα. Είναι, όμως, πολύ δυνατή και η αρχική σκηνή της ταινίας, όπου μιλάει για τα αναπνευστικά προβλήματα που είχε μια ζωή αλλά και το τραύμα με το οποίο πορεύτηκε πάντα, ότι η μητέρα της προσπάθησε να τη ρίξει με βελόνες πλεξίματος και όταν γεννήθηκε να την πνίξει με μαξιλάρι. Αυτά μου τα εξομολογήθηκε σε φωνητικό μήνυμα που μου έστειλε. Αφού γυρίσαμε τις σκηνές της είχα πει να συνεχίσει να μου στέλνει ηχητικά μηνύματα, να λέει ιστορίες, ό,τι της ερχόταν στο μυαλό που βαραίνει την καρδιά της, οτιδήποτε, να ηχογραφεί τις σκέψεις της. Σχεδόν κάθε μέρα λάμβανα ηχητικά μηνύματα, κάποια ήταν αστεία, άλλα ιστορίες που είχα ξανακούσει, αλλά πιο έντονες, όταν όμως, άκουσα αυτή μου έπεσαν τα σαγόνια.

Έχουμε διαβάσει τόσα πολλά για τις δύσκολες σχέσεις του Χίτσκοκ με τις γυναίκες ηθοποιούς του, ορισμένες τον κατηγόρησαν ότι τις κατέστρεψε, σίγουρα σε όλες άφησε το «σημάδι» του.

Αυτό που μπορώ να πω είναι ότι η Κιμ, από την δική της πλευρά, είχε μια εντελώς άλλη εμπειρία. Τον λατρεύει τον Χίτσκοκ μέχρι σήμερα. Νομίζω ότι κατάλαβε ότι ήταν φαρσέρ, έπαιζε γρίφους, παιχνίδια. Τον λατρεύει.

Πείτε μου κάτι για τον Φρίντκιν που τον γνωρίσατε τόσο καλά. Πώς ήταν;

Ήταν υπέροχος. Είχαμε κι εκεί μια παρόμοια διαδρομή σε σχέση με την ταινία, το ένστικτο του τον οδήγησε να δεχτεί. Βασικά όλοι αυτοί οι τύποι είναι διαισθητικοί, και ο Γουίλιαμ Σάτνερ επίσης, όπως και η Κιμ πήρε την απόφαση να κάνουμε το ντοκιμαντέρ στην πορεία και κατά τη διάρκεια ενός γεύματος. Έχω ακούσει ιστορίες αλλά σε εμένα ήταν πάντα καλός και ζεστός. Επίσης μου ανοίχτηκε πολύ και αφοσιώθηκε στη διαδικασία του ντοκιμαντέρ, δεν έβαλε περιορισμούς, υπήρχε απόλυτη εμπιστοσύνη. Δεν ήθελε να δει την ταινία μέχρι την πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Βενετίας. Τελικά αρρώστησε και δεν μποροούσε να ταξιδέψει, οπότε μου ζήτησε να του την στείλω, αλλά αρχικά δεν είχε ζητήσει να την δει και να την εγκρίνει. Τα μηνύματα που έλαβα από αυτόν, όπως και τα ηχητικά της Κιμ, θα είναι ο θησαυρός μιας ζωής.

Από τις αγαπημένες μου δουλειές σας είναι «Η Αρπαγή» για την προπαγάνδα του Χόλιγουντ μέσα από τα γουέστερν. Και το κάνετε με σοβαρότητα, γνώση και σεβασμό απέναντι στον πάπα του είδους, τον Τζον Φορντ.

Λατρεύω τα γουέστερν και τον Τζον Φορντ αλλά νομίζω ότι πρέπει επίσης να βλέπουμε την κληρονομιά των γουέστερν του στην Κοιλάδα των Μνημείων μέσα στο πλαίσιο της αμερικανικής ιστορίας και κουλτούρας. Υπάρχουν προβληματικά στοιχεία. Αυτό βέβαια, δεν αφαιρεί τίποτα από την κληρονομιά και την σημαντικότητα του σκηνοθέτη Τζον Φορντ. Είναι όμως, σημαντικό να μας απασχολεί. Νομίζω ότι ζούμε με μια παγκόσμια κουλτούρα του άσπρου-μαύρου. Είσαι ή αυτό ή το άλλο.

Εσείς αναζητάτε τις γκρίζες ζώνες;

Σε κάποιες περιπτώσεις ναι, είναι οι γκρίζες ζώνες. Αλλά γενικά μιλώντας, ας πούμε ότι μπορείς να είσαι αυτό, μπορείς να είσαι και το άλλο. Μπορείς να είσαι σπουδαίος κινηματογραφιστής αλλά και απαίσιος άνθρωπος. Το να είσαι όμως, απαίσιος άνθρωπος δεν είναι αυτό που θα σε κάνει κακό σκηνοθέτη. Αν δεν θέλεις να βλέπεις τις ταινίες κάποιου δημιουργού επειδή μισείς την στάση του και αυτά που εκπροσωπεί, αυτό είναι μια προσωπική επιλογή απολύτως σεβαστή. Λέμε ότι πρέπει να εξοβελίσουμε τον Χίτσκοκ από προγράμματα πανεπιστημίων εξαιτίας του πώς φέρθηκε στην Τίπι Χέντρεν (σ.σ. πρωταγωνίστρια της ταινίας του «Τα πουλιά») ή τα φιλμ του Ρομάν Πολάνσκι και του Γούντι Άλεν. Νομίζω ότι αυτό είναι ένας ολισθηρός δρόμος. Μπορούμε να κρίνουμε αυτούς τους ανθρώπους σε ένα πλαίσιο προσωπικής ζωής για αυτά που έκαναν αλλά δεν νομίζω ότι εξυπηρετεί σε κάτι την καλλιέργεια μας εάν πούμε ότι το «Μωρό της Ρόζμαρι» ή το «Μανχάταν» δεν είναι σημαντικές ταινίες.

Σχετικά άρθρα