Ποιος αποφασίζει τι είναι και τι δεν είναι η Σίντνεϊ Σουίνι;
Από την ακραία αντικειμενοποίηση μέχρι την υπερέκθεση στη δημόσια σφαίρα, η Αμερικανίδα σταρ βρίσκεται μόνιμα υπό καθεστώς επικριτικών σχολιασμών και απόπειρων να μπει σε καλούπια.
Προσπάθησα, αλλά δεν κατάφερα να βρω κάποια άλλη διάσημη Αμερικανίδα ηθοποιό που να έχει υποστεί τέτοια εξονυχιστική μελέτη, σχολιασμό και παρατήρηση από εκατοντάδες, αν όχι χιλιάδες, κόσμου την τελευταία δεκαετία. Νιώθω ότι ακούω το όνομα της Σίντνεϊ Σουίνι πιο συχνά από ότι βλέπω να αναφέρεται η πρωτεΐνη σε προϊόντα που είτε την έχουν ήδη είτε δεν χρειάζεται να την έχουν καθόλου. Και παράλληλα, ενδεχομένως το πιο εντυπωσιακό είναι πως κάθε κίνησή της αναβαθμίζεται ακαριαία σε αισθητικό γεγονός που συνδέεται με ένα μεγαλύτερο πολιτισμικό φαινόμενο. Κάπως έτσι, τη μία στιγμή η σταρ είναι το νέο γοητευτικό πρόσωπο του Χόλιγουντ και την άλλη η μασκότ της αμερικανικής ακροδεξιάς. Βρίσκεται, δηλαδή, σε ένα διαρκές μεταίχμιο, αφού ακόμη δεν έχει χωρέσει σε κάποιο σαφώς ορισμένο καλούπι. Αμφισημία που εμφανίστηκε ξανά στο προσκήνιο με αφορμή την εξέλιξη του χαρακτήρα που υποδύεται στη νέα σεζόν του «Euphoria». Τα ουσιαστικά ερωτήματα που προκύπτουν, βέβαια, είναι τα εξής: γιατί τέτοια λύσσα με την 29χρονη ηθοποιό και έπειτα, πού ξεκινά και πού τελειώνει το επικοινωνιακό παιχνίδι από μεριάς της;

Κόλλημα με την πρώτη ματιά
Αν και κράτησε χαρακτηριστικούς ρόλους σε γνωστές σειρές όπως τα «Sharp Objects» και «Handmaid’s Tale», ήταν αυτός της έφηβης Κάσι στο «Euphoria» (2019) που απογείωσε τη φήμη της. Το πρόβλημα ήταν πως μαζί με την εν μία νυκτί δημοφιλία, η Σουίνι μετατράπηκε σε προϊόν σεξουαλικής αντικειμενοποίησης που ξεπέρασε κάθε λογική. Παλαιότερα, εδώ θα ίσχυε ο ξεπερασμένος όρος «σύμβολο του σεξ». Σήμερα όμως, ταιριάζει να πούμε ότι σε μια βαθιά πολωμένη και ραγδαία επηρεασμένη από τις τοξικές πτυχές της διαδικτυακής κουλτούρας δημόσια σφαίρα, η συζήτηση πολύ γρήγορα περιστράφηκε αποκλειστικά γύρω από την εμφάνισή της. Μέχρι και τα ‘00s η εικόνα μιας ξανθιάς καλλιεπούς γυναίκας με γαλανά μάτια ήταν κυρίαρχη στη δυτική ποπ κουλτούρα, έτσι η εμφάνιση της Αμερικανίδας έμοιαζε με φλασμπάκ από το παρελθόν. Είναι ενδεικτικό, έπειτα, πως η τραμπική Δεξιά δεν έχασε χρόνο και διεκδίκησε άμεσα μερίδιο στο σχετικό διάλογο. Για παράδειγμα, η εντελώς αναξιόπιστη δημοσιογράφος Έιμι Χαμ σε άρθρο της χρησιμοποιεί το μπούστο της ηθοποιού(!) ως απόδειξη του «θανάτου του woke» και του πώς πια «είμαστε ελεύθεροι να καυλώνουμε δημόσια με ανθρώπους που είναι πραγματικά όμορφοι» (sic).
Χωρίς να αποτελεί είδηση πως οι συντηρητικοί πατριώτες είναι σεξιστές σε βαθμό ετεροντροπής, η απήχηση της Σουίνι στο συγκεκριμένο κοινό είναι υπολογίσιμη και κάτι που η ίδια αντιλαμβάνεται πλήρως. Διότι είναι γοητευτική με έναν «παλιομοδίτικο» τρόπο, καθώς απηχεί αυτό που οι Αμερικανοί αποκαλούν «tradwife». Δηλαδή, τον τύπο στερεοτυπικά αψεγάδιαστης γυναίκας που έχει ως προτεραιότητα το σύζυγό της, αντιλαμβάνεται πως ο ρόλος της είναι αυτός της νοικοκυράς και βασική αποστολή της είναι η άσπιλη ηθική και η δημιουργία οικογένειας. Εμπρός πίσω, με άλλα λόγια, στη δεκαετία του ‘50, αν όχι πιο παλιά. Σαφώς, η σταρ δεν αντικατοπτρίζει στην πραγματικότητα κάτι τέτοιο, απλά ταιριάζει με τις εν λόγω δυσοίωνες φαντασιώσεις που θυμίζουν κάτι ανάμεσα σε «Handmaid’s Tale» και «Mad Men».
Από την άλλη, η ίδια ως τώρα δε φαίνεται να παίρνει ιδιαίτερες αποστάσεις από τα παραπάνω. Εκτός του ότι είναι γνωστό πως έχει ψηφίσει το Ρεπουμπλικανικό κόμμα και δεν έχει πάρει ξεκάθαρη στάση σε σειρά πολιτικών ζητημάτων, η συμμετοχή της σε καμπάνια για τζιν με ατυχές σλόγκαν – λογοπαίγνιο για την κληρονομικότητα των «καλών» γονιδίων («genes»), πυροδότησε τεράστιο κύμα αντιδράσεων καθώς μοιάζει με ρητορική που παραπέμπει στην ευγονική. Το ότι λίγο αργότερα ο πρόεδρος Τραμπ δήλωσε πως αυτή είναι η πιο «καυτή διαφήμιση εκεί έξω» δε βοήθησε καθόλου να ηρεμήσει το κλίμα, όπως φαντάζεστε. Εάν υπολογίσουμε, ακόμη, μερικές αμφιλεγόμενες προσωπικές επιλογές της Σουίνι, όπως τη συνεργασία της με τη σχεδιάστρια ρούχων Γκάλια Λαχάβ που δουλεύει στο Τελ Αβίβ και τη σχέση της με το περιβόητα ακατάλληλο στέλεχος της μουσικής βιομηχανίας Σκούτερ Μπράουν, κάπως αυξάνονται οι αφορμές για κριτική.

Ένας εύκολος στόχος
Δεδομένα πια μιλάμε για μια προσωπικότητα που συνοδεύεται από πολλαπλές φορτίσεις, ιδεολογικές, κοινωνικές, σεξουαλικές άμα τη εμφανίσει της. Με αυτόν τον τρόπο προκύπτει ένα παράδοξο(;). Να αποσιωπάται η όποια υποκριτική ικανότητά της και να διογκώνεται το μέγεθος των αποτυχιών της. Σύμφωνοι, για την ώρα δε φαίνεται να έχουμε εμπρός μας μια εκκολαπτόμενη Μέριλ Στριπ, ωστόσο, δε χρειάζεται να υπάρχει αυτή η δυναμική μεγαλείου για να γίνεται σεβαστή η δουλειά μιας ηθοποιού, ειδικά όταν η καριέρα της, ουσιαστικά, μόλις που ξεκινάει. Ας πούμε, η Σουίνι είναι εξαιρετική στo «Reality» (Τίνα Σάτερ, 2023), όπως επίσης αποδείχθηκε ανώτερη των περιστάσεων στην ταινία τρόμου «Άσπιλη» («Immaculate», Μάικλ Μόαν, 2024). Ταυτόχρονα, υπήρξε καθοριστική στην επιτυχία της κομεντί «Λατρεύω να σε Μισώ» («Anyone But You», Γουίλ Γκλουκ) που έφτασε τα 220 εκατομμύρια δολάρια παγκοσμίως έχοντας κοστίσει 25 εκατ. Παρεμπιπτόντως, στους δυο τελευταίους τίτλους συμμετείχε και ως παραγωγός. Ωστόσο, όταν ένα φιλμ της Αμερικανίδας αποδεικνύεται «flop» στα ταμεία, το ίντερνετ κάνει πάρτι ανθρωποφαγίας, όπως συνέβη χαρακτηριστικά το 2025 μετά τις ιστορικά χαμηλές επιδόσεις στο box office που σημείωσαν, διαδοχικά, τα «Νησί» («Eden», Ρον Χάουαρντ), «Echo Valley» (Μάικλ Πιρς) και «Christy» (Ντέιβιντ Μισό). Εδώ, παρόλα αυτά, αξίζει να σημειωθεί πως σε κάθε περίπτωση δοκίμαζε κάτι νέο, από το να μάθει να ιππεύει στο «Echo Valley» μέχρι να πυγμαχεί στο «Christy». Αν μη τι άλλο, κοινώς, παίρνει στοιχειωδώς σοβαρά τη δουλειά της.

Μεταξύ clickbait και μάρκετινγκ
Μέσες άκρες, καταλήγουμε στο ότι άθελά της ή όχι, η Σουίνι ενσαρκώνει τις σύγχρονες πολωμένες πολιτισμικές διαμάχες, όσο σουρεαλιστικό και εάν μοιάζει να το γράφει αυτό κανείς για μια χολιγουντιανή σταρ. Αλλά, με αυτόν τον τρόπο συμβαίνει ενίοτε να χάνεται τελείως το όριο μεταξύ αξιοσημείωτου συμβάντος και αφορμής για ανακύκλωση διχαστικού περιεχομένου, κάτι που επαναλήφθηκε με την πρεμιέρα του τρίτου κύκλου του «Euphoria».
Συνοπτικά, η Κάσι πλέον κάνει επιτυχημένη καριέρα στο OnlyFans με αποτέλεσμα να δίνει συνεντεύξεις λόγω της δημοφιλίας της. Στο πέμπτο επεισόδιο, ύστερα από ένα σχόλιο που την περιγράφει ως υποστηρίκτρια των Δημοκρατικών, ο χαρακτήρας αντιδρά σκωπτικά χρησιμοποιώντας ένα ρατσιστικό όρο προς τα άτομα με νοητική αναπηρία. Αναμενόμενα, η εν λόγω σκηνή προκάλεσε σάλο στις ΗΠΑ, αλλά το ενδιαφέρον εντοπίζεται αλλού. Αφενός στο ότι τα Μέσα αναφέρονται στο στιγμιότυπο σα να το δήλωσε η ίδια η Σουίνι και αφετέρου, βγάζοντας εκτός κάδρου το αφηγηματικό πλαίσιο της σειράς. Ο δημιουργός της και αμετανόητα ανέμπνευστος Σαμ Λέβινσον, στη νέα σεζόν απεικονίζει την Κάσι με χυδαία υποτίμηση και πλήρη ηδονοβλεπτική προσέγγιση, ακόμα περισσότερο από ότι στο παρελθόν. Το ειρωνικό είναι πως αυτό συμβαίνει ακριβώς γιατί ο Λέβινσον επιδιώκει μια συνολική κριτική στο σύγχρονο αμερικανικό αμοραλισμό, κλείνοντας στο μάτι τόσο στη σεξουαλικοποίηση που βιώνει εκτός κάμερας η Σουίνι όσο και στον παραλληλισμό της με το «tradwife» πρότυπο. Επομένως, εάν η ηθοποιός είχε την ευθύνη να επιλέγει καλύτερα τις συνεργασίες της, ο δημιουργός του «Euphoria» όφειλε εξίσου να μην την αντιμετωπίζει σα δόλωμα για επιεικώς ανόητα κλεισίματα ματιού.
Συνοψίζοντας, σε αυτό το δαίδαλο αρνητικής δημοσιότητας, συνεχούς παρουσίας σε παντός είδους οθόνες και ευκαιριακής ragebait δημοσιογραφίας, η Σουίνι κερδίζει σίγουρα σε επικοινωνιακό επίπεδο. Εάν αυτή είναι μια συνειδητοποιημένη τακτική, σημαίνει πως ξέρει καλά να παίζει το παιχνίδι του θεάματος. Ταυτόχρονα, βέβαια, συμβάλλει σφόδρα στην υπερκόπωση που συνοδεύει πια την κατανάλωση πληροφοριών για διασήμους και την ανάγκη ό,τι τους αφορά να έχει τεράστια αξία. Ορισμένες φορές, μια ηθοποιός μπορεί απλά να παίζει και σε κακές ταινίες ή να έχει συντρόφους που δε γουστάρουμε. Κάποιες άλλες, είναι κατανοητό να απογοητευόμαστε με τις επιλογές της. Πάντα, όμως, έχουμε το περιθώριο να κλείνουμε το ίντερνετ.