Βασίλης Μαζωμένος: «Δεν με απασχολεί σε ποια κατηγορία θα μπω ή αν ανήκω σε κάποιο ρεύμα»

Βασίλης Μαζωμένος: «Δεν με απασχολεί σε ποια κατηγορία θα μπω ή αν ανήκω σε κάποιο ρεύμα»

Ο σκηνοθέτης Βασίλης Μαζωμένος μιλάει για την «Άπειρη Γη» του και το είδος του σινεμά που επιμένει να υπηρετεί χρόνια.

Η «Άπειρη Γη» του Βασίλη Μαζωμένου έρχεται να διευρύνει το ήδη ξεχωριστό κινηματογραφικό του αποτύπωμα, ένα σινεμά στοχαστικό και βαθιά υπαρξιακό, που κινείται ανάμεσα στο ορατό και το συμβολικό. Σε αυτή τη νέα του δουλειά, ο σκηνοθέτης επιστρέφει σε θεματικές που τον απασχολούν διαχρονικά, τον χρόνο, τη μνήμη, την απώλεια και την αναζήτηση ταυτότητας, δημιουργώντας έναν κόσμο όπου η πραγματικότητα διαπλέκεται με την εσωτερική εμπειρία των ηρώων. Σ’ αυτή την ταινία η ελληνική ύπαιθρος μπαίνει σε πρώτο πλάνο, όπως και η ερμηνεία του πρωταγωνιστή, Αλέξανδρου Νταβρή, ο οποίος τιμήθηκε με το βραβείο καλύτερου πρωτοεμφανιζόμενου ηθοποιού υποδυόμενος έναν άνδρα που επιστρέφει στον τόπο καταγωγής του και έρχεται αντιμέτωπος με το παρελθόν, τη μνήμη και τις ρίζες του.

Δες περισσότερα άρθρα μας στις αναζητήσεις
Πρόσθεσε το ΚΛΙΚ στη Google

Η «Άπειρη Γη» μοιάζει να αφηγείται έναν κύκλο ζωής. Πόσο συνειδητή ήταν η επιλογή της κυκλικής αφήγησης;

Ήταν συνειδητή, αλλά δεν προέκυψε ως τεχνική επιλογή ή ως αφηγηματικό σχήμα. Προέκυψε από την ανάγκη να πλησιάσω τον τρόπο που βιώνεται ο χρόνος σε τέτοιους τόπους. Εκεί η ζωή δεν προχωρά ευθύγραμμα, αλλά επιστρέφει, επαναλαμβάνεται, περνά από τον έναν στον άλλον, αφήνει ίχνη που περνούν από γενιά σε γενιά. Ήθελα η ταινία να έχει αυτή την αίσθηση, ότι τίποτα δεν τελειώνει οριστικά, απλώς αλλάζει μορφή.

Γιατί επέλεξες να σπάσεις τα όρια μεταξύ μυθοπλασίας και ντοκιμαντέρ σ’ αυτήν την ταινία;

Γιατί έτσι μπορούσα να πλησιάσω καλύτερα αυτό που ένιωθα ως αλήθεια. Δεν με ενδιέφερε να δείξω τα πράγματα όπως είναι, αλλά όπως βιώνονται. Σ’ έναν τέτοιο τόπο, η μνήμη, η καθημερινότητα και η αφήγηση μπλέκονται έτσι κι αλλιώς. Και η πραγματικότητα, ειδικά όταν αφορά τη μνήμη, δεν είναι ποτέ καθαρή. Με ενδιέφερε μια μορφή όπου το καταγεγραμμένο και το επινοημένο συνυπάρχουν, όχι για να μπερδέψουν, αλλά για να πλησιάσουν κάτι πιο αληθινό από μια απλή αναπαράσταση. Οπότε αυτή η μίξη δεν ήταν επιλογή ύφους, αλλά ανάγκη.

Η Ήπειρος στην ταινία λειτουργεί σαν χαρακτήρας. Πώς δούλεψες αυτή τη σχέση ανθρώπου – τοπίου; Και γιατί επέλεξες τον συγκεκριμένο τόπο;

Η Ήπειρος έχει μια ιδιότητα, δεν λειτουργεί ως φόντο, αλλά ως δύναμη που καθορίζει. Λειτουργεί σαν χαρακτήρας στην ταινία. Δεν είναι φόντο, αλλά μια δύναμη που επηρεάζει και καθορίζει τους ανθρώπους. Προσπάθησα να δουλέψω το τοπίο ως παρουσία, να «αντιστέκεται» και να μην τους εξυπηρετεί. Οι άνθρωποι δεν κινούνται απλώς μέσα του, αλλά ζουν μαζί του. Είναι ένας τόπος που κουβαλά έντονα τη μνήμη και την απουσία, γι’ αυτό και ήταν για μένα αναγκαίος.

Στην ταινία υπάρχει έντονη σιωπή. Τι ρόλο παίζει η σιωπή στη γλώσσα του σινεμά σου;

Η σιωπή για μένα δεν είναι απλώς απουσία λόγου, είναι βασικό μέρος της κινηματογραφικής γλώσσας. Εκεί μεταφέρεται κάτι που δεν μπορεί να ειπωθεί διαφορετικά, η μνήμη, η απώλεια, η σχέση με τον τόπο. Στην «Άπειρη Γη» η σιωπή λειτουργεί σαν χώρος, αφήνει τον άνθρωπο και το τοπίο να συνυπάρξουν χωρίς να εξηγούνται. Ταυτόχρονα, αφήνει και ένα περιθώριο σε όποιον τη δει να σκεφτεί, να βρει τη δική του σχέση με αυτό που βλέπει, χωρίς να τον κατευθύνει. Εκεί βρίσκεται και το βάρος της εμπειρίας.

Πόσο αυτοβιογραφική είναι η ανάγκη σου να κατανοήσεις έναν τόπο που δεν είναι δικός σου;

Ίσως είναι πιο προσωπικό απ’ όσο φαίνεται. Η σχέση με έναν ξένο τόπο συχνά αποκαλύπτει κάτι πιο δικό σου από έναν οικείο. Δεν είναι ότι τον κατανοείς πλήρως, περισσότερο τον πλησιάζεις. Και μέσα από αυτή τη διαδικασία, καταλαβαίνεις κάτι και για σένα. Δεν πρόκειται για κατανόηση με την έννοια της κατάκτησης, αλλά για μια διαρκή προσπάθεια προσέγγισης.

Αποφεύγεις συνειδητά το φολκλόρ. Πού βρίσκεται για εσένα το όριο ανάμεσα στην αυθεντικότητα και την εξιδανίκευση;

Το φολκλόρ ξεκινά όταν ο τόπος γίνεται μια εύκολη, αναγνωρίσιμη εικόνα προς κατανάλωση. Όταν «ομορφαίνει» για να είναι πιο αποδεκτός. Η αυθεντικότητα, αντίθετα, έχει πάντα κάτι ακατέργαστο, κάτι που αντιστέκεται στο να γίνει όμορφο. Κάτι πιο σκληρό, κάτι που δεν εξηγείται και δεν εξυπηρετεί. Προσπαθώ να μείνω σε αυτό το σημείο αντίστασης. Το όριο είναι εκεί, στο αν αφήνεις τον τόπο να παραμείνει αυτό που είναι, ακόμη κι όταν δεν είναι εύκολος ή ευχάριστος.

Η ταινία μοιάζει να μιλά και για τη σύγχρονη Ευρώπη. Είναι τελικά ένα πολιτικό έργο;

Αν πολιτικό είναι ο τρόπος που μια ταινία κοιτά τον άνθρωπο μέσα σε έναν κόσμο που αλλάζει, τότε ναι. Δεν με ενδιέφερε ένα δηλωτικό σχόλιο, αλλά να δείξω ανθρώπους μέσα σε έναν κόσμο που χάνει τις σταθερές του. Περισσότερο μια υπόγεια αίσθηση μετατόπισης: η απώλεια, η μετανάστευση, η αίσθηση ότι δεν ανήκεις πουθενά. Όλα αυτά είναι βαθιά πολιτικά ζητήματα. Η ταινία δεν τα εξηγεί ούτε τα ονοματίζει, αλλά τα αφήνει να υπάρχουν, όπως υπάρχουν και στη σύγχρονη Ευρώπη που μοιάζει να χάνει τις ρίζες της και να γίνεται όλο και περισσότερο μια Ευρώπη των αριθμών και όχι των ανθρώπων.

Η κινηματογραφική σου γραφή, ειδικά εδώ, θα μπορούσε να ιδωθεί ως ένας ποιητικός ρεαλισμός. Πιστεύεις ότι το κοινό σήμερα «εκπαιδεύεται» ή απομακρύνεται από αυτό το σινεμά;

Δεν με απασχολεί σε ποια κατηγορία θα μπω ή αν ανήκω σε κάποιο ρεύμα. Το σινεμά που κάνω δεν ξεκινά από την αγορά, τις τάσεις ή την ανάγκη να απευθυνθεί σε όλους, αλλά από μια εσωτερική ανάγκη να δώσω μορφή σε κάτι που δεν λέγεται εύκολα. Είναι ένα σινεμά που στηρίζεται στην εικόνα, στη σιωπή, στον χρόνο και στη σχέση του ανθρώπου με τον τόπο και τη μνήμη. Δεν προσπαθώ να εξηγήσω, αλλά να δημιουργήσω έναν κόσμο με τους δικούς του όρους, μέσα στον οποίο ο καθένας μπορεί να μπει με τον δικό του τρόπο. Θεωρώ ότι πρόκειται για μια προσωπική, συνεπή διαδρομή. Δεν πιστεύω ότι το κοινό είναι κάτι ενιαίο, υπάρχουν άνθρωποι που αναζητούν αυτή τη μορφή και άλλοι που την αποφεύγουν. Το ζητούμενο δεν είναι η εκπαίδευση, αλλά να υπάρχει η δυνατότητα επιλογής

Μετά από τόσα χρόνια δημιουργίας, τι αναζητάς ακόμα μέσα από τον κινηματογράφο;

Αυτό που αναζητώ δεν είναι κάτι καινούργιο ως ιδέα, αλλά μια μεγαλύτερη αλήθεια μέσα σε αυτό που ήδη κάνω. Μετά από όλα αυτά τα χρόνια νιώθω ότι η διαδρομή μου έχει μια συνέχεια, αλλά δεν είναι ποτέ ίδια. Από ταινία σε ταινία προσπαθώ να πλησιάσω κάτι που δεν έχω καταφέρει ακόμη να εκφράσω πλήρως. Άλλωστε, κάθε ταινία είναι μια προσέγγιση, ποτέ μια ολοκλήρωση. Η ολοκλήρωση είναι μια φενάκη. Γι’ αυτό και η γραφή μου αλλάζει με τα χρόνια, γίνεται πιο λιτή, πιο ουσιαστική, ίσως και πιο εκτεθειμένη. Φεύγουν πράγματα που δεν είναι αναγκαία και μένει ό,τι έχει βάρος. Αν κάτι δεν με συγκινεί, αν δεν μου δημιουργεί εκείνο το ρίγος του πρώτου έρωτα, φεύγει. Και ίσως αυτός να είναι και ο λόγος που συνεχίζω. Γιατί αυτός ο έρωτας δεν τελειώνει.

Αν κάποιος πει ότι η «Άπειρη Γη» είναι περισσότερο μια αισθητική άσκηση παρά μια βιωμένη ιστορία, τι θα του απαντούσες;

Ότι η μορφή δεν είναι ποτέ διακοσμητική. Αν λειτουργεί, είναι γιατί κουβαλά εμπειρία. Αν δεν κουβαλά, τότε πράγματι γίνεται άσκηση. Και αυτό φαίνεται. Για μένα, η μορφή δεν είναι κάτι που έρχεται απ’ έξω, αλλά ο τρόπος που η εμπειρία βρίσκει σώμα και γίνεται ορατή. Στην «Άπειρη Γη» δεν υπάρχει τίποτα που να έχει τοποθετηθεί απλώς για να είναι ωραίο. Όλα προκύπτουν από μια ανάγκη να αποδοθεί ένας συγκεκριμένος κόσμος, ένας τρόπος ζωής, μια σχέση με τον χρόνο και τη μνήμη. Αν αυτό εκφράζεται μέσα από μια συγκεκριμένη αισθητική, είναι γιατί μόνο έτσι μπορούσε να υπάρξει. Διαφορετικά, δεν θα είχε λόγο να υπάρχει.

Άπειρη Γη, Cinobo Opera, 1/4 19.45 , Cinobo Πατησίων, 6/4 και 7/4 στις 20.00 μ.μ, 8/4 στις 17:15 μ.μ

Σχετικά άρθρα