KLIK at THE MOVIES Suntan
Ένας απρόβλεπτος συνδυασμός νεανικής κομεντί και ψυχολογικού θρίλερ, με φόντο το – ποικιλοτρόπως – καυτό ελληνικό καλοκαίρι και ήρωα/θύμα του έναν ερωτοχτυπημένο, παραδομένο στις ψευδαισθήσεις του σαραντάρη | Από τον Χάρη Παπαπαναγιώτου
Η εντυπωσιακή νέα σκηνοθετική δουλειά του ταλαντούχου Αργύρη Παπαδημητρόπουλου, με εξίσου αγγλόφωνο τίτλο όπως και οι δύο προηγούμενές του – το απολαυστικό “Bank Bang” και το δυσοίωνο “Wasted Youth” – είναι μια ταινία γεμάτη αντιθέσεις και αντικρουόμενα συναισθήματα, που λειτουργεί σε πολλαπλά επίπεδα. Μια δεξιοτεχνικά σκηνοθετημένη και υποδειγματικά φωτογραφημένη (από τον Χρήστο Καραμάνη) ταινία, που, ενδεχομένως, αλλιώς θα την αντιμετωπίσεις αν είσαι πιο κοντά ηλικιακά (κι όχι μόνο) με τον σαραντάρη Κωστή (ο Μάκης Παπαδημητρίου σε μια αξιέπαινη, πολυδιάστατη ερμηνεία), τον μοναχικό, απροσδιόριστα βασανισμένο, παραιτημένο από τη ζωή και εσωστρεφή κεντρικό ήρωά της, και αλλιώς αν ανήκεις στη γενιά της… λαχταριστής, πρόσχαρης και με αχαλίνωτη όρεξη για τρέλες κάθε είδους 19χρονης Άννας (η πρωτοεμφανιζόμενη Έλλη Τρίγγου πανέτοιμη για μεγάλα πράγματα) και της “όλα παίζουν” international παρέας συνομιλήκων της. Αλλιώς αν παστώνεσαι στο αντηλιακό (suntan) για να μην κάψει ο ολόλαμπρος ήλιος το πλαδαρό, ασπρουλιάρικο σώμα σου, και αλλιώς αν αφήνεσαι ολότελα να απολαύσεις τα χάδια του στο σφριγηλό, νεανικό, ολόγυμνο κορμί σου.
Λίγο πριν τα Χριστούγεννα, στην καρδιά του χειμώνα, ο Κωστής καταφθάνει στην Αντίπαρο για να αναλάβει το τοπικό κέντρο υγείας. Η μουντή, μελαγχολική ατμόσφαιρα δε φαίνεται να τον καταβάλει, μιας και ο ίδιος ο γιατρουδάκος μοιάζει να αναζητά την απομόνωση της μικρής αυτής κοινωνίας. Ακόμη και η συνωμοτική επισήμανση του “καμακιού” της περιοχής πως, κατά τη θερινή περίοδο, το μικροσκοπικό κυκλαδονήσι τους “βουλιάζει” από… μουνιά, μάλλον τον αφήνει αδιάφορο. Το καλοκαίρι φτάνει, φέρνοντας μαζί του ορδές τουριστών και ανατρέποντας τη ρουτινιάρικη καθημερινότητα των ντόπιων. Και τότε, εντελώς αναπάντεχα, στη ζωή του Κωστή εισβάλει η Άννα. Με το παιχνιδιάρικο χαμόγελο και το γεμάτο υποσχέσεις βλέμμα της θα τον αναστατώσει, κάνοντάς τον να νιώσει πράγματα πρωτόγνωρα. Εκείνη, εντελώς καλοπροαίρετα, θα τον προσκαλέσει στη νεανική παρέα της και εκείνος, αφελώς, θα αφεθεί στην ψευδαίσθηση πως κοντά τους μπορεί να ανακτήσει τον χαμένο χρόνο. Μόνο που ο Κωστής δεν είναι διόλου προετοιμασμένος να δεχτεί πως “όλα τα ωραία κάποτε τελειώνουν”…
Με την Αντίπαρο κινηματογραφημένη κατά τη διάρκεια του (περυσινού) καλοκαιριού από τον Παπαδημητρόπουλο έτσι ώστε να φαντάζει ως ο απόλυτος παράδεισος του πανηδονισμού, με την Άννα και τους σεξουαλικά απελευθερωμένους φίλους της την ημέρα να κολυμπούν γυμνοί στη θάλασσα και τη νύχτα να κραιπαλιάζουν ασύστολα στην παρακμιακή τοπική disco ή σε ξέσαλα prive parties σε βίλες με πισίνα, ενισχύεται η αίσθηση της παραζάλης που ζει μαζί τους ο “άβγαλτος” Κωστής. Η ουτοπική εκείνη αίσθηση πως όλα επιτρέπονται και όλα είναι δυνατά, όπως το να γίνει αποδεκτός από μια παρέα που δεν έχει κανένα – μα κανένα – απολύτως κοινό με εκείνον, να φλερτάρει με την Άννα, ακόμη και να την “κατακτήσει” – γιατί όχι; Όμως τα πράγματα δεν είναι καθόλου έτσι. Γιατί μπορεί ο Κωστής ώρες-ώρες να μοιάζει σαν ο τελευταίος των ρομαντικών, ιδίως συγκρινόμενος με τους – συνομήλικούς του – χαρακτήρες που ενσαρκώνουν ο Γιάννης Τσορτέκης (το “καμάκι” που αναφέραμε παραπάνω) και ο Νίκος Τριανταφυλλίδης (ο οποίος στο cameo του ξεστομίζει την ατάκα “αγάπη και πούτσα”, θυμίζοντας ήρωα από ταινία του Γιάννη Οικονομίδη – που, όλως τυχαίως(…), επίσης εμφανίζεται εδώ, σε σαφώς ουσιαστικότερο ρόλο πάντως), όμως ήδη έχουμε αρχίζει να υποψιαζόμαστε (υποβοηθούμενοι και από το υπαινικτικό σενάριο) πως πρόκειται για μια διαταραγμένη προσωπικότητα. Πολλαπλά στερημένος, σφόδρα απογοητευμένος από την όλη πορεία της ζωής του και κατά πάσα πιθανότητα μανιοκαταθληπτικός, ο Κωστής, από τη στιγμή που γνωρίζει την Άννα, μπαίνει σε ένα trip χωρίς επιστροφή. Και όσο περισσότερο ο χαβαλές, η μπυροποσία και το ξεσάλωμα με εκείνη και την παρέα της τού δίνουν το δικαίωμα να νομίζει πως βιώνει καταστάσεις late-blooming, τόσο πιο δύσκολο θα είναι να αποδεχτεί την σκληρή πραγματικότητα όταν εκείνη τον χτυπήσει κατακούτελα.
Και, κάπως έτσι, η ανάλαφρη ατμόσφαιρα του πρώτου μισού της ταινίας θα δώσει σταδιακά της θέση της σε εκείνη του ψυχολογικού θρίλερ με υπαρξιακές προεκτάσεις και απρόβλεπτες συνέπειες για τους άμεσα εμπλεκόμενους, με τον πρωταγωνιστή της να δίνει τον καλύτερό του εαυτό, προκειμένου να “επισκιάσει” ένα σενάριο (το οποίο συνυπογράφει ο Σύλλας Τζουμέρκας, που δεν φημίζεται και τόσο για τη… συγκροτημένη γραφή του) που μοιάζει να μένει από βενζίνη ακριβώς λίγο πριν το – κρίσιμο – φινάλε, οδηγώντας σε μια τελική σεκάνς που, ομολογουμένως, μας αφήνει κάπως αμήχανους.
Ως τότε, όμως, το “Suntan” έχει προλάβει να μας ξελογιάσει με αισθησιακές καλοκαιρινές εικόνες, ταξιδιάρικους ήχους (για μια ακόμη φορά super οι μουσικές προσθήκες του Felizol, σε ένα ούτως ή άλλως ξεσηκωτικό compilation soundtrack) και μεθυστικές μυρωδιές, να μάς δείξει με σαρδόνιο τρόπο (και) την άχαρη πλευρά του ελληνικού καλοκαιριού και να μάς υπενθυμίσει πως είναι καλύτερο να μετανιώνεις για κάτι που έκανες, παρά για κάτι που δεν έκανες. Αλλά, πάνω απ` όλα, έχει κατορθώσει να μας βάλει σε σκέψεις πάνω στην πραγματική φύση του έρωτα – ο οποίος δεν θα πάψει ποτέ να μάς κάνει να χάνουμε τα λογικά μας.
Στις αίθουσες από τις 31 Μαρτίου 2016, σε διανομή Odeon.