Ο Nick Cave έχει σήμερα γενέθλια και μία Ελληνίδα γράφει για αυτόν

Ο Nick Cave έχει σήμερα γενέθλια και μία Ελληνίδα γράφει για αυτόν

Η σχέση μου με τη μουσική του Nick Cave ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του ογδόντα.

Είχα, στην τρυφερή ηλικία των δεκατριών, αναπτύξει ένα πάθος για τη μουσική και το σινεμά, κάτι πολύ συνηθισμένο για τα κορίτσια των δώδεκα. Μόνο που ίσως οι ταινίες και οι μουσικές που μιλούσαν στην ψυχή μου ήταν λίγο πιο μελαγχολικές και λίγο πιο σκοτεινές απ’ όσο θα ‘πρεπε. Ίσως πάλι όχι.

Πολλές φορές ένιωθα ότι η ανάγκη μου δεν ικανοποιούνταν από τα ακούσματα και τις εικόνες που είχα και επιδιδόμουν με μανία στην αναζήτηση νέων, διαφορετικών. 

Όταν παρακολουθώντας στο σινεμά την ταινία «Tα φτερά του Έρωτα» είδα τον Nick Cave να ερμηνεύει το «From Her to Eternity» ένιωσα μια περίεργη αίσθηση συγγένειας, μια ικανοποίηση, σα να είχα βρει αυτό που έψαχνα. Ο ψηλόλιγνος άνδρας με το κόκκινο πουκάμισο, τα περίεργα μαλλιά και την περίεργα βαθιά φωνή, μίλησε κατευθείαν μέσα μου, ήταν σα να μιλούσε σε μένα. Σε μια γλώσσα κοινή μόνο για μένα και αυτόν. Ήμουν όμως και δώδεκα χρονών…. Επιρρεπής σε αυτού του είδους τις σκέψεις και τους εντυπωσιασμούς.

Ακολούθησε αγωνιώδης έρευνα -με όσα μέσα διαθέταμε τότε στα τέλη της δεκαετίας του ογδόντα-  προκειμένου να μάθω ποιος είναι, από πού είναι και τι στο διάολο είναι αυτό που άκουσα. 

Μετά από επίμονη προσπάθεια -γιατί στην ηλικία των δώδεκα δεν αποτελείς την καλύτερη παρέα για τα μεγαλύτερα ξαδέρφια και την παρέα τους- έμαθα από κάποιο αγόρι, τον Αρθούρο, ότι ο τύπος με το κόκκινο πουκάμισο λέγεται Nick Cave, και είναι από την Αυστραλία. Μου είπε μάλιστα ότι ο Nick Cave είχε έρθει στην Ελλάδα για συναυλία πρώτη φορά με τους Birthday Party, συναυλία την οποία φυσικά ούτε ο Αρθούρος είχε παρακολουθήσει, αλλά είχε ακούσει από άλλους μεγαλύτερους να λένε ότι ο Nick Cave ήταν «φανταστικός» και πολύ «punk» καθώς έφτυνε, κλωτσούσε και χτυπιόταν κυριολεκτικά πάνω στη σκηνή. 

Το δεύτερο κομμάτι που άκουσα από τον Nick Cave και τους Bad Seeds ήταν το “Mercy Seat” από το άλμπουμ “Tender Prey”. Είχε πλέον καταστεί σαφές ότι ο παράξενος αυτός τύπος με το κόκκινο πουκάμισο και την περίεργα βαθιά φωνή όχι μόνο μιλούσε μια γλώσσα που τόσο πολύ είχα ανάγκη να ακούσω, αλλά και ότι ακουμπούσε κομμάτια της ψυχής μου που επιζητούσαν το άγγιγμα με έναν σχεδόν επώδυνο τρόπο.

Η σχέση μου με τη μουσική, τη φωνή του και τους στίχους των τραγουδιών του, ήταν μια σχέση έξης. Ήθελα να μάθω και να ακούσω και άλλα. Είχα ήδη μεγαλώσει 2 χρόνια, είχα καταφέρει να αντιγράψω σε κασέτες – είτε από φίλους που τα είχαν σε βινύλιο είτε καταβάλλοντας μικρό ποσό σε υπάλληλο δισκάδικου στην Αριστοτέλους τα  “From Her to Eternity”, «The Firstborn is Dead, your Funeral …My Trial» και φυσικά το “Tender Prey” όταν έμαθα ότι ο Nick Cave έρχεται για άλλη μια συναυλία αυτή τη φορά στο Ρόδον. Παρακάλεσα, έκλαψα, ικέτεψα και τελικά κατάφερα την ξαδέρφη μου να με πάρει μαζί της στη συναυλία. Αυτό που είδα ήταν πέρα από κάθε προσδοκία. Η αίσθηση ήταν εκρηκτική και ο Cave φάνταζε στα μάτια μου σα μαινόμενος δαίμονας που σκορπούσε μουσική και συναίσθημα από κάθε πόρο του κορμιού του. Λίγο η έντονη αίσθηση της πρώτης συναυλίας, λίγο ο κόσμος, λίγο η ζέστη και λίγο η ορθοστατική υπόταση, έχασα τις αισθήσεις μου και ανάγκασα την ξαδέρφη μου και την παρέα της να χάσουν μέρος της συναυλίας (δε μου το συγχώρησε ποτέ). Το πρώτο πράγμα που έκανα όταν συνήλθα ήταν να ψάξω στην τσέπη μου για το τσαλακωμένο εισιτήριο… 

Μετά κυκλοφόρησε το “The Good Son” -το οποίο αγόρασα και δεν αντέγραψα πλέον με μεγάλη χαρά και λαχτάρα-. Ακούγοντας το “Ship Song” η σχέση μου με τον Nick Cave άλλαξε για πάντα. Για κάποιο λόγο συγκρίνω πάντα στο μυαλό μου το ωμό και σχεδόν βίαιο feeling του «Deanna» με τον ευαίσθητο ρομαντισμό του “Ship Song”. Οι εφηβικοί μου έρωτες απέκτησαν soundtrack και η συγγένειά μου με τον Nick Cave πιστοποιητικό.

Συνέχισα να ακούω Nick Cave,να διαβάζω για τον Nick Cave, να προσπαθώ να κατανοήσω τους στίχους των τραγουδιών του. Λίγα χρόνια μετά τον είδα ξανά live στο γήπεδο του Σπορτινγκ. 

Για κάποιο λόγο ο Nick Cave και η μουσική του αποτελούσε σημείο επαφής με πολλούς φίλους, όλοι δε είχαν μια ιστορία να πουν για μια από τις πολλές συναυλίες που έδωσε στην Ελλάδα και την οποία είχαν παρακολουθήσει από κοντά.

Δεν μου άρεσαν όλοι οι δίσκοι του. Κάποιοι με απογοήτευσαν. Κάποιες συνεργασίες του με ξένισαν. Η αφελής και τόσο επιπόλαιη ανάγκη μου να αυτοχαρακτηρίζομαι ως «ροκ» γκόμενα με έκαναν να αρνούμαι –πεισματικά- να ακούσω το “Where The Wild Roses Grow”, το οποίο εν συνεχεία έγινε ένα από τα πιο αγαπημένα μου κομμάτια για εκείνη τη χρονιά. Κάποιες φορές η μουσική του με «δυσκόλευε». Κάποιες φορές όταν μιλούσαμε για τον Cave περιοριζόμουν μόνο στους πρώτους δίσκους τους με τους Bad Seeds. Αργότερα σκέφτηκα ότι ίσως θα ήθελα να ξεπεράσει λίγο την εμμονή του με τον ήχο των Bad Seeds, να εξερευνήσει νέες μουσικές κατευθύνσεις. Αλλά πάντα άκουγα με λαχτάρα τους δίσκους του. Και πάντα είχα μεγάλες προσδοκίες. Η προσδοκία της πρώτης ικανοποίησης που οδήγησε στην έξη ίσως…

Το μόνο σίγουρο είναι ότι ο Nick Cave αποτελεί μέχρι και σήμερα την πιο ανθεκτική στο χρόνο μορφή μιας μουσικής περιόδου και εποχής που πολλοί από εμάς αγαπήσαμε –και ίσως ποτέ δεν ξεπεράσαμε-. Εξακολουθεί όμως να είναι –σχεδόν πάντα- επίκαιρος και ενδιαφέρων, σε αντίθεση με άλλους καλλιτέχνες της γενιάς του και της μετα-πανκ ροκ σκηνής.

Η σχέση του με το ελληνικό κοινό ήταν ανέκαθεν ιδιαίτερα φλογερή τόσο σε συναυλιακό όσο και σε άμεσο ανθρώπινο επίπεδο. Πρόσφατα έμαθα από φίλη ότι αυτή και η παρέα της προσποιήθηκαν κάποιον άλλο για να μάθουν το δωμάτιό που έμενε σε ξενοδοχείο της Αθήνας έχοντας έρθει για μία ακόμα συναυλία και είχαν μάλιστα το θράσος να πάνε εκεί, για να καταλήξουν να τα πίνουν με τη μπάντα σα να γνωρίζονταν και από χτες.

Το ελληνικό συναυλιακό κοινό αγαπά τον Cave και ο Cave φαίνεται να ανταποδίδει. 

Πρόσφατα, ερμήνευσε ένα τραγούδι με σαφείς και άμεσες αναφορές τόσο στην Ελλάδα της κρίσης όσο και στην αρχαία Ελλάδα. Αναφερόμενος στην Ελλάδα της κρίσης, των διαδηλώσεων και των βίαιων συγκρούσεων με τις μονάδες καταστολής, έγραψε για περιστέρια που φοράνε αντιασφυξιογόνες μάσκες και φανταστικούς διαλόγους με το Δία. Το τραγούδι δε μου άρεσε ιδιαίτερα. Την κίνηση την εκτίμησα.

Τον Ιούλιο του 2015 διάβασα ότι ο δεκαπεντάχρονος γιός του σκοτώθηκε πέφτοντας από ένα γκρεμό σε μια ιδιαίτερα αγαπητή σε μένα περιοχή της Αγγλίας. Μιλώντας με φίλους άκουσα κάποιους να λένε «φαντάσου τι μουσικάρες θα ακούσουμε τώρα». Εγώ, ως μητέρα πλέον, ταράχτηκα πολύ και αναπόφευκτα ταυτίστηκα με τον γονέα Cave και καθόλου δε με ενδιέφερε –ούτε καν μπορούσα να τη συλλάβω- η καλλιτεχνική του υπόσταση σε σχέση με το τραγικό συμβάν.

Με αφορμή τον τραγικό χαμό του δεκαπεντάχρονου γιου του ανέσυρα τα CD και τους δίσκους του Cave και τους άκουγα για μέρες, ίσως εβδομάδες. Άκουγα τα αγαπημένα μου αλλά και τα όχι τόσο αγαπημένα μου κομμάτια. Μίλησα με κόσμο πολύ σχετικά, για να συνειδητοποιήσω ότι στο δικό μου κύκλο ανθρώπων υπήρχαν πολλοί που ένιωσαν κάποια δεδομένη στιγμή την ίδια παράξενη αίσθηση «συγγένειας» με τον Cave. Ίσως γιατί ο τρόπος που εξερευνά τον έρωτα, το πάθος, την αγάπη, την απόγνωση ακόμα και τα πιο άγριά ένστικτά μας, βρίσκει σημείο επαφής σε όλους εμάς. Ίσως γιατί είναι δύσκολο να ξεπεράσουμε τον παράξενο τύπο με τα περίεργα μαλλιά και τα ντελιριακά ξεσπάσματα που μας χάρισε μερικές από τις ομορφότερες συναυλιακά στιγμές μας. Ίσως γιατί οι δαίμονές του μιλούν την ίδια γλώσσα με τη δική μας, εμάς των λίγο περισσότερο μελαγχολικών και λίγο περισσότερο σκοτεινών απ’ όσο θα ‘πρεπε μουσικόφιλων. Το σίγουρο είναι ότι αν ακολουθώντας το παράδειγμά του έφτιαχνα ένα μουσείο στο οποίο θα εξέθετα σημαντικά για μένα πράγματα, περίοπτη θέση θα είχε η κασέτα με το “Tender Prey”  και το εισιτήριο για τη συναυλία του στο Ρόδοn.  

Χρόνια πολλά Nick σε ευχαριστώ για τα παλιά και εξακολουθώ να περιμένω, να λαχταρώ καινούργια. 

Σχετικά άρθρα