3 ιστορίες απ’ τη ζωή του Κυριάκου Σφέτσα: Η Κάλλας, η χούντα και ο Χατζιδάκις

3 ιστορίες απ’ τη ζωή του Κυριάκου Σφέτσα: Η Κάλλας, η χούντα και ο Χατζιδάκις

Αποχαιρετώντας τον σπουδαίο συνθέτη Κυριάκο Σφέτσα.

Στα 80 χρόνια του έφυγε από τη ζωή ο σπουδαίος συνθέτης Κυριάκος Σφέτσας, ο άνθρωπος πίσω από την Greek Fusion Orchestra, διευθυντής του Τρίτου Προγράμματος αμέσως μετά τον Χατζηδάκι, ο συνθέτης του soundtrack της «Παραγγελιάς» και από τους πρωτοπόρους της τζαζ στην Ελλάδα. Είναι δύσκολο να συμπυκνώσεις μια τόσο πλούσια και δημιουργική ζωή σε μερικές λέξεις, οπότε αποχαιρετάμε τον μεγάλο τζαζίστα με τα δικά του λόγια για τις συναντήσεις που άφησαν το αποτύπωμά τους στη ζωή του, αλλά χωρίς να αλλάξουν την ιδιοσυγκρασία του και τη συγκέντρωσή του στο πάθος του: τη μουσική.

Με τη Μαρία Κάλλας στην τελευταία της συναυλία στην Ελλάδα

Είναι 30 Αυγούστου 1964, η Μαρία Κάλλας βρίσκεται στην Λευκάδα με τον Αριστοτέλη Ωνάση και αποφασίζει αυθόρμητα να τραγουδήσεις στις Γιορτές Λόγου και Τέχνης στη Λευκάδα. Αναζητούν έναν πιανίστα και τον ρόλο αναλαμβάνει ο δεκαεννιάχρονος Κυριάκος, ο οποίος τη συνοδεύει στην άρια «Καβαλλερία Ρουστικάνα» του Ιταλού μουσικοσυνθέτη Πιέτρο Μασκάνι. Αυτή ήταν και η τελευταία φορά που η Casta Diva τραγούδησε στην Ελλάδα.

«Η νεκρική σιγή που απλώθηκε όταν ανεβήκαμε στο πάλκο ήταν η συγκλονιστικότερη μουσική παύση που έχω νιώσει. Ως να ‘ρχεται ένας κρυφός αέρας να σε πάρει για κάποιο άγνωστο όνειρο. Ξεχύθηκαν βελούδινοι ήχοι και μάγεψαν τα νερά του Ιονίου. Κι έφεραν σε όλους την κάθαρση που μόνο ανείπωτα γεγονότα μπορούν να φέρουν. Ο κόσμος παραληρώντας συνόδεψε την Μαρία μέχρι το λιμάνι. Εγώ, εισπράττοντας μερικά απωθητικά μπράβο, εξαφανίστηκα ως αριθμός μέσα στις χιλιάδες. Θυμάμαι απλά την μελαγχολία μου και την μοναξιά μου. Θυμάμαι ότι το απρόσμενο όνειρο κράτησε πολύ λίγο και πως ξαναβρέθηκα πίσω στην πραγματικότητα. Κρατούσα την αίσθηση από το φιλί που μου ‘δωσε στο μάγουλο και τον ερωτισμό που ένιωσα όταν ακούμπησα τα γυμνά της μπράτσα… ‘Τι ήταν παιδάκι μου αυτή η φωνή;’ με ρώτησε από το κατώφλι της πόρτας όπου μεσάνυχτα υπνοβατούσε μια γριούλα. Η φωνή της Μαρίας ως μαγική ξεπερνούσε τα φυσικά όρια… Υπολόγισα τα οχτακόσια μέτρα απόστασης και ανατρίχιασα…».

Σε άλλη συνέντευξη αφηγείται:

«Πρόβα δεν υπήρξε ποτέ! Ό,τι έπαιξα το έπαιξα prima vista. Ελάχιστοι ίσως γνώριζαν ότι η Κάλλας είχε αποφασίσει να τραγουδήσει εκείνο το βράδυ στην κεντρική πλατεία της πόλης και στο στημένο πάλκο για τις παραστάσεις των φολκλορικών χορευτικών συγκροτημάτων. Το πιάνο μεταφέρθηκε την τελευταία στιγμή κι ύστερα από τη δική μου συναίνεση. Το μόνο δε, που κατάφερα να αρθρώσω μπροστά στην ντίβα, όταν μου πρότεινε το σπαρτίτο της Καβαλλερία Ρουστικάνα, ήταν: «Δώστε μου λίγο χρόνο να το δω» και χώθηκα σ’ ένα σοκάκι δίπλα στη σκηνή για να δω την παρτιτούρα και να βάλω κάποιους δαχτυλισμούς. Λίγο πριν, είχε μαθευτεί ότι η μεγάλη Μαρία Κάλλας θα τραγουδούσε κι ένα πλήθος, πέρα από τους καθήμενους ήδη θεατές του φολκλόρ, κατέκλυσε την πλατεία. Άκρα του τάφου σιωπή. Είναι κάποιες σκηνές που δεν περιγράφονται εύκολα. Ο κόσμος, όλος αυτός ο λαός που έβλεπε πρωτόγνωρα πράγματα να συμβαίνουν στον «ξεχασμένο» τόπο του, παραληρούσε μαγεμένος. Ίσως να μάντευε ότι η παρουσία της Κάλλας και του Ωνάση τότε στην άγνωστη Λευκάδα θα έδινε την ώθηση για ένα καινούργιο μέλλον στο νησί. Σε ό,τι με αφορά, ασφαλώς και ένιωσα «υπερήφανος» και τυχερός υπό μίαν άποψη, για το συμβάν εκείνης της βραδιάς. Δεν έμεινα όμως κολλημένος στο γεγονός, όπως ίσως κάποιοι άλλοι θα έπρατταν. Είχα επιλέξει μια άλλη πορεία, χωρίς δεκανίκια…»

Απ’ τη χούντα στο Παρίσι

«Έφυγα από μια θλιβερή χούντα εδώ και πήγα στα 20 χρόνια μου και κάτι σε ένα ηφαίστειο! Αφενός βρέθηκα μέσα στον Μάη του ’68. Και ένα μήνα αφότου πάτησα το πόδι μου εκεί βρέθηκα να παρακολουθώ μια διάλεξη του Γιέρζι Γκροτόφσκι, του τεράστιου αυτού θεατράνθρωπου, και σε μια εβδομάδα μέσα να βλέπω τη Royal Shakespeare Company του Πίτερ Μπρουκ. Και λίγο μετά να πηγαίνω σε μια συναυλία του Λουτσιάνο Μπέριο με την Κάθι Μπερμπέριαν. Μετά από λίγο γνώρισα τον Λουίτζι Νόνο και γίναμε φίλοι. Και παρόλο που ήμουν ένα εκκολαπτόμενο πιτσιρίκι, ο άλλος σε λάμβανε υπ’ όψιν του! Κουβέντιαζε μαζί σου επί ίσοις όροις. Σου έλεγε πράγματα σημαντικά».

Η γνωριμία με τον Χατζηδάκι

«Γνώρισα τον Χατζιδάκι στη Ρώμη – έγραφε στο στούντιο το σάουντρακ του «Faccia di spia». Έπαιζα Hammond και κάναμε πρόβες με τον Θεοδωράκη και έρχεται και μου λέει «Από που είσαι, βρε;». Του απάντησα «Από τη Λευκάδα». Με ρώτησε τι κάνω στη Γαλλία, του είπα ότι σπουδάζω ακόμα και ό,τι άλλο έκανα σε σχέση με τη μουσική, ότι γνωρίζω τον Ξενάκη, τον Ντόιτς, τον Ανρί Ντιουτιλέ κ.λπ. Όποτε ερχόταν στο Παρίσι από την Αμερική, βλεπόμαστε. Με τη μεταπολίτευση ο Μάνος ανέλαβε τη ραδιοφωνία και με πήρε τηλέφωνο κάνοντάς μου πλάκα: «Έμαθα ότι είσαι καλός συνθέτης! Να έρθεις κάτω, να δουλέψουμε!». Είχε γίνει και ένας αμηνηστευτικός νόμος – που τον είχαν κάνει για τα δικά τους τα παιδιά – αλλά πήρε κι εμένα μέσα! Έτσι, γύρισα πίσω ένα χρόνο μετά την πτώση της χούντας, το 1975. Γίνομαι freelance producer στο Τρίτο Πρόγραμμα παρουσιάζοντας σημαντικούς δίσκους και γράφω και διάφορα έργα. Ανάμεσα στα πολλά που έκανα ήταν και η μουσική στο θεατρικό «Zoo Story» του ‘Εντουαρντ Άλμπι για την εκπομπή «Το Θέατρο στο Τρίτο», όπου έγραψα σε στυλ νεοϋορκέζικης τζαζ, όπου είχα την Greek Fusion Orchestra μαζί με τους αυτοσχεδιαστές (Γιάννης Θεοδωρίδης τρομπέτα, τον αδελφό του τον Γιώργο τον μπασίστα, που έχει πεθάνει, τον πιανίστα Γιάννη Τερεζάκη κ.ά.) και είχε εκπλαγεί και ο Μάνος από το αποτέλεσμα».

Σχετικά άρθρα