Αποχαιρετώντας τον Στέφανο Ληναίο: «Στόχος του πολιτικού εξόριστου είναι να φτιάξει μια καλύτερη πατρίδα»
© ΣΠΥΡΟΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ/EUROKINISSI

Αποχαιρετώντας τον Στέφανο Ληναίο: «Στόχος του πολιτικού εξόριστου είναι να φτιάξει μια καλύτερη πατρίδα»

Όσα είχε πει στις σπάνιες συνεντεύξεις του για τον συνδικαλισμό και το ΠΑΣΟΚ, το θέατρο και τον Ντάριο Φο, την αυτοεξορία και την επί 65 χρόνια σύζυγό του Έλλη Φωτίου.

Αγωνιστής σε όλη του τη ζωή, ακάματος εργάτης του θεάτρου και άνθρωπος αφοσιωμένος στην τέχνη και μέσα από αυτή στην υπηρεσία της κοινωνίας, ο Στέφανος Ληναίος έφυγε από τη ζωή στα 98 του χρόνια, έχοντας δίπλα του την επί 60 και βάλε χρόνια σύζυγό του Έλλη Φωτίου και τα παιδιά του, Μαργαρίτα Μυτιληναίου και Αλέξη.

Ποιος ήταν ο Στέφανος Ληναίος

Γεννημένος το 1928 στη Μεσσηνία, σπούδασε στη Σχολή Θεάτρου Αθηνών στα τέλη της δεκαετίας του ’40 και αποφοίτησε το 1969 από τη Βασιλική Ακαδημία Δραματικής Τέχνης (Royal Academy of Dramatic Art – RADA) του Λονδίνου. Την περίοδο 1954 – 1967 συνεργάσθηκε με περισσότερους από 20 θιάσους σε 100 θεατρικά έργα ενώ εμφανίστηκε σε 100 κινηματογραφικές ταινίες, ραδιοφωνικές εκπομπές και στην τηλεόραση. Το 1970, μαζί με τη σύζυγό του, επίσης ηθοποιό Έλλη Φωτίου, ίδρυσαν το «Σύγχρονο Ελληνικό Θέατρο» στο Θέατρο Άλφα, παρουσιάζοντας δεκάδες έργα ελληνικού και διεθνούς ρεπερτορίου, ώσπου το 2021 παραχώρησαν την καλλιτεχνική διεύθυνση στον Τάσο Ιορδανίδη και τη Θάλεια Ματίκα.

Έχει διατελέσει γενικός γραμματέας του Συνδέσμου Ελλήνων Ηθοποιών το 1966-1967, οπότε παύθηκε από τη χούντα λόγω πολιτικών φρονημάτων. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας αυτοεξορίστηκε στο Λονδίνο, συμμετέχοντας ενεργά στην αντιδικτατορική δράση. Ήταν σύμβουλος της Πανελλήνιας Ένωσης Ελευθέρου Θεάτρου (ΠΕΕΘ) από το 1975 και του Ελληνικού Κέντρου Θεάτρου από το 1977. Επίσης αποτέλεσε μέλος του Σωματείου Βρετανών Ηθοποιών.

Ακολουθούν αποσπάσματα από συνεντεύξεις του που κυκλώνουν μια ζωή γεμάτη, αφοσιωμένη στο θέατρο και την κοινωνία.

Για το θέατρο

«Αν δεν έχεις κάτι να πεις, δεν έχει νόημα να κάνεις θίασο. Φοβάμαι, όμως, ότι σ’ ένα μεγάλο ποσοστό οι περισσότεροι δεν έχουν κάτι να πουν, απλώς δημιουργούν θιάσους, επειδή θέλουν να παίξουν πρώτους ρόλους ή κάποια έργα που αγαπούν».

«Το εισιτήριο, αν το σκεφθούμε εμπορικά, είναι φθηνό, γιατί το κόστος του θεάτρου είναι μεγάλο. Αν, όμως, το σκεφθούμε με την τσέπη του μέσου Έλληνα πολίτη είναι πολύ ακριβό και πιστεύω ότι θα έπρεπε να είναι δωρεάν. Όμως, δεν είναι εκεί το θέμα μας. Η ουσία είναι να είναι ωφέλιμη η τέχνη. Τα έργα να παίζονται για όλο τον κόσμο και να τα καταλαβαίνει όλος ο κόσμος. Παλιότερα, μ’ ένα καλό έργο ή βιβλίο ή με τη μουσική την καλή, διαμορφώναμε τον αυριανό πολίτη. Σήμερα τον αυριανό πολίτη τον διαμορφώνει το κουτσομπολιό μιας ώρας στην τηλεόραση, κάποια πρωινάδικα και κάποια μπουζουξίδικα, που προβάλλονται σκανδαλωδώς. Υπάρχουν εκείνοι, λοιπόν, που ενδιαφέρονται γι’ αυτά τα τελευταία και διαθέτουν τα χρήματά τους στην ανάλογη “διασκέδαση”».

«Πέρασε η εποχή των αυτοδίδακτων, όπως πέρασε και η εποχή με τους κομπογιαννίτες γιατρούς. Γιατί το επάγγελμα του ηθοποιού να θεωρείται τόσο απλό; Ο Ροντήρης έχει πει ότι το επάγγελμα του ηθοποιού είναι το δυσκολότερο απ’ όλα, γιατί ο ηθοποιός παίζει με το σώμα του. Έχετε δει πιανίστα να παίζει με ξεκούρδιστο πιάνο; Πώς θα παίξει ο ηθοποιός με ανεκπαίδευτο σώμα; Γι’ αυτό έχουμε φτάσει σήμερα να έχουμε απαίδευτους ηθοποιούς που υποκύπτουν στα πάντα. Γι’ αυτό δέχονται να παίζουν με μικρότερα μεροκάματα, ακόμα και το Εθνικό κατέβασε τα μεροκάματα και δεν υπάρχει κανείς να διαμαρτυρηθεί».

Στέφανος Ληναίος ελλη φωτίου
© EUROKINISSI

Για το θέατρο Άλφα – Ληναίος-Φωτίου

«Δεν πίστευα ποτέ ότι αυτό είναι το θέατρο που φάγαμε τη ζωή μας για 60 χρόνια. Είναι μια παράσταση που δεν έχει καμία σχέση με εμάς, είναι πια το μέλλον. Αυτά τα δύο παιδιά νόμιζαν ότι ήταν σπίτι τους, νόμιζαν ότι ήταν σπίτι τους, και επειδή δεν ακούμε και καλά όπως καταλαβαίνετε, καταλαβαίναμε όμως από τις αντιδράσεις σας πως είναι πια ένας άλλος χώρος».

«Απορώ πώς αντέξανε αυτά τα τρία κτίρια, μέχρι να έρθω εδώ είχα κλάψει 3 φορές και όμως άντεξαν, όχι μόνο γιατί τελικά αυτή η εικόνα που μας έδιναν στην αρχή ήταν άγνωστη, άγνωστη εντελώς. Εμείς έχουμε ασχοληθεί με αυτήν την ποίηση της καθημερινότητας, που ήταν αυτό το έργο, ποίηση δύο ζευγαριών σημερινών, εμείς έχουμε ζήσει σε έναν άλλον κόσμο που από μικρά παιδιά αντέξαμε Κατοχές, δικτατορίες, αντιστάσεις, κυνηγητά και τόσα πράγματα και έχουμε ένα θέατρο δικό μας. Πώς το καταφέραμε, δεν ξέρω. Ίσως επειδή εμείς ούτε βίλες αγοράσαμε, ούτε άλλα πράγματα».

«Δεν πίστευα ότι ο Θεός υπάρχει που μας έφερε αυτά τα δύο παιδιά εδώ, πώς αντέχετε να το παίζετε αυτό το έργο; Πώς αντέχετε;»

Για το «Δεν πληρώνω» και τον Ντάριο Φο

«Το “Δεν πληρώνω, δεν πληρώνω” το ανεβάσαμε πρώτη φορά το 1979-80. Μετά πάλι το 1990 και το 2000, όταν ο Ντάριο Φο πήρε το Νόμπελ και ήρθε στους Δελφούς, όπου είχα την τιμή να με καλέσουν και να παίξω έναν μονόλογο από το έργο. Εδώ και πέντε μήνες με ενημέρωσαν οι επιτροπές πολιτών ότι θα χρησιμοποιήσουν τον τίτλο του έργου και μας ζήτησαν να κάνουμε μια παράσταση στα διόδια. Το βρήκα ελκυστική ιδέα, γιατί, ξέρετε, ό,τι καλό έκανα το έκανα στις δύσκολες εποχές… Στη συνέχεια, λοιπόν, αποφασίσαμε να το παρουσιάζουμε Δευτέρα και Τρίτη. Οι επιτροπές των διοδίων ήταν αυτές που με επηρέασαν και ανέβασα ξανά το έργο».

«Για τον Ντάριο Φο αυτό είναι μεγάλη τιμή. Είναι μια δικαίωση, γιατί αποδεικνύεται προφητικός. Όταν τον ενημέρωσα, μου απάντησε ότι θα στείλει το έργο “φρέσκο” και μου έδωσε την άδεια να το μεταφέρω στην ελληνική πραγματικότητα, γιατί γνωριζόμαστε χρόνια και ξέρει τον τρόπο που δουλεύουμε. Αν και υπάρχουν πράγματα που έχει αλλάξει, αυτά αφορούν μόνο ένα μέρος του έργου, π.χ. έχει κομμάτια όπου σατιρίζει τον Μπερλουσκόνι κι εγώ αυτό το έφερα στα μέτρα του Γ. Παπανδρέου. Οι διαφορές είναι μικρές. Έτσι λοιπόν αυτό το έργο, γραμμένο πριν από τόσα χρόνια, αποδεικνύεται προφητικό, γιατί γίνεται πραγματικότητα αυτό που έγραφε… Γνωρίζετε άλλωστε πως την εποχή εκείνη τον Ντάριο Φο τον πήγαν στα δικαστήρια, όπου και αθωώθηκε, με την περίφημη φράση του εισαγγελέα ότι «πρέπει να δικαστεί μαζί του και ο Αριστοφάνης». Και για μας όμως είναι συγκινητικό, γιατί, μετά από 500 παραστάσεις, συμβάλαμε κι εμείς για να γίνει κτήμα του κόσμου».

Για την εξορία και την πολιτική

«Έχω υπάρξει μετανάστης και μάλιστα λαθραίος, γιατί στη δικτατορία, όταν το σκάσαμε με την Έλλη, πήγαμε στην Αγγλία σαν τουρίστες, είχα όμως την τύχη να με αγκαλιάσει το Σωματείο Βρετανών Ηθοποιών, επειδή ήμουν γραμματέας του ΣΕΗ. Εμείς έξω αγωνιζόμασταν με δύο αιτήματα: Βοηθήστε μας να επιβιώσουμε και βοηθήστε μας να ξαναγίνει η πατρίδα μας δημοκρατία. Δεν ζητήσαμε πολιτικό άσυλο ούτε ιθαγένεια. Ο στόχος του πολιτικού εξόριστου είναι να φτιάξει μια καλύτερη πατρίδα, όχι να μείνει στο εξωτερικό…»

«Εμείς ποτέ δεν λέμε «αντίσταση για την αντίσταση». Γιατί διώχνουμε τον κακό κυβερνήτη. Και μετά ποιον βάζουμε; Αυτό είναι το πρόβλημα που έχουμε και τώρα… Γι’ αυτό προσπαθούμε, με τον Θεοδωράκη, με τη «Σπίθα», την Κίνηση Ανεξάρτητων Πολιτών, κάτι να κάνουμε ώστε να μάθει τουλάχιστον ο ελληνικός λαός ότι στα χέρια του είναι ποιον να ψηφίζει και ποιον όχι».

«Ένα άλλο ΠΑΣΟΚ φτιάξαμε, στηρίξαμε, πιστέψαμε. Όμως, δεν μετάνιωσα καθόλου. Αντίθετα χαίρομαι γιατί μπαίνοντας στη Βουλή απέκτησα τεράστια εμπειρία. Κατάλαβα ότι η Βουλή είναι επάγγελμα και εγώ δεν είχα καμία διάθεση να το ακολουθήσω. Η πολιτική υπηρετεί την σκοπιμότητα και δεν μπορεί να κάνει αλλιώς, ενώ η τέχνη υπηρετεί την αλήθεια».

Στέφανος Ληναίος
© ΣΠΥΡΟΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ/EUROKINISSI

Για την Έλλη Φωτίου

«Την Έλλη την περνάω 12 χρόνια. Εγώ ήθελα έναν άνθρωπο να πορευτώ. Το πρότυπό μου ήταν ο Λόρενς Ολίβιε και η Βίβιαν Λι. Σε δυο – τρεις κοπέλες που είχα γνωρίσει, δυστυχώς, το εξωτερικό δεν είχε καμμία σχέση με το εσωτερικό! Μέχρι που κάποια στιγμή έρχεται ένα κοριτσάκι 18 χρόνων, η Έλλη, στα σκαλιά του θέατρου Μουσούρη και αυτό ήταν: έπαθα πλάκα μόλις την είδα. Απλώς επειδή αμέσως κατάλαβα ότι με την Έλλη δεν μπορούσα να παίξω, την παίδεψα μέχρι να σιγουρευτώ ότι αυτή είναι ο άνθρωπός μου».

«Πρέπει, επίσης, να πω ότι πολλές, μεγάλες αποφάσεις δεν τις πήρα εγώ, αλλά η Έλλη. Οταν έγινε η δικτατορία, ήμουν βέβαιος ότι θα με συλλάβουν. Η Έλλη όχι μόνο δεν είχε σχέση με την πολιτική, αλλά τότε ήταν και στις μεγάλες της δόξες, ήταν το νέο μεγάλο αστέρι. Μάλιστα, ήταν έτοιμη να πάει στην Σοβιετική Ένωση να γυρίσει ταινία με συμπρωταγωνιστή τον Ουλιάνοφ, σε σενάριο του Σεβαστίκογλου και σκηνοθεσία του Μάνου Ζαχαρία. Θα μπορούσε να μείνει πίσω· άλλωστε, δεν είχαμε κάνει ακόμη παιδιά, ήμασταν μόλις δυο χρόνια παντρεμένοι. Όχι μόνο δεν έμεινε, αλλά πήρε το αεροπλάνο, πήγε στο Παρίσι, συναντήθηκε με πολλούς αυτοεξόριστους και προσπάθησε να δει πού θα μπορούσαμε να εγκατασταθούμε. Μετά επέστρεψε στην Ελλάδα, τα μαζέψαμε και πήγαμε τελικά στο Λονδίνο».

Για τη ζωή

«Για μένα οι ρομαντικοί είναι οι περισσότερο ρεαλιστές, γιατί ρομαντικοί είναι αυτοί που βλέπουν τα πράγματα όπως θα έπρεπε να είναι. Εμείς πρέπει να αγωνιζόμαστε γι’ αυτό που πιστεύουμε. Δεν έχει σημασία αν θα γίνουν σήμερα ή μετά από πέντε ή δέκα χρόνια… Από εκεί και πέρα, εσείς νέοι είστε, πάρτε τη σκυτάλη και προχωρήστε. Μόνο μην μένετε κολλημένοι στον καναπέ και την τηλεόραση…»

«Δεν θέλω να διορθώσω τον κόσμο. Απλώς από μικρός έμαθα από την οικογένειά μου ότι πρέπει στη ζωή κανείς να είναι ωφέλιμος. Και ως άνθρωπος και ως επαγγελματίας. Ειδικά ο πνευματικός άνθρωπος δεν είναι ο άνθρωπος του γραφείου, αλλά αυτός που ακουμπάει, αφουγκράζεται, συνομιλεί με τον κόσμο».

«Δεν θα νανούριζα τα παιδιά. Θα τα ξύπναγα με κομμάτια από την ιστορία μας. Από το Θουκυδίδη μέχρι και το Μακρυγιάννη και με την ποίηση από το Σολωμό και τον Παλαμά μέχρι το Σεφέρη και το Ρίτσο».

Σχετικά άρθρα