Ένας φωτογράφος μετράει τα άστρα
Ο Λουκάς Χαψής δεν είναι πια ένας φωτογράφος μόδας. Δεν αναζητά πια τη λάμψη των editorials στα περιοδικά, αλλά τη λάμψη των άστρων στα πιο απίθανα μέρη του πλανήτη. Ένας Ιντιάνα Τζόουνς της φωτογράφισης, που γυρίζει τον κόσμο καβάλα στο απαστράπτον άτι του.
ΜΟΥ ΑΡΕΣΕ ΝΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΖΩ ΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ, ΟΧΙ ΤΑ ΡΟΥΧΑ ΤΟΥΣ
Τον Λουκά τον ήξερα χρόνια από τη δουλειά του στα περιοδικά. Σχεδόν από κεκτημένη ταχύτητα, κάτω από τα περισσότερα editorials μόδας ή τα still life, δίπλα στα photo credits έβαζα την επωνυμία «Studio Loukas Hapsis».
Το τέλος του περιοδικού Τύπου, που άρχισε να γράφεται πριν από την αρχή της οικονομικής κρίσης, ήταν η αφορμή για να μάθουμε πως ο Λουκάς δεν είναι απλώς ένας φωτογράφος μόδας, αλλά ένας φωτογράφος που αγαπά τη φωτογραφία περισσότερο από τη μόδα. Για την ακρίβεια, είναι ένας φωτογράφος που δεν αγαπά καθόλου τη μόδα. «Δεν ήμουν ποτέ άνθρωπος της μόδας. Μου άρεσε να φωτογραφίζω τις γυναίκες, όχι τα ρούχα τους. Ποτέ δεν με ενδιέφερε το ρούχο. Βλέπω παλιές δουλειές και δεν με αντιπροσωπεύουν. Τα ρούχα δεν βλέπονται καν. Αντίθετα, αυτά που έκανα για μένα, στο τέλος της επαγγελματικής φωτογράφισης, τα βλέπω ακόμη και σήμερα και καμαρώνω. Πάντα έκανα παράλληλα πράγματα. Για παράδειγμα, το ΄96 είχαμε κατέβει Σαντορίνη με μια φοβερή Σουηδέζα (χορεύτρια-χορογράφο, που έκανε και μόντελινγκ) να κάνουμε μόδες για το “Εγώ”. Μόλις τελειώνουμε τη δουλειά, την ψήνω και κάνουμε για πάρτη μας μια σειρά φωτογραφιών, όπου ποζάρει γυμνή στην Καλντέρα. Επειδή άρεσαν πολύ, δημοσιεύτηκαν αργότερα και στο “Status”, έγιναν εξώφυλλο στον “Φωτογράφο” κ.λπ., αλλά ήταν μια δουλειά που έγινε όχι γιατί μου την είχαν αναθέσει, αλλά γιατί πάντα μου άρεσε να πειραματίζομαι με τα μοντέλα μετά τα editorials μόδας. Έχω φυλαγμένα ολόκληρα ντοσιέ από αυτά τα… πειράματα, που δεν έχουν δημοσιευτεί ποτέ».
ΔΕΝ ΕΠΙΔΙΩΞΑ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ, ΗΡΘΑΝ ΜΟΝΑ ΤΟΥΣ
«Μη νομίζεις όμως πως απαξιώνω το παρελθόν μου. Ακόμη δουλεύω για τα περιοδικά -κάνω still life για το “Bazaar”- απ’ αυτό βιοπορίζομαι. Αυτό μου δίνει τη δυνατότητα να κάνω αυτό που μου αρέσει, να γυρίζω τον κόσμο και να τραβάω τις φωτογραφίες που εγώ θέλω. Η μόδα μού έκανε καλό. Έζησα μια χρυσή εποχή. Το στούντιο ήταν φάμπρικα… Είχα, να φανταστείς, 3 βοηθούς. Έκανα slow down από το ’05-΄06 και μετά, όταν ήρθε το πρώτο παιδί στη ζωή μου. Και, όπως λένε, ό,τι παρατάς, σε παρατάει. Δεν επιδίωξα τα πράγματα, ήρθαν μόνα τους».
Την τελευταία φράση την επαναλαμβάνει πολλές φορές ο Λουκάς κατά τη διάρκεια της συζήτησης στο The Clumsies, και μάλλον δεν είναι τυχαίο. Φυσιολάτρης και άνθρωπος της περιπέτειας, …άμπαλος στις δημόσιες σχέσεις, απέφευγε πάντα να μιλάει για τη δουλειά του ή να αυτοπεριορίζεται με αυστηρά επαγγελματικούς στόχους. Μέχρι σήμερα προτιμά να μιλάει η δουλειά του γι’ αυτόν παρά εκείνος για τη δουλειά του. Έτσι εξηγείται και το ότι έμεινε ανέγγιχτος από την αβάσταχτη ελαφρότητα των fashion φωτογραφίσεων, κι ας ήταν η καθημερινότητά του. «Ήμουν αθώος μέχρι χαζομάρας. Πάντα υπήρχε πηγαδάκι στα καμαρίνια, μου ‘λεγαν κουτσομπολιά και εγώ δεν τα πίστευα. Μου έλεγαν για διάφορα γνωστά σήμερα μοντέλα που είχα αναλάβει να φωτογραφίσω. Προ κρίσης μάλιστα, κάποια στιγμή, δεν ξέρω τι έγινε και αποφάσισα, έτσι ξαφνικά, να σταματήσω να φωτογραφίζω γούνες. Μάλιστα, ένα χριστουγεννιάτικο θέμα του “Hello” με γούνες της Σαμαρά που αρνήθηκα να φωτογραφίσω ήταν η αιτία για να διακοπεί η συνεργασία μου με το περιοδικό. Αντίθετα, στο Harper’s Bazaar, σεβάστηκαν την επιθυμία μου», θυμάται και χαμογελά.
Ο Λουκάς γενικά είναι ένας άνθρωπος που χαμογελά εύκολα, με την ευκολία που χαμογελάνε τα παιδιά. Είναι μάλλον η ίδια παιδική αθωότητα που τον οδηγεί στο δρόμο της μόνιμης αναζήτησης, στην υπέρβαση των πρακτικών δυσκολιών και στην επιμονή -ή εμμονή;- να δοκιμάζει συνεχώς τα προσωπικά του όρια. Πώς αλλιώς θα μπορούσε, άλλωστε, να είναι κάποιος που βλέπει τον εαυτό του όχι ως επαγγελματία, αλλά πάνω απ’ όλα ως καλλιτέχνη; «Δεν είμαι άνθρωπος που κάνω δουλειές. Δουλειά το λες;» μου απάντησε σχεδόν θιγμένος όταν τον ρώτησα για τις εκθέσεις του.
ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΑ ΑΣΤΡΑ ΞΕΚΙΝΑ
Η πρώτη έκθεση του Λουκά Χαψή, το 2010, είχε ως θέμα τη Νήσο του Πάσχα, όπου πήγε να απαθανατίσει την έκλειψη του Ηλίου και πολλές ακόμη αστροφωτογραφίες με κεντρικό θέμα τα εμβληματικά πέτρινα αγάλματα Moai. Γι’ αυτό και ο τίτλος «Παρατηρητές του Χρόνου» φέρει τον υπότιτλο «ένα αστρικό ταξίδι στη γη των Moai».
«Όταν έφτασα εκεί, μου ζήτησαν να συμπληρώσω ένα κατεβατό για να πάρω την άδεια να φωτογραφίσω. Μεταξύ άλλων, με ρώταγαν τι budget διαθέτω, πόσα άτομα έχει το team μου… Και το καλύτερο; Μου ζήτησαν να πληρώνω 2.000 δολάρια για κάθε μέρα. “Για ποιο budget μού λέτε, ρε παιδιά, και ποιο team; Εγώ είμαι καλλιτέχνης. Τρώω μία φορά τη μέρα κονσέρβες και μένω σε αντίσκηνο”» θυμάται και γελάει. «Μέχρι που βρέθηκε ο υπεύθυνος του αρχαιολογικού χώρου… Μου έδωσε άδεια για μία βδομάδα με τον όρο να του δίνω φωτογραφίες για το site του». Κάπως έτσι, με τη βοήθεια της τύχης –που τελικά βοηθά τους τολμηρούς- αλλά και τη δημιουργική τρέλα του Λουκά, ξεκίνησε να συλλέγεται το υλικό για την πρώτη έκθεση. «Όταν γύρισα, σκέφτηκα πως θα ήταν αμαρτία να μην τις δει ο κόσμος. Κάποιος φίλος, πάλι τυχαία, με έφερε σε επαφή με τον Διονύση τον Σιμόπουλο, ο οποίος με στήριξε πάρα πολύ και φτάσαμε στην πρώτη έκθεση στο Πλανητάριο».
Ωστόσο η ιδέα να καταγράψει φωτογραφικά τις πιο ενδιαφέρουσες ολικές εκλείψεις στον κόσμο ξεκίνησε να υλοποιείται πολύ πριν την επίσκεψη στη Νήσο του Πάσχα. «Τα νησιά του Πάσχα ήταν η 6η έκλειψη. Η πρώτη έκλειψη ήταν το ‘95 στην Ταϊλάνδη. Τότε έφαγα την φλασιά». Πράγματι, τότε ξεκίνησε και το ταξίδι του Λουκά σε έναν καινούργιο… γαλαξία, αυτόν της αστροφωτογραφίας. «Η πρώτη έκλειψη στην Ταϊλάνδη ήταν ορόσημο. Τότε άρχισα να διαβάζω αστρονομία, τότε αγόρασα και το πρώτο τηλεσκόπιο. Δύσκολες εποχές…» θυμάται και αρχίζει να μου λέει για κάτι περίεργα μείγματα-πατέντες, στα οποία έψηνε τα φιλμ.
Αντίθετα, σήμερα η εξέλιξη της τεχνολογίας όχι μόνο έχει μειώσει το κόστος της φωτογράφισης, αλλά έχει διευκολύνει σε τέτοιο βαθμό την διαδικασία της φωτογράφισης, που ξαφνικά οι ερασιτέχνες έγιναν περισσότεροι από τους επαγγελματίες. «Σήμερα πια με 500 ευρώ παίρνεις μηχανή. Κάνεις ένα site και το παίζεις φωτογράφος. Τότε, μόνο να εμφανίσεις τα φιλμάκια ήταν έξοδο τεράστιο. Και αν καίγονταν τα φιλμάκια… ξανά από την αρχή. Μου αρέσει όμως που ο κόσμος ασχολείται με τη φωτογραφία. Έτσι βλέπει πράγματα που δεν τα έβλεπε πριν. Αυτό είναι η φωτογραφία. Σε κάνει να βλέπεις… σε κάνει να ψάχνεις. Η φωτογραφία είναι η κινητήριος δύναμή μου. Όλα ξεκινάνε από κει. Τα ταξίδια μου ξεκινάνε από κει».
«Αλήθεια, είναι πολλοί αυτοί που ασχολούνται με την αστροφωτογραφία;» τον ρωτάω. «Ουυυ, είναι πολλοί πια. Είμαι από τους πρώτους που ασχολήθηκαν με αυτό. Παράλληλα με μένα ξεκινούσαν κάποιοι Αμερικάνοι και Αυστραλοί. Εγώ ωστόσο δεν ασχολούμαι τόσο με deep sky, όπως οι περισσότεροι. Δεν με ενδιαφέρει η φωτογραφία μέσα από το τηλεσκόπιο. Δεν με ενδιαφέρει να κάνω άλλη μία λήψη του γαλαξία, πανομοιότυπη με χιλιάδες άλλες. Μ’ αρέσει να τα συνδέω με το γήινο τοπίο. Θέλω το milky way διαφορετικά».
«Και οικονομικά τι γίνεται; Αποφέρει κέρδη;» «Κάθε άλλο» μου απαντά. «Η αστροφωτογραφία κοστίζει. Αλλά είναι πια τρόπος ζωής για μένα. Όλοι ξοδεύουν κάπου, εγώ εκεί. Σε βάθος χρόνου, ο αληθινός πλούτος είναι μέσα μου. Τα ταξίδια μου δεν μπορεί να μου τα πάρει κανείς» καταλήγει και πνίγω την επόμενη ερώτησή μου σε μια μεγάλη γουλιά καφέ. Τι να ρωτήσεις μετά από αυτό;
«ΖΩΓΡΑΦΙΖΟΝΤΑΣ» ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ
«Η συλλογή του Λουκά είναι πρωτόγνωρη για τα ελληνικά δεδομένα, αφού εμφανίζει 14 αρχαιολογικούς χώρους της χώρας μας φωτογραφημένους για πρώτη φορά την νύχτα, όπως απαιτούσαν οι ανάγκες της παράστασης του Ευγενιδείου Πλανηταρίου, με τίτλο “O Ουρανός των Αρχαίων”» γράφει ο διευθυντής του Πλανηταρίου Διονύσης Σιμόπουλος, στο προλογικό σημείωμα για την έκθεση του Λουκά Χαψή «Ναοί στο σχήμα του Ουρανού».
«Το 2013 το Ίδρυμα Ευγενίδου γιόρταζε τα 10 χρόνια λειτουργίας του Νέου Ψηφιακού Πλανηταρίου και -στα πλαίσια του εορτασμού- φτιαχνόταν και μια ταινία. Μου λέει ο Σιμόπουλος: “θα σου εξασφαλίσω άδειες, πήγαινε και κάνε μερικά κλικ να τα βάλω μέσα στην παράσταση”. Κανονίζει πρώτο ταξίδι Δήλος. Πάω έξι βραδιές κοντά στη νέα σελήνη, χωρίς φεγγάρι, για να είναι πιο σκοτεινός ο ουρανός. Κι εγώ, αντί για μερικές φωτογραφίες, του έφερα ολόκληρο time-lapse. Ενθουσιάζεται και κατευθείαν μου βγάζει άδειες για Δελφούς, Ολυμπία και Κνωσό. Τελικά καταλήξαμε σε 14 αρχαιολογικούς χώρους. Η φωτογράφιση κράτησε σχεδόν 14 μήνες, από 3 έως 6 βραδιές στον κάθε χώρο. Ξενυχτούσα και κοιμόμουν τη μέρα» διηγείται ο Λουκάς και τα μάτια του λάμπουν σαν να πρόκειται να ξεκινήσει τώρα το νυχτερινό ταξίδι του στα αρχαία μνημεία. Μα ολομόναχος; Μέσα στη νύχτα; «Ναι, one man show. Την ίδια δουλειά για να την κάνει Αμερικάνος θα χρειαζόταν ολόκληρο συνεργείο» μου λέει περήφανος ενώ σκέφτομαι πως αν θα έδινα ένα παρατσούκλι στον Λουκά, αυτό θα ήταν «Ιντιάνα Τζόουνς». Δεν του το είπα, φοβούμενη μην προσβάλω το πάθος με το οποίο άρχισε να μου διηγείται τις περιπέτειές του.
«Στο Δίον, στο Ναό της Ίσιδος, έπρεπε να μπω μέσα στο νερό. Ευτυχώς με βοήθησε ο φύλακας. Πήγε βρήκε έναν φίλο του ψαρά στην Λεπτοκαρυά και μου έφερε γαλότσες, ένα παντελόνι-νιτσεράδα κι έτσι μπόρεσα να βυθιστώ στο νερό ώς τη μέση. Ολομόναχος, μαύρη μαυρίλα, να σκούζουν τα βατράχια με έναν εκκωφαντικό θόρυβο, να πετάγονται διάφορα από το νερό και να μη βλέπεις τι είναι… Βούλιαζε το ένα πόδι, για να ξεκολλήσω έβαζα δύναμη στο άλλο και στο τέλος βούλιαζαν και τα δυο μαζί. Στην αρχαία Μεσσήνη δεν με άφηναν να κοιμάμαι μέσα τη νύχτα. Έστηνα λοιπόν τις κάμερες μέχρι τις 12 και τις άφηνα να δουλεύουν μόνες τους. Λίγο πριν ξημερώσει, γύρω στις 4.30, πήγαινα να τις μαζέψω. Έπρεπε να περπατήσω κανά χιλιόμετρο μέσα στη νύχτα ενώ είχα στο νου μου μην πέσω πάνω στα αγριογούρουνα που πετάγονταν από το ρέμα». Γελάμε, παραγγέλνω δεύτερο καφέ, ενώ ξεφυλλίζω τα λευκώματα που μου έχει φέρει. Κοινός παρονομαστής σε όλες τις φωτογραφίες, η αιωνιότητα. Από τη μια ο γαλαξίας που στροβιλίζεται και από την άλλη οι αρχαίες πέτρες, ακίνητες μα την ίδια στιγμή λαλίστατες, κάτω από το ίδιο αστρικό φως εδώ και αιώνες. Είναι η πρώτη φορά που αρχαία μνημεία απεικονίζονται με αυτόν τον τρόπο, με αυτή την απόκοσμη, συμπαντική λάμψη του έναστρου ουρανού. «Λουκά, είναι αληθινό αυτό που βλέπω ή αποτέλεσμα μοντάζ;».
«Όλα όσα βλέπεις είναι αληθινά. Η μηχανή ανοίγει για 30 δευτερόλεπτα κι εγώ μέσα στα 30 δευτερόλεπτα πρέπει να προλάβω να τρέξω με το φακό μου και να φωτίσω επιλεκτικά τα σημεία που θέλω. Γι’ αυτό και σε μερικές φωτογραφίες, αν προσέξεις, φαίνονται τα πόδια μου. Αυτό είναι το light painting. Όσο για την τροχιά των άστρων, απλώς η μηχανή μένει ανοιχτή για 3 ολόκληρες ώρες. Έτσι καταγράφεται η διαδρομή τους».
«Κι αυτή τη φωτεινή επιγραφή στην Ακρόπολη, το “Earth Hour”, πώς τη σχημάτισες; Πάλι με το φακό;» τον ρωτάω. «Όχι, αυτή τη σχεδίασα με το φωτόσπαθο του γιου μου, από τα Jumpo. Μόλις έσβησαν τα φώτα της Ακρόπολης, στην Ώρα της Γης, άρχισα να φωτογραφίζω, αφού πριν είχα βάλει σημάδια κάτω για να ξέρω τι περίπου θα φωτίσω ώστε να σχηματιστούν τα γράμματα».
«Ποιος αρχαιολογικός χώρος είναι πιο μαγικός, πιο μυστηριακός;»
«Η Δήλος» μου απαντά χωρίς δεύτερη σκέψη. «Εκεί μου δώσανε ένα κτίσμα-παράγκα, από αυτά που μένουν οι αρχαιολόγοι όταν έρχονται στο νησί για να εργαστούν. Για μένα ήταν χλιδή. Είχε φυσικό αιρκοντίσιον. Από τις τρεις το μεσημέρι, που έφευγαν οι ορδές των τουριστών, το νησί ήταν για πάρτη μου. Εγώ και 3-4 φύλακες μόνο. Με είχε πιάσει δημιουργικό αμόκ».
Ξανακοιτάζω τις φωτογραφίες… Οι Ναοί στο Σχήμα του Ουρανού θα μπορούσαν να είναι η καλύτερη διαφημιστική καμπάνια του ΕΟΤ, χωρίς λόγια, χωρίς περιττές λεζάντες. Δεν έχουν ανάγκη από επεξηγήσεις, μιλάνε μόνες τους για το μεγαλείο αυτής της χώρας. Γιατί δεν έγινε ποτέ αυτό;
«Δεν μπορώ να κάνω μάρκετινγκ στον εαυτό μου. Ένας φίλος μου ανέλαβε να μου βρει την υπεύθυνη, έγραψε και μια ωραία επιστολή, τη στείλαμε. Ουδεμία απόκριση ποτέ. Δεν επέμεινα. Τι να επιμείνω; Εδώ πέρσι έγινε σκάνδαλο με το κλεμμένο βίντεο που πρόβαλλε ο ΕΟΤ. Έδειχνε μια διάσημη παραλία της Αυστραλίας, με το milky way, που λέγεται 12 Απόστολοι» λέει ελαφρώς πικραμένος και η συζήτηση κόβεται από άπειρα αποσιωπητικά.
Ο Λουκάς ευτυχώς δεν εξαρτά το πάθος του από κρατικές επιβραβεύσεις ή όποιου τύπου βραβεία. Συνεχίζει να κάνει μακρινά ταξίδια και να αιχμαλωτίζει με το φακό του νυχτερινά τοπία σε όλο τον κόσμο, από την Νορβηγία όπου πήγε το καλοκαίρι μέχρι την έρημο της Τυνησίας, όπου γυρίστηκε το Star Wars.
Συνεχίζει να είναι ο Ιντιάνα των φωτογράφων, ο μοναχικός cowboy, καβάλα πότε στο καινούργιο του «άλογο» (μια δυναμική BMW) και πότε στο αυτοκινούμενο τροχόσπιτό του. Δηλώνει σχεδόν ευτυχισμένος που έχει βρει το δρόμο του μέσα από τη φωτογραφία. Το μόνο του παράπονο ίσως είναι ότι δεν μπορεί να έχει –ακόμη- συνοδοιπόρους τα παιδιά του, τον Λευτέρη 10 χρόνων και τη Δέσποινα 7 χρόνων. Όποτε όμως είναι εφικτό, μοιράζεται μαζί τους την αγάπη του για τη φύση και την περιπέτεια. «Ο Λευτεράκης 4 χρόνων ανέβηκε στον Όλυμπο. Πρόσφατα πήρα τα παιδιά στον Αρκτούρο και τρελάθηκαν με τον Κυριάκο και τον Μανώλη, τις δυο αρκούδες. Πέρσι ταξιδέψαμε με σκηνή. Το τρίτο βράδυ κοιμηθήκαμε στον Χελμό. 10.30 το βράδυ άνοιξαν τη σκηνή και βρέθηκαν αντιμέτωποι με ένα κοπάδι γίδια. Έλαμπαν τα μάτια των γιδιών μέσα στη νύχτα, τα παιδιά είχαν εκστασιαστεί. Θα το θυμούνται μια ζωή».
Θέλω να τον ρωτήσω φεύγοντας, πού δεν έχει ταξιδέψει, αλλά έχει βραδιάσει πια. Είμαστε κουρασμένοι και οι δύο. Άλλωστε, ελπίζω ότι θα απαντήσει στο ερώτημα μέσα από την επόμενη έκθεση. Τον βλέπω να φεύγει καβάλα στην endurο του, με το σακίδιο στην πλάτη και την μπαντάνα στο λαιμό και σκέφτομαι: «Ναι, τελικά τον αδικεί το όνομα Λουκάς. Ιντιάνα θα τον φωνάζω από δω και πέρα».