Η ζωή και η ιδεολογία της Ελένης Γλύκατζη-Αρβελέρ μέσα απ’ τα δικά της λόγια
© ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΕΜΠΑΠΗΣ / EUROKINISSI

Η ζωή και η ιδεολογία της Ελένης Γλύκατζη-Αρβελέρ μέσα απ’ τα δικά της λόγια

«Η μόνη λύση είναι να μείνουμε αενάως νέοι, επειδή μόνο οι νέοι κάνουν δυνατά τα επιθυμητά». Αποχαιρετάμε τη διακεκριμένη ιστορικό που απεβίωσε στις 16 Φεβρουαρίου.

Αγωνίστρια, ιδεολόγος, αξιόπιστη: αυτές οι λέξεις είναι οι πρώτες που μας έρχονται στο μυαλό μαθαίνοντας για τον θάνατο την Ελένης Γλύκατζη-Αρβελέρ, της ιστορικού που έφερε στο προσκήνιο τη βυζαντική περίοδο της ελληνικής ιστορίας. Τόσο το εύρος των γνώσεών της όσο και η επιμονή της στο δημόσιο διάλογο, την έκαναν μια σπάνια διανοούμενη που θα εκλείψει όχι μόνο από τον ακαδημαϊκό κλάδο αλλά και από την εγχώρια πραγματικότητα. Από τα παιδικά της χρόνια στο Βύρωνα, την ένταξη της στην ΕΠΟΝ και τη συμμετοχή της στα Δεκεμβριανά μέχρι τη μετανάστευσή της στη Γαλλία όπου έγινε η πρώτη γυναίκα πρύτανης στη Σορβόνη και τη σταθερή από τότε παρουσίαση της στο ακαθημαϊκό γίγνεσθαι, γνωρίζουμε καλύτερα τη σπουδαία ιστορικό μέσα από τα δικά της λόγια.

Για τα παιδικά της χρόνια

«Οι γονείς μου γεννήθηκαν και έζησαν στη Μικρασία, στη Βιθυνία, από όπου τους ξερίζωσε βίαια η καταστροφή του 1922. Κρατώ μέχρι τώρα το κλειδί τού εκεί σπιτιού τους που έφεραν μαζί».

«Είμαι γεννημένη στο 21 της οδού Κολοκοτρώνη. Τότε, βέβαια, λεγόταν οδός Κοινωνίας των Εθνών, ύστερα Ιωάννου Μεταξά και μετά έγινε πάλι Κολοκοτρώνη. Αυτό για εμένα είναι η σύμπτυξη της ιστορικής μοίρας των λαών, που αλλάζουν τα καθεστώτα, τους συμμάχους και την ιστορία τους την ίδια».

«Μεγάλωσα σε μια οικογένεια με έξι παιδιά. Με τον μεγάλο μου αδελφό μου είχαμε 16 χρόνια διαφορά. Ο καθένας έκανε ό, τι ήθελε, αλλά η οικογένεια ήταν οργανωμένη και αγαπημένη».

«Η μάνα μου είχε μια ράφτρα στη Φιλολάου, ήταν εξοχή εκεί, κι όπως πηγαίναμε μια μέρα και τα παράθυρα ήταν ανοιχτά, γιατί είχε καλό καιρό –τι εικόνα κι αυτή!–, είδα σ’ ένα σπίτι μια βιβλιοθήκη. Ανέβηκα λίγο στο τοιχάκι, κρατήθηκα από το πρεβάζι στο παράθυρο και σηκώθηκα στις μύτες των ποδιών μου, να θαυμάσω την πρώτη βιβλιοθήκη που έβλεπα – τι ωραίο πράγμα!».

«Όταν ήμουν μικρή, κάποτε με ρώτησαν “ποιους θαυμάζεις;”. Aπάντησα “αυτούς που ξέρουν πολλά”. Οταν μεγάλωσα και με ρώτησαν ξανά, απάντησα “αυτούς που κάνουν πολλά”. Μιλούσα βέβαια πάντα για αγαθές πράξεις. Αν με ρωτήσεις σήμερα, θα σου απαντήσω ότι θαυμάζω αυτούς που ανέχονται πολλά».

Για την ΕΠΟΝ και τα Δεκεμβριανά

«Προσωπικά, δεν επιζητώ τίποτα και κανέναν που δεν είναι αληθινός. Όπως έλεγε και η μάνα μου, “το πρόσωπο είναι σπαθί”. Μου αρέσει η συντροφιά των νέων. Πάντοτε έχω κάτι να μάθω από τα νέα παιδιά». «Εγώ ήμουν τότε επονιτάκι και κατέβαινα κάθε μέρα στις διαδηλώσεις».

«3 Δεκεμβρίου ήταν μια μεγάλη διαδήλωση. Κατεβαίνουμε κόσμος και κοσμάκης στο Σύνταγμα κι εγώ βλέπω έναν άγγλο αξιωματικό ο οποίος μόλις είχε βγει από τη Μεγάλη Βρεταννία. Του δείχνω απάνω τη Βουλή όπου στις βεράντες ήταν αστυνομικοί. Του λέω «Τους βλέπετε αυτούς; Ιδιοι ήταν όταν ήταν και Γερμανοί. Καμιά διαφορά». Και γυρνάει και μου λέει «Ναι, το ξέρω». «Γίνεται η μεγάλη διαδήλωση και σε μία στιγμή ακολουθούσα την οδό Σταδίου. Σε εξώστη, νομίζω ξενοδοχείου, ένα χέρι σήκωσε το κάλυμμα που υπήρχε και έριξε μια χειροβομβίδα. Αυτή ήταν η αρχή των Δεκεμβριανών».

«Με τα Δεκεμβριανά, φεύγουμε μαζί με τον Μάνο Χατζιδάκι, τον Χρήστο Πασαλάρη και άλλους για το βουνό. Πάνω από τον Υμηττό πέφτουμε μετά στην Παιανία, όπου καπετάνιος ήταν ο Ορέστης. Όταν μας διώχνουν και από εκεί, με τα πόδια καταλήγουμε στην Κυψέλη. Στην Κυψέλη γνωρίζομαι με τον Iάννη Ξενάκη, με τον οποίο έγινα πολύ φίλη και μετά, στο Παρίσι. Μένουμε στο σπίτι ενός δωσίλογου, ώσπου να φύγουμε πια για να πάμε Σκούρτα, Λαμία και παραπάνω όταν ήρθαν οι Εγγλέζοι. Σε αυτό το σπίτι υπάρχει ένας Δον Κιχώτης του Θερβάντες κι ένας Καβάφης άκοπος. Λοιπόν, έφυγα στο βουνό με τον Θερβάντες και τον Καβάφη».

«Φεύγαμε από τον Υμηττό και το μόνο που θυμάμαι είναι η γλίστρα γιατί ήταν παγωμένο το βουνό, όταν πήγαμε να το καβαλήσουμε και να κατέβουμε. Κατεβαίνουμε από τον Υμηττό στην Παλλήνη και πήγαμε με τα πόδια από την Παλλήνη στην Κυψέλη γιατί όλη η Αθήνα ήταν με Αγγλους. Θυμάμαι ότι μαζί ήταν ο Ιάννης Ξενάκης, ο οποίος εκεί έχασε το μάτι του. Πήγαμε σε ένα σπίτι που είχε μια βιβλιοθήκη και θυμάμαι να διαβάζω όχι για πρώτη φορά, αλλά πάντως με πολύ μεγάλη προσοχή, τον “Δον Κιχώτη” από τη μια μεριά και από την άλλη τον Καβάφη. Τέλος πάντων, φεύγουμε από εκεί και προχωράμε πια με τα πόδια μακριά από την Αθήνα. Με όποιον τρόπο βρω, σχεδόν μόνη. Και εκεί που προχωράω με τα πόδια σταματάει ένα φορτηγό και με ανεβάζει πάνω. Είχε μέσα τα ρούχα της Ντιριντάουα, η οποία ήταν φιλενάδα του Ζεύγου, του πολιτικού του αριστερού. Το αυτοκίνητο με αφήνει στη Λαμία κι από εκεί καταφέρνω και πηγαίνω στη Στυλίδα, γιατί εκεί ο πατέρας μου τον καλό καιρό έκανε ελιές και τις έστελνε στη Ρουμανία, στους αδερφούς της μάνας μου. Και ήξερα τους ανθρώπους. Κάθομαι σε ένα σπίτι για κάμποσο καιρό, ώσπου κάποια στιγμή, θα πρέπει να ήτανε αρχές Ιανουαρίου, ένα φορτηγό κατέβαινε Αθήνα και είπα να το πάρω. Τους είπα ότι τα λεφτά που πρέπει να δώσω θα τα έδινε ο πατέρας μου όταν φτάναμε γιατί εγώ δεν είχα τίποτα και με πήραν. Κάπου προς το Σχηματάρι, μας σταματάνε οι εθνοφρουροί και ζητάνε ταυτότητες. Πού να τη βρω εγώ την ταυτότητα; Ευτυχώς ήτανε ο οδηγός, ένας κύριος ευτραφής δίπλα του και πίσω εγώ, μια σταλιά, οπότε κάνει έτσι, με κρύβει και μας αφήνουν να φύγουμε. Το ίδιο έγινε και δεύτερη φορά. Φτάνουμε στην Αθήνα και μ’ αφήνει στο Πανεπιστήμιο. Κοντά εκεί έφευγε ένα φορτηγό για τον Βύρωνα και το πήρα για να γυρίσω σπίτι. Παντού στους τοίχους ήταν κολλημένες αφίσες με το σύνθημα «ΚΚΕ Ηττημένοι». Έγινα Τούρκος βλέποντάς τες, αλλά κατάλαβα τι τρέχει. Φτάνω στον Βύρωνα και βλέπω μία κυρία της οποίας ο άντρας είχε φύγει απάνω και κατεβαίνω μία στάση πριν από τη δική μου να της πω ότι είναι καλά. Μόλις με βλέπει, μου λέει “Φύγε, φύγε”. Φτάνω σπίτι μου, μου λέει και η μάνα μου “Φύγε, φύγε. Έρχονται, σε ζητάνε”. Φεύγω κι εγώ και πάω στο σπίτι του γαμπρού μου του Νικολαΐδη στη Νέα Σμύρνη, όπου τους είχανε πιάσει όλους σχεδόν. Εκεί έμεινα ώσπου να γίνει η Συμφωνία της Βάρκιζας, κάπου στα μέσα Ιανουαρίου, οπότε βγήκα έξω προσπαθώντας πλέον να μπω στο Πανεπιστήμιο, έχοντας μεγάλη απογοήτευση από την κομμουνιστική οργάνωση της Αθήνας».

Για την ακαδημαϊκή της πορεία

«Μια μέρα (στο αμφιθέατρο του Πανεπιστημίου), ένας καθηγητής, ο Οικονόμου, μού λέει: “Γλύκατζη, τι θα κάνεις εσύ στη ζωή σου εδώ που ήρθες;”. Του λέω, “ακούστε να σας πω κύριε καθηγητά. Εγώ θα κάνω στη ζωή αυτό που θέλω. Για να κερδίσω τη ζωή μου, θα πουλάω ακόμη και λεμόνια στους δρόμους της Αθήνας”. Ο Οικονόμου το βούλωσε».

«Όταν ήμουν στη Σχολή, έρχεται μια κυρία και λέει: “Η Μεγαλειοτάτη (σσ. Φρειδερίκη) θέλει μια φοιτήτρια να ξέρει ξένες γλώσσες, να μιλάει καλά Ελληνικά και θα παίρνει έναν καλό μισθό. Ποια θέλει;”. Καμία από κάτω. Εγώ σηκώνω το χέρι μου και έτσι με πήραν».

«Άνοιγα τα γράμματα της Φρειδερίκης. Κάποια στιγμή διαβάζω ένα που έγραφε: “Μεγαλειοτάτη, έχετε δίπλα σας τη μεγαλύτερη κομμουνίστρια που υπάρχει, αντί να έχετε καθωσπρέπει ανθρώπους”. Το γράμμα το είχε γράψει μία συμφοιτήτριά μου. Της το πηγαίνω, το διαβάζει και λέει: “Εγώ θα πω ποια είναι κομμουνίστρια και ποια όχι”».

«Δηλώνω πάντα αριστερή. Όμως δεν ήμουν μέλος κανενός κόμματος. Δεν μπήκα ποτέ σε μια ομάδα που θα μου λένε πώς να σκεφτώ, τι να κάνω. Δεν ανήκω σε κανένα κόμμα».

«Η επιτυχία δεν είναι θέμα ατομικό, αλλά συλλογικό. Αυτό το έμαθα στο Παρίσι. Είναι το περιβάλλον που βρίσκεσαι».

«Θεσμικά είμαι Γαλλίδα. Όλη μου η παιδεία, η γλώσσα μου είναι Ελληνική».

Για τη ζωή και την Ελλάδα

«Ο μεγαλύτερος ρατσισμός είναι ενδοφυλετικός. Ο πλούσιος δεν μιλάει στον φτωχό. Ο μορφωμένος δεν μιλάει στον αμόρφωτο… Αυτός είναι ρατσισμός. Όχι σε ποιον Θεό πιστεύει ο καθένας».

«Νομίζω πως οι νέοι που τα σπάνε θεωρούν τον εαυτό τους αποκλεισμένους από τον κύκλο των αποφάσεων».

«(Όταν οι ηγέτες γίνονται πανίσχυροι) γίνονται κουφοί. Αυτό είναι που φοβάμαι περισσότερο από όλα».

«Αν ήμουν στην Ελλάδα, δεν θα ήμουν καν, βοηθός καθηγητή Πανεπιστημίου».

«Δεν άφησα τον εαυτό μου να τον νικήσει η ιστορία. Δεν δέχτηκα ποτέ να μου πουν οι άλλοι τι θα κάνουν. Ήμουν παλιόπαιδο».

«Η μόνη λύση είναι να μείνουμε αενάως νέοι, επειδή μόνο οι νέοι κάνουν δυνατά τα επιθυμητά και τα αδύνατα δυνατά, επειδή ποτέ δεν ήξεραν ότι είναι αδύνατα».

«Το απέραντο κάνει τον άνθρωπο να πέφτει στην αβεβαιότητα και να αναζητά ως λύση την συνωμοσιολογία. Επιτρέπει να καταλάβει αυτό που θέλει να καταλάβει και όχι αυτό που είναι η αλήθεια»

«Η ευτυχία διδάσκεται. Όπως διδάσκεται και η αρετή».

«H Ελλάδα κινδυνεύει από τους Έλληνες που ξέχασαν να είναι Έλληνες».

Σχετικά άρθρα