Μαλβίνα Κάραλη | Άντρας είναι αυτός που διασφαλίζει μια γυναικεία, προστατευμένη ζωή…
28 αξέχαστες σκέψεις μιας γυναίκας με τόλμη, θάρρος και με το χάρισμα να μοιράζεται με μοναδικό τρόπο μαζί μας όλα όσα ένιωθε. Γεννήθηκε στις 3/2/1952... .-Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή
Δεν είναι εύκολο να περιγράψω μια σαρωτική προσωπικότητα σαν της Μαλβίνας… Μια γυναίκα που μιλούσε πάντα με θάρρος, τόλμη κι αποτέλεσε σχολή για δημοσιογράφους και όχι μόνο…
Αρθρογράφος, συγγραφέας, σεναριογράφος, αρχισυντάκτρια και παρουσιάστρια σατυρικών δελτίων ειδήσεων, ακόμη και ασύγκριτη μαγείρισσα ή και ρεμπέτισσα σε πάλκο για λίγους μήνες. Αποφοίτησε από το Αρσάκειο και σπούδασε κυβερνητική στο Παρίσι. Εργάστηκε για πολλά χρόνια ως δημοσιογράφος σε εφημερίδες όπως η Απογευματική και η Ελευθεροτυπία και ως αρθρογράφος σε περιοδικά όπως η Γυναίκα, το Κλικ,το Φαντάζιο, τα Επίκαιρα, το Ο1, το Symbοl του Επενδυτή. Κάποιες στήλες της, μάλιστα, άφησαν εποχή, όπως το “Επ`αυτοφόρω” στη Γυναίκα και “Σαββατογεννημένη” στο Symbol.
Η τηλεοπτική της καριέρα ξεκίνησε στην ΕΡΤ και συνέχισε στους τηλεοπτικούς σταθμούς , ΑΝΤ1, ΣΚΑΙ, Mega Channel, Star Channel,κ.α. Η Μαλβίνα Κάραλη, έχει αφήσει ιστορία κυρίως με τις απολύτως προσωπικές συνεντεύξεις επωνύμων που έκανε στο Seven και με σατιρικά.
Παράλληλα, ως σεναριογράφος, τιμάται με δύο κρατικά βραβεία σεναρίου για τις ταινίες “Ξένια” του Πατρίς Βιβάνκος – το 1989- και “Κρυστάλλινες Νύχτες” της Τώνιας Μαρκετάκη – το 1992. Συνυπογράφει τα σενάρια στις ταινίες “Αρχάγγελος του Πάθους” του Νίκου Βεργίτση- το 1987 – και “Ζωή Χαρισάμενη” του Πατρίς Βιβάνκος το 1993.
Γράφει τα βιβλία “Αθώος σαν αγαπημένος”,”Τα κορίτσια της Σαβάνα”, “Πιο πολύ, πιο πολλοί”, τη συλλογή δημοσιευμάτων “Ο έρωτας και άλλες πολεμικές τέχνες” από την περίοδο 1989-1996 και σειρά πέντε βιβλίων μαγειρικής υπό τον γενικό τίτλο “Η κουζίνα της Μαλβίνας-Μαλβινέζικα”. Επίσης, γράφει τη μυθιστορηματική βιογραφία της Αλίκης Βουγιουκλάκη, “Γλυκό κορίτσι”.
Η Μαλβίνα παντρεύτηκε τρεις φορές και απέκτησε τρία παιδιά. Την Μελίτα, τον Μίνωα και την Μαριάννα.Ο δεύτερος γάμος της ήταν με τον σκηνογράφο Γιώργο Πάτσα και ο τελευταίος με τον συγγραφέα Διονύση Χαριτόπουλο.
Αναρωτιέμαι τί θα έλεγε σήμερα η Μαλβίνα που με το ασύγκριτο χιούμορ της κάποτε κατακεραύνωνε όχι μόνο τον τότε πρωθυπουργό, Σημίτη, αλλά και κάθε μορφή εξουσίας. Γιατί εκείνη δεν δίσταζε να μιλήσει ανοιχτά για όλα. Είχε το χάρισμα να ξέρει να σχολιάσει τη σωστή στιγμή, να πει αυτό που θα έπρεπε και να μας καθηλώνει όλους…
Η ανεπανάληπτη Μαλβίνα, μας παραχώρησε ένα κομμάτι της για λίγο και φεύγει από τη ζωή στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου του 2002 ύστερα από πολύμηνη μάχη με την επάρατη νόσο.
Η Μαλβίνα ήταν ένας όμορφος άνθρωπος που μπορεί να έφυγε νωρίς, πρόλαβε όμως να κερδίσει όλα όσα ήθελε. Και μας κέρδισε. Αγάπησε και αγαπήθηκε. Ή καλύτερα … λάτρευτηκε… Η φιγούρα της αναλλοίωτη: μαύρα μαλλιά, γαλανά μάτια, τονισμένα φρύδια και κόκκινο κραγιόν. Για όλους εμάς που τη θυμόμαστε, παραμένει πάντα εδώ μέσα από τις σκέψεις της, μέσα από όλα όσα ένιωθε κι έβρισκε τον μοναδικό τρόπο να τα μοιράζεται μαζί μας…
Η κόρη της, Μελίτα, γράφει για το αφιέρωμα Μαλβίνα Κάραλη σε επιμέλεια του Πέτρου Μπιρμπίλη, για την ασθένεια της μητέρας της…
“Κακά νέα. “Το ‘χα δει όνειρο”, της λέω. «Κι εγώ» λέει, «το ‘χα δει όνειρο για τη μάνα μου». Γύρισε από την Αμερική. Της είπαν είναι καλά. Θέλει να τη βγάζω έξω κάθε βράδυ. Προσπαθεί. «Είναι ωραία η ζωή» λέει, «αλλά όχι κάθε μέρα», και κλαίει και γελάει μαζί. Οι γιατροί τη φοβούνται. Κατάλαβαν. Όσο την πιέζουν τόσο το χειρότερο γι’ εκείνη. Ξέρω, νιώθει αδικημένη, κανείς δεν πρέπει να παθαίνει αυτό που φοβάται περισσότερο. Κάθομαι ήσυχη όπως όταν ήμουν μικρή στην εφημερίδα. Κάθομαι ήσυχη, σχεδόν αόρατη. Πες κάτι ευχάριστο, πες κάτι. Δεν έχω τίποτε ευχάριστο να πω, δεν έχω τίποτε να πω, άχρηστη είμαι. “
Η Μαλβίνα μπορεί να “έφυγε”, αλλά για εμάς που τη θυμόμαστε θα είναι πάντα εδώ… Μέσα από τις σκέψεις της, μέσα από όλα όσα ένιωθε κι έβρισκε τον μοναδικό τρόπο να τα μοιράζεται μαζί μας…
Συγκέντρωσα κάποια από τα λόγια της και κι ένα υπέροχο κείμενό της για τους άνδρες και σας τα παραθέτω…
Χωρίς τον εαυτό μου, υπάρχω. Χωρίς τον ρόλο μου, δεν είμαι τίποτα
Μόνο αυτούς που με τρόμαζαν αγάπησα. Ίσχυε για μένα το αρχαιοελληνικό “είναι τρομερό να πέσεις στα χέρια ζωντανού Θεού“. Aπό την άλλη μεριά, ήταν και οι μόνοι που με ενδιέφεραν.
«ΓΙΑ ΤΙ ΘΕΣ ΝΑ ΜΙΛΗΣΟΥΜΕ; ΓΙΑ ΤΣΑΝΤΕΣ Ή ΓΙΑ ΑΝΤΡΕΣ;
Μην απαντάς: Άντρες. Εσένα τι συνειρμό σού κάνει το λήμμα άντρας; Συγκεντρώνομαι. Άντρας είναι ένας, όταν είναι άντρας μου, λέω. Ενδιάμεση κατάσταση δεν υπάρχει.
-Υπάρχουν εν τούτοις κι άλλα, μικρά και ανάξια, δευτερεύοντα χαρακτηριστικά που ορίζουν τον άντρα, με ειρωνεύτηκε (νομίζω) η γυναίκα.
-Αυτά δεν με αφορούν, αλλά αν θες…
ΚΑΤΑΡΧΗΝ Ο ΑΝΤΡΑΣ ΚΑΠΝΙΖΕΙ ΚΑΙ ΠΙΝΕΙ.
Το έλεγε η γιαγιά μου, ήταν αλάνθαστη η γριά. Ύστερα δεν τον πιάνουν κότσο εκεί που πιάνουν εσένα. Σου λέει: “Άσε, θα πάω εγώ να τους μιλήσω”. Ακόμα και αν είναι ενάμισι μέτρο άντρας, πρέπει να σου δημιουργεί τη βεβαιότητα πως μπορεί και να τους δείρει στην εφορία.
Ο ΑΝΤΡΑΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΧΕΙ ΦΕΜΙΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ, για να συνεχίζεις εσύ να ζεις ξέγνοιαστα.
Αυτή είναι, ίσως, η πιο φεμινιστική αρχή. Κάθεσαι στο μπουντουάρ και κάνεις νύχι. Που εκείνη την ώρα τίποτε δεν θέλεις να σε διασπάσει.
Ο σωστός άντρας έρχεται με τα χαρτιά από την τράπεζα και σου λέει: “Εδώ υπόγραψε. (Γιατί ξέρει και σωστά ελληνικά, δεν τον πήραμε τυχαία). Εδώ, παιδί μου, σου λέω, πάνω από τη γραμμούλα…”
Εκείνη την ώρα -καταλαβαίνεις, δεν καταλαβαίνεις- σαν να σου δίνει ένα υποχθόνιο σήμα, ώστε να αρχίσεις να κάνεις γυναικεία: “Πού να υπογράψω, άντρα; Εδώ; Κάτσε να στεγνώσει πρώτα το νύχι, μην κάνω μουντζαλιά και δεν το παίρνουνε”.
ΤΟΤΕ Ο ΣΩΣΤΟΣ ΑΝΤΡΑΣ ΘΑ ΠΕΙ:
“ΑΣΕ ΚΑΛΥΤΕΡΑ. ΥΠΟΓΡΑΦΩ ΕΓΩ”. Και θα γίνει πλαστογράφος… Το κάνει για να μη χαλάσεις το πεντικιούρ; Επειδή σε περνάει για τελείως ηλίθια; Επειδή αταβιστικά κάτι τον σπρώχνει; Το συμπέρασμα είναι ένα: αυτή η κατάσταση σε βολεύει, γυναίκα. Άρα ο άντρας είναι ο σωστός.
ΒΕΒΑΙΩΣ, ΓΙΑ ΝΑ ΜΗ ΣΕ ΞΕΓΕΛΑΩ, όλα αυτά τα πρακτικά μπορώ, αν ασκηθώ, να τα κάνω και μόνη μου. Αλλά είναι αυτή η άχαρη διανομή, η διανομή που ονειρεύτηκα; “Πού προχωράς μέσα στο πλήθος, χλομή, γκρίζα γυναίκα, που κανείς δεν σε φροντίζει;” Σαίξπηρ, κουκλάκι μου…
“ΠΗΓΑΙΝΕ ΠΙΕΣ ΝΕΡΟ, ΔΕΝ ΗΠΙΕΣ ΟΛΗ ΜΕΡΑ”
Και μέσα σε αυτή την ατάκα συνόψισα τα πάντα… Διόλου πια με ενδιέφερε αν θα μου φέρει ποτέ λουλούδια και τσάντα από κροκόδειλο, το ίδιο κάνει. Μόνο εκείνο το “δεν ήπιες νερό όλη μέρα”.
Ήρθε και ακούμπησε πάνω στην άλλη του κουβέντα: “Σήμερα πρέπει να σε βγάλω στον ήλιο” -καταλήγω: Αυτά είναι τα μόνα αληθινά δώρα και άντρας είναι αυτός που δεν σ’ αφήνει να ξεραθείς. -Να μαραθείς, είπα. -Να ξεραθείς -είπε αυτή- και έχει διαφορά. Που ένα ποτήρι με νερό φτάνει για να την κάνει.
ΑΝΤΡΑΣ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΣΟΥ ΔΙΑΣΦΑΛΙΖΕΙ ΜΙΑ ΤΕΤΟΙΑ ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ,
προστατευμένη ζωή, ώστε αν χρειαστεί, να την αφηγηθείς στη μάνα σου, να μην ντραπείς, να μη σε λυπηθεί, να μην ανησυχήσει. Ιδίως να μην μπει στη λογική να σου φέρει αυτή εκείνο το ποτήρι το νερό που λέγαμε…»