Ποιος σκότωσε τον Έντγκαρ Άλαν Πόε;

Ποιος σκότωσε τον Έντγκαρ Άλαν Πόε;

Μόνο ο ήρωας του, ο Ογκίστ Ντουπέν θα μπορούσε να λύσει αυτό το μυστήριο.

Μία νεαρή μελαχρινή κοπέλα στην προβλήτα του λιμανιού του Ρίτσμοντ στη Βιρτζίνια κουνά το μαντήλι της στο πλοίο που ετοιμάζεται να σαλπάρει. Ένας άντρας με μαύρο κοστούμι χαμογελά και ανταποδίδει. Λίγοι πάνω στο καράβι αναγνωρίζουν τον συγγραφέα Έντγκαρ Άλαν Πόε, αλλά εκείνον άλλο πράγμα τον ενδιαφέρει: Να επιστρέψει όσο πιο γρήγορα γίνεται πίσω, στον νεανικό του έρωτα με τον οποίο ξανάσμιξε πρόσφατα και να ζήσουν μαζί. Είναι 27 Σεπτεμβρίου 1849.

Ο λόγος του ταξιδιού του είχε να κάνει με μια επαγγελματική υποχρέωση. Ο Πόε θα έπιανε λιμάνι στη Βαλτιμόρη και από εκεί θα συνέχιζε για τη Φιλαδέλφεια. Όταν όμως φτάνει εκεί, τα ίχνη του εξαφανίζονται. Για τις επόμενες ημέρες, κανείς στη Βαλτιμόρη δεν τον είδε ή τον συνάντησε, ούτε καν το ξάδελφός του, Νέιλσον Πόε. Μια εβδομάδα αργότερα, στις 3 Οκτωβρίου, ο Τζόσεφ Γουόκερ, τυπογράφος της εφημερίδας Baltimore Sun, τον βρίσκει σε άθλια κατάσταση, έξω από ένα ταβερνείο της Βαλτιμόρης, το οποίο χρησιμοποιείται τη συγκεκριμένη ημέρα ως εκλογικό κέντρο.

Αμέσως ο Γουόκερ ειδοποιεί τον γιατρό και συγγραφέα, Τζόσεφ Σνόντγκρας. Στο τηλεγράφημα γράφει: «Υπάρχει εδώ ένας κύριος, αρκετά ταλαιπωρημένος, που λέει πως ονομάζεται Edgar A. Poe. Φαίνεται να βρίσκεται σε μεγάλη δυσφορία […] και χρειάζεται άμεση βοήθεια».

Όταν ο Σνόντγκρας καταφτάνει βρίσκει τον άντρα σε απελπιστική κατάσταση: Ο ανήμπορος Πόε μετά βίας αναγνωρίζεται με τα μαλλιά του ανακατεμένα, το πρόσωπό του παραμορφωμένο από την ταλαιπωρία, τα ρούχα του βρόμικα, φθαρμένα και τόσο κακοραμμένα επάνω του, που δεν μοιάζουν για δικά του!

Άμεσα τον φορτώνουν σε μια άμαξα και τον μεταφέρουν στο Washington College Hospital. Για τις επόμενες ημέρες, ο Πόε θα βρίσκεται μεταξύ παραληρήματος και απώλειας των αισθήσεών του. Οι απαντήσεις του στις επίμονες ερωτήσεις του γιατρού για το τι του συνέβη, ήταν ασυνάρτητες.

Και έτσι, τα ξημερώματα της 7ης Οκτωβρίου 1849, ο Έντγκαρ Άλαν Πόε πεθαίνει, μόλις στα 40 του. Μαζί του πεθαίνει και κάθε ελπίδα εξακρίβωσης του μυστηρίου των τελευταίων ημερών του.

Έντγκαρ Άλαν Πόε, ένας θάνατος, μία θεωρία, πολλές εικασίες

177 χρόνια μετά, εκείνες οι «χαμένες» ημέρες του Πόε παραμένουν άλυτο μυστήριο. Η πιο ισχυρή θεωρία έχει να κάνει με το σημείο όπου βρέθηκε και την κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει. Μία από τις πιο διάσημες θεωρίες θέλει τον Πόε θύμα μιας πρακτικής εκλογικής νοθείας γνωστής ως «κούπινγκ» (cooping).

Στις ΗΠΑ του 19ου αιώνα, συμμορίες που είχαν μισθωθεί από υποψηφίους άρπαζαν ανθρώπους από τον δρόμο, τους κρατούσαν αιχμαλώτους, τους μεθούσαν ή τους κακοποιούσαν και στη συνέχεια τους εξανάγκαζαν να ψηφίζουν τον πολιτικό που τους μίσθωσε ξανά και ξανά. Για να μην αναγνωρίζονται, τους άλλαζαν τα ρούχα, το χτένισμα…

Έτσι, υπήρχε μια λογική εξήγηση για το τι μπορούσε να είχε συμβεί στον Πόε τις ημέρες της εξαφάνισής του. Φυσικά, καμία απτή απόδειξη ότι αυτό συνέβη στον χαρισματικό συγγραφέα δεν υπάρχει.

Ωστόσο, προς ενίσχυση της θεωρίας, υπάρχει κι ένα δημοσίευμα της εφημερίδας της Βαλτιμόρης στις 3 Οκτωβρίου 1849, την ίδια ημέρα που βρέθηκε ο Πόε, στο οποίο μιλούσε για τα «coops», ενώ δύο ημέρες νωρίτερα υπήρχε ειδική προειδοποίηση για εκλογικές παρατυπίες στην Fourth Ward, ακριβώς στο σημείο όπου βρέθηκε.

Κατά καιρούς έχουν εμφανιστεί διάφορες άλλες εικασίες, όπως το αλκοόλ, ο τραυματισμός, η ληστεία, ακόμα και η λύσσα. Πάντως, η μόνη επίσημη αναφορά που υπάρχει στη δημόσια σφαίρα, κάνει λόγο για «συμφόρηση του εγκεφάλου», ένας ασαφής χαρακτηρισμός που βέβαια δεν λύνει το μυστήριο. Ίσως να το περιπλέκει!

Αυτό το τέλος θα μπορούσε να είναι η αρχή ενός αστυνομικού μυθιστορήματος για τον Έντγκαρ Άλαν Πόε. Άλλωστε, ήταν εκείνος που διαμόρφωσε τα whodunit μυθιστορήματα της σύγχρονης εποχής.

Για την ακρίβεια, ο Πόε, πέρα από «πατέρας» του αστυνομικού μυθιστορήματος είναι και ο θεμελιωτής του σύγχρονου ψυχολογικού θρίλερ. Πριν ακόμη «γεννηθεί» ο Σέρλοκ Χολμς, υπήρχε ο Ντουπέν. Πριν τον Λάβκραφτ, θριάμβευε ο Πόε!

Ντουπέν, ο «μπαμπάς» του Σέρλοκ Χολμς

Είναι 1841 όταν ο Έντγκαρ Άλαν Πόε δημοσιεύει στο Graham’s Magazine το διήγημα «Οι φόνοι της οδού Μοργκ» (The Murders in the Rue Morgue) συστήνοντας στο παγκόσμιο κοινό τον Ογκίστ Ντουπέν, έναν ιδιοφυή ερασιτέχνη ερευνητή που αναλαμβάνει να εξιχνιάσει ένα έγκλημα το οποίο μοιάζει αδύνατο να έχει συμβεί. Σας θυμίζει κάποιον, ε; Ή μάλλον κάποιους;

Δύο γυναίκες βρίσκονται άγρια δολοφονημένες μέσα σε ένα δωμάτιο στο Παρίσι. Οι πόρτες είναι κλειδωμένες από μέσα, δεν υπάρχει προφανής τρόπος διαφυγής του δράστη και οι μάρτυρες δίνουν αντικρουόμενες καταθέσεις. Η αστυνομία ερευνά τον χώρο, συγκεντρώνει στοιχεία, ανακρίνει υπόπτους. Και αποτυγχάνει.

Τότε στο κάδρο εισέρχεται ο Ντουπέν. Το μόνο του όπλο είναι η παρατηρητικότητα και η φαντασία του, αφού καταφέρνει να συνδέει κάποιες φαινομενικά άσχετες λεπτομέρειες και να ανακατασκευάζει με τη λογική αυτό που δεν φαίνεται. Και αν σήμερα όλα αυτά μοιάζουν κλασική συνταγή, το 1841 αυτό ήταν επανάσταση!

Με αυτήν τη συνταγή, ο Πόε παρέδωσε στην παγκόσμια λογοτεχνία κάποια από τα πιο «γευστικά» υλικά για να πετύχει κανείς το πιο καυτό μυθιστόρημα. Τον αντισυμβατικό και ευφυή ερευνητή. Τον φίλο, ο οποίος είναι ο αφηγητής της ιστορίας και ενθουσιώδης μάρτυρας του τρόπου σκέψης του. Τους ανήμπορους αστυνομικούς που παρότι διαθέτουν όλα τα κομμάτια του παζλ, αδυνατούν να τα κουμπώσουν. Ένα φαινομενικά άλυτο έγκλημα.

Αυτά ακριβώς τα υλικά χρησιμοποίησε 46 χρόνια αργότερα, το 1887, ο Άρθουρ Κόναν Ντόιλ στο «Σπουδή στο Κόκκινο», στην παρθενική εμφάνιση του ντετέκτιβ Σέρλοκ Χολμς. Δεν είναι ανάγκη να μιλήσουμε για τις ομοιότητες του Ντουπέν με τον Χολμς, του φίλου – αφηγητή με τον… dear Γουότσον, τους αρτηριοσκληρωτικούς αστυνομικούς… Άλλωστε, ούτε ο ίδιος ο Κόναν Ντόιλ έκρυψε ποτέ το χρέος του στον Πόε.

Ο Ντουπέν θα εμφανιστεί σε ακόμα δύο ιστορίες, στο «Μυστήριο της Μαρί Ροζέ» και το «Κλεμμένο Γράμμα». Πλέον, ο Πόε δεν ενδιαφέρεται μόνο για τα στοιχεία που αφήνει πίσω του ο δράστης, αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο σκέφτεται. Για να λυθεί ένα έγκλημα πρέπει πρώτα να μπορεί κανείς να εισέλθει στο μυαλό εκείνου που το διέπραξε. Εκεί βρίσκονται όλες οι απαντήσεις.

Και φυσικά, τι μπορεί να κρύβεται μέσα σε ένα εγκληματικό μυαλό πέρα από τη φρίκη;

«Το μυαλό που κατοικώ»

Το 1843, δύο χρόνια μετά το «Οι Φόνοι της Οδού Μοργκ», ο Πόε δημοσιεύει το «Μαρτυριάρα Καρδιά». Είναι η ώρα να αντιστρέψει το παιχνίδι. Μυστήριο δεν υπάρχει γύρω από την ταυτότητα του δολοφόνου, αφού τον γνωρίζουμε από την πρώτη στιγμή: Είναι ο αφηγητής της ιστορίας, ο οποίος επιμένει πως δεν είναι τρελός.

Και το αποδεικνύει τονίζοντας πως η ψυχραιμία, η μεθοδικότητα και η ακρίβεια με την οποία σχεδιάζει και εκτελεί έναν φόνο, αποδεικνύουν τον ισχυρισμό του. Σκοτώνει έναν ηλικιωμένο άντρα, τεμαχίζει το πτώμα του και το κρύβει κάτω από τις σανίδες του πατώματος.

Όταν φτάνει η αστυνομία, είναι τόσο βέβαιος ότι έχει διαπράξει το τέλειο έγκλημα ώστε τους προσκαλεί μέσα. Κάθεται μαζί τους στο δωμάτιο. Συζητά ατάραχος. Μέχρι που αρχίζει να ακούει έναν ήχο: Μια καρδιά που χτυπά.

Ο ήχος γίνεται όλο και εντονότερος. Οι αστυνομικοί συνεχίζουν να συζητούν σαν να μη συμβαίνει τίποτα, την ώρα που ο δράστης είναι πεπεισμένος ότι ακούνε ό,τι κι εκείνος. Θεωρεί, μάλιστα, πως τον βασανίζουν προσποιούμενοι πως δεν συμβαίνει τίποτα.

Έτσι, σπάει! Ομολογεί το έγκλημα. Θυμίζει κάτι από το «Έγκλημα και Τιμωρία» του Ντοστογιέφσκι. Μόνο που ο Ρασκόλνικοφ θα δολοφονούσε τη γριά τοκογλύφο 23 χρόνια αργότερα. Διάβασε ποτέ ο Ντοστογιέφσκι Έντγκαρ Άλαν Πόε; Δεν το γνωρίζω με σιγουριά!

Σίγουρα, όμως, η πρόοδος του Πόε έφερε κάτι εξαιρετικά μοντέρνο για την εποχή: Στον Ντουπέν βάζει τον αναγνώστη δίπλα στον άνθρωπο που προσπαθεί να εισέλθει στο μυαλό του εγκληματία. Στο «Μαρτυριάρα Καρδιά» τον τοποθετεί απευθείας μέσα σε αυτό.

Ο τρόμος δεν προέρχεται πλέον από ένα φάντασμα ή ένα τέρας που παραμονεύει στο σκοτάδι. Γεννιέται μέσα από την αμφιβολία του αναγνώστη: Αυτό που διαβάζει είναι πραγματικό ή γεννιέται και ζει στο μυαλό του αφηγητή; Αυτή η αμφιβολία θα εξελιχθεί σε ένα από τα μεγαλύτερα εργαλεία του Πόε.

Στο «Μαύρη Γάτα», ακόμα ένας αφηγητής μάς οδηγεί μέσα από την εξάρτηση, τη βία και τον φόνο στην αυτοκαταστροφή του. Στην «Πτώση του Οίκου των Άσερ» ένα απομονωμένο σπίτι, μια οικογένεια που παρακμάζει, η αρρώστια και ο φόβος δημιουργούν έναν κόσμο στον οποίο γίνεται όλο και δυσκολότερο να ξεχωρίσεις το πραγματικό από το υπερφυσικό.

Ο Πόε δεν ανακάλυψε τη λογοτεχνία τρόμου. Το γοτθικό μυθιστόρημα υπήρχε πριν από εκείνον. Μόνο που εκείνος έστρεψε τον τρόμο στην πηγή: Στο μυαλό. Εκεί που γεννιέται η ενοχή, η εμμονή, η παράνοια, ο φόβος του θανάτου.

Είναι εκείνος που μας πληροφορεί πως το τέρας δεν είναι κάτω από το κρεβάτι, αλλά μέσα στο κεφάλι μας. Αυτή του η σύλληψη, θα αφήσει τελικά ένα τεράστιο αποτύπωμα στη λογοτεχνία τρόμου που θα ακολουθήσει. Ο Χ. Π. Λάβκραφτ θα αναγνωρίσει ανοιχτά το χρέος του στον Πόε, θεωρώντας τον καθοριστική μορφή της σύγχρονης ιστορίας τρόμου.

Αυτό είναι που κάνει το θάνατό του τόσο… ταιριαστό.

Το Κοράκι που στοιχειώνει

Πραγματικά διάσημος έγινε ο Πόε το 1845, όχι εξαιτίας κάποιας αστυνομικής ιστορίας, αλλά ενός ποιήματος. Στο «Κοράκι», ένας άντρας θρηνεί τη χαμένη αγαπημένη του, τη Λενόρ, όταν ακούει ένα χτύπημα στην πόρτα του. Λίγο αργότερα, ένα κοράκι εισβάλλει στο δωμάτιο και στέκεται πάνω από την πόρτα.

Ο άντρας αρχίζει να του μιλά. Αρχικά μοιάζει να διασκεδάζει μαζί του. Σταδιακά όμως οι ερωτήσεις του γίνονται όλο και πιο προσωπικές. Θέλει να μάθει αν θα απαλλαγεί ποτέ από τον πόνο της χαμένης αγάπης, αν θα βρει παρηγοριά, αν θα δει ξανά τη Λενόρ.

Το κοράκι έχει μόνο μία απάντηση. «Nevermore» (Ποτέ ξανά).

Για άλλη μία φορά, ο Πόε δεν χρειάζεται κάποιο τέρας. Το κοράκι απλώς κάθεται απέναντί του και επαναλαμβάνει μία λέξη. Όλα είναι στο μυαλό.

Ίσως γι’ αυτό το «Κοράκι» έγινε το έργο που ταυτίστηκε περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο με τον Πόε. Εκεί βρίσκονται οι περισσότερες εμμονές του: η απώλεια, ο θάνατος, η αδυναμία του ανθρώπου να αποδεχθεί το οριστικό.

Τέσσερα χρόνια αργότερα, στις 3 Οκτωβρίου 1849, ο Πόε θα βρεθεί σε άθλια κατάσταση στη Βαλτιμόρη, ανήμπορος να εξηγήσει τι του συνέβη. Τέσσερις ημέρες μετά θα πεθάνει.

Δυστυχώς δεν υπήρχε Ντουπέν για να δώσει τη λύση. Ωστόσο, το Κοράκι είναι ακόμη ζωντανό και 177 χρόνια αργότερα, εξακολουθεί να κρώζει μονότονα: «Nevermore».

Διαβάστε περισσότερα παρόμοια άρθρα ΕΔΩ.

Σχετικά άρθρα