Πώς το Ευαγγέλιο του 18ου αιώνα έκαψε τον «money maker» Γιώργο Τσαγκαράκη
Προτού ο Γιώργος Τσαγκαράκης προχωρήσει με την απολογία του, συγκεντρώσαμε όσα τον έφεραν μέχρι το γραφείο του ανακριτική.
Περιεχόμενα
Η χάρη του Θεού δεν έσπευσε προς την προστασία του Γιώργου Τσαγκαράκη, σε αντίθεση με τις αστυνομικές δυνάμεις που μετά από μια σειρά καταγγελιών και ένα επίμαχο βίντεο βρέθηκαν στις αποθήκες του γνωστού γκαλερίστα στο Ελληνικό. Φυσικά, όλα είχαν ξεκινήσει πολύ νωρίτερα: ήδη από τον Φεβρουάριο οι αρχές είχαν λάβει ανώνυμη καταγγελία για «συστηματική και συνεχιζόμενη προσπάθεια εξαπάτησης του φιλότεχνου κοινού» καθώς, όπως ισχυριζόταν, η «Galerie Tsangarakis» πραγματοποιούσε ηλεοπτικές και διαδικτυακές δημοπρασίες πλαστών έργων τέχνης. Η καταγγελία, που στάλθηκε μέσω mail, συνοδευόταν από screenshots των δημοπρασιών με πίνακες γνωστών ζωγράφων, αλλά και links προς την ιστοσελίδα όπου πωλλούνταν τα εν λόγω έργα.
Παρά το red flag που σήμανε στις αρχές, εκείνες δεν έδρασαν μέχρι να λάβουν πιο εμπεριστατωμένες πληροφορίες. Δυο βδομάδες αργότερα υποβλήθηκε δεύτερη επώνυμη καταγγελία για τηλεοπτική δημοπρασία της γκαλερί, κατά την οποία παρουσιάστηκαν έργα που χαρακτηρίστηκαν ως καταφανώς πλαστά. Στις 11 Μαρτίου 2026, ο κύριος Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών διέταξε τη διενέργεια Προκαταρκτικής Εξέτασης για τη διακρίβωση των καταγγελλομένων στοιχείων. Στο πλαίσιο της έρευνας, ζητήθηκε η πραγματοποίηση ειδικών ανακριτικών πράξεων.
Μία εβδομάδα αργότερα, ακολούθησε δύο ακόμη καταγγελίες, αυτή τη φορά όμως δεν αφορούσε πλαστογραφία· ακριβώς το αντίθετο. Σε βίντεο που δημοσιεύθηκε από τον ίδιο τον Γιώργο Τσαγκαράκη στα social media, εκτιθόταν και προσφερόταν προς πώληση ένα Ευαγγέλιο του 1745, με δηλωμένη τιμή εκτίμησης από 8.000 έως 12.000 ευρώ. Η καταγγελία έγινε από Κύπριο βυζαντινολόγο και από τη Διεύθυνση Τεκμηρίωσης και Προστασίας Πολιτιστικών Αγαθών του Υπουργείου Πολιτισμού και αφορά παραβάσεις του νόμου περί αρχαιοτήτων.
Έπειτα από την έφοδο των αρχών στην γκαλερί του στο Κολωνάκι και σε δύο αποθηκευτικούς χώρους στην περιοχή του Ελληνικού και της Γλυφάδας, κατασχέθηκαν πάνω από 300 πίνακες ζωγραφικής με υπογραφές σημαντικών Ελλήνων ζωγράφων (Θεόφλος, Παρθένης, Τσαρούχης κ.ά.) αλλά μέχρι στιγμής μόλις 7 έχουν πιστοποιηθεί ως γνήσιου. Επιπλέον, κατασχέθηκαν περίπου 200.000€ σε μετρητά και το επίμαχο Ευαγγέλιο, ώστε να διαπιστωθεί η νομιμότητα ή μη απόκτησής του καθώς και αν έχει δηλωθεί ως μνημείο.
Η δίωξη
Η ποινική δίωξη από τον εισαγγελέα αφορά τα παρακάτω πέντε αδικήματα, ενώ ο Γιώργος Τσαγκαράκης θα απολογηθεί την Τρίτη 24 Μαρτίου.
- Υπεξαίρεση αρχαίου και νεότερων μνημείων ιδιαίτερα μεγαλης αξίας, τελεσθείσα κατα επάγγελμα.
- Παράβαση της υποχρέωσης δήλωσης μνημείου.
- Διακεκριμένη περίπτωση κατασκευής-έκθεσης διακίνησης-διάθεσης-κατοχής έργων τέχνης με σκοπο παραπλάνησης, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας τελεσθείσα, κατα επάγγελμα και σε εμπορική κλίμακα, κατ’ εξακολούθηση.
- Απάτη με ζημιά ιδιαίτερα μεγάλη, κατ’ εξακολούθηση.
- Διακεκριμένη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, κατ’ εξακολούθηση τελεσθείσα, κατ’ επάγγελμα.
Η απάντηση του Γιώργου Τσαγκαράκη
Ο Γιώργος Τσαγκαράκης δημοσίευσε την εξής απάντηση:
«Η εταιρεία ΓΚΑΛΕΡΙ ΤΣΑΓΚΑΡΑΚΗΣ ΕΠΕ δεν εμπορεύεται τους συγκεκριμένους πίνακες ζωγραφικής που βρέθηκαν στις αποθήκες της εταιρείας, διότι αποτελούν προσωπική περιουσία και προσωπική συλλογή του κ. Τσαγκαράκη και προέρχονται από κληροδότημα από τους θανόντες γονείς του.
Η κατοχή των συγκεκριμένων αλλά και των περισσότερων έργων τέχνης ανάγεται προ τεσσαρακονταετίας, ως προσωπικά και συλλεκτικά αντικείμενα της οικογένειας του κ. Τσαγκαράκη.
Σχετικά με το Ευαγγέλιο που αναρτήθηκε στο διαδίκτυο, η εταιρεία ήδη έπραξε τα δέοντα προκειμένου να το παραδώσει στις αρμόδιες αρχές ώστε να αξιολογήσουν τη γνησιότητα, την χρονολογία του και την πιθανότητα αγοράς του από το ελληνικό δημόσιο, διότι η εταιρεία δεν διαθέτει έμπειρο γνώστη θρησκευτικών και άλλων παρόμοιων αντικειμένων».
Και τώρα τι;
Καθώς η υπόθεση βγήκε στο φως της δημοσιότητας οι καταγγελίες πλήθυναν. Η ΕΡΤ φιλοξένησε τις μαρτυρίες ατόμων, όπως η κ. Μαρία Καψή, τα οποία ήταν δυσαρεστημένα από τη συνεργασία τους με τον κ. Τσαγκαράκη. Η κ. Καψή δήλωσε πως είχε παραδώσει δύο οικογενειακά κοσμήματα ως παρακαταθήκη σε κατάστημα στο Κολωνάκι, με σκοπό να δημοπρατηθούν μέσω τηλεοπτικής εκπομπής. Ο επιχειρηματίας της έδωσε μια «τιμή ασφαλείας» και την ενημέρωσε ότι τα αντικείμενα θα έβγαιναν σύντομα στον αέρα. Σύμφωνα με την ίδια, παρακολούθησε τις συγκεκριμένες δημοπρασίες και είδε τα κοσμήματά της να ανεβαίνουν σε προσφορές, φτάνοντας σε ποσό υψηλότερο από την τιμή ασφαλείας που είχε συμφωνηθεί. Ωστόσο, όταν αργότερα αναζήτησε τα χρήματά της, της γνωστοποιήθηκε –όπως κατήγγειλε– ότι ο πλειοδότης τελικά υπαναχώρησε και ότι το αντικείμενο διατέθηκε εκτός διαδικασίας, σε σημαντικά χαμηλότερη τιμή, ουσιαστικά κοντά στην αρχική τιμή ασφαλείας. Η ίδια υποστήριξε ότι ουδέποτε ενημερώθηκε εγκαίρως ή ρωτήθηκε αν αποδέχεται μια τόσο χαμηλότερη πώληση, ενώ έκανε λόγο για πλήρη έλλειψη διαφάνειας στους όρους και στην εξέλιξη της διαδικασίας.
Τις επόμενες μέρες αναμένεται να ξεκαθαρίσει καλύτερα το τοπίο και μετά την απολογία του Τσαγκαράκη αλλά και εάν βρεθούν νέα στοιχεία που επιβεβαιώνουν τις καταγγελίες.