Σερ Μάικλ Κέιν, ο πιο χαρισματικός ηθοποιός της μεγάλης οθόνης
Για μια τελευταία φορά, η πιο αναγνωρίσιμη φωνή του σινεμά θα ακουστεί στη μεγάλη οθόνη.
Μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού είναι οι ηθοποιοί που μπορούν να περηφανεύονται πως είναι αναγνωρίσιμοι όχι από μία ή δύο, αλλά τρεις διαφορετικές γενιές ανθρώπων. Ένας από αυτούς είναι σίγουρα ο σερ Μάικλ Κέιν. Ο 92χρονος Βρετανός, ο οποίος ξεπερνά τις 170(!) εμφανίσεις σε σινεμά και τηλεόραση, δεν έχει διατηρήσει απλώς μια μακροχρόνια καριέρα, αλλά επιπλέον σε κάθε φάση της βρίσκεται σε παραγωγές-σημείο αναφοράς για την εποχή τους. Έτσι, λοιπόν, το πρόσωπο του Λονδρέζου είναι συνδεδεμένο τόσο με την ελευθεριότητα των ‘60s και τη φρεσκάδα των ‘80s, όσο και με το πρώιμο εμπορικό σινεμά του 21ου αιώνα. Άρα, από τους (κανονικούς) baby boomers έως και τους millennials, για όλους υπάρχει ένας διαφορετικός Κέιν! Για αυτό, με αφορμή την κυκλοφορία (5/12) τελευταίας ταινίας του με τίτλο «Απόδραση στη Νορμανδία» (Όλιβερ Πάρκερ, 2023), εμβαθύνουμε στη φιλμογραφία και την προσωπικότητα του πιο χαρισματικού ηθοποιού της μεγάλης οθόνης.

Ο αυτοδίδακτος που έγινε σταρ
Μοιάζει απίστευτο, όμως, ο δύο φορές βραβευμένος με Όσκαρ Κέιν δημιούργησε τη δική του ξεχωριστή σχολή χωρίς να χρειαστεί να σπουδάσει την υποκριτική. Όμως, για να φτάσει να αναγνωρίζεται το ταλέντο του χρειάστηκε να ιδρώσει για τουλάχιστον δέκα χρόνια. Στο χώρο του θεάματος μπήκε τη δεκαετία του ‘50 κάνοντας αναρίθμητα δοκιμαστικά και δουλεύοντας κοπιωδώς σε όποια θέση κατάφερνε να προσληφθεί, χωρίς να κάνει διαχωρισμούς ανάμεσα σε ρόλους πρωταγωνιστή ή κομπάρσου, θεατρικών σκηνών ή τηλεοπτικών και κινηματογραφικών πλατό. Ο Κέιν ήθελε να παίζει με κάθε κόστος, αποκτώντας πολύτιμη εμπειρία και βελτιώνοντας την τεχνική του. Δεν είναι τυχαίο πως στα απομνημονεύματά του («Blowing the Bloody Doors Off») αυτήν την περίοδο της αφάνειας την περιγράφει ως «εξαιρετικά αμείλικτη», παρομοιάζοντάς τη με καθαρτήριο.
Τον «παράδεισο» θα τον διάβαινε, τελικά, το 1964 με την κυκλοφορία του «Zulu» (Σάι Έντφιλντ): Ένα ξεπερασμένο σήμερα, αλλά φαντασμαγορικό τότε ιστορικό, πείτε το και αποικιοκρατικό, έπος, το οποίο ανατρέχει στις μάχες των αποδεκατισμένων Βρετανών στρατιωτών ενάντια στους μαχητές του αφρικανικού έθνους των Ζουλού… Η παραγωγή γνώρισε μεγάλη εμπορική επιτυχία, προσφέροντας την ευκαιρία στον Κέιν να ξεχωρίσει ενσαρκώνοντας ένα φωτογενή και αριστοκρατικό, πλην αυτάρεσκο και σκληροτράχηλο λοχαγό, παρά το γεγονός πως ο ίδιος είχε λαϊκή καταγωγή και μια παχιά cockney προφορά που τον πρόδιδε. Ο 31χρονος είχε ήδη διαπιστώσει πως η ομιλία του δεν ανταποκρινόταν στην τυπικά σωστή άρθρωση των αγγλικών που ακολουθούσαν οι συνάδελφοί του, κυρίως διότι δεν είχε φοιτεύσει πλάι τους στη Βασιλική Ακαδημία όπως συνηθιζόταν. Ταυτόχρονα, μέχρι και η γοητεία του αντιμετωπίστηκε ως πρόβλημα. Είναι χαρακτηριστικό πως ο παραγωγός του «Zulu» και επιδραστική φιγούρα του σινεμά, Τζόζεφ Λεβίν, έλυσε το επταετές συμβόλαιο του Κέιν με το που ολοκληρώθηκε η ταινία, διότι η παρουσία του στη μεγάλη οθόνη «θύμιζε ομοφυλόφιλο, παρότι δεν ήταν»(!), συμβάν που εξιστορείται ο ηθοποιός στην αυτοβιογραφία «The Elephant to Hollywood».

Βέβαια, ο Άγγλος που δεν είχε μάθει στα εύκολα, φρόντισε τα «ελαττώματά» του να τα μετατρέψει όχι απλώς σε προτερήματα, αλλά σε στοιχεία της υποκριτικής ταυτότητάς του για τα οποία, κιόλας, έγινε ανάρπαστος. Μεταξύ άλλων, να θυμίσουμε πως σκαρφίστηκε το καλλιτεχνικό όνομά του «κλέβοντας» από τον τίτλο του φιλμ «The Caine Mutiny», ενώ δούλεψε εντατικά ώστε το ηχόχρωμα της φωνής του να γίνεται άμεσα αναγνωρίσιμο, σε βαθμό που ο καθένας να αντιλαμβάνεται σε ποιον ανήκει χωρίς να χρειαστεί καν να τον δει. Παράλληλα, σμίλεψε το ύφος του αναδεικνύοντας ακριβώς εκείνες τις ποιότητες του λουκ του που έφερναν… αναστάτωση στους γύρω του. Οι κινήσεις αυτές αποδείχθηκαν «χρυσάφι». Ως πονηρός κατάσκοπος στον «Απόρρητο Φάκελο Ίπκρες» («The Ipcress File», 1965) και ασυναγώνιστος γόης στο «Alfie» (1966), ο Κέιν μετατράπηκε σε σταρ συμπυκνώνοντας στις ερμηνείες του την ουσία μιας νέας, αναδυόμενης βρετανικότητας: εκείνης των ηδονιστικών swinging ‘60s, του εκλεπτυσμένου ικανού άντρα που ξέρει πώς να ελίσσεται στο παρασκήνιο, του παρανόμου στον οποίο κανείς δεν μπορεί να αντισταθεί.

Η εκτίναξη στο Χόλιγουντ
To «Alfie» σάρωσε στις ΗΠΑ και έφερε στον ηθοποιό την πρώτη οσκαρική υποψηφιότητά του, ανοίγοντας το δρόμο για μια καριέρα στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού και το Χόλιγουντ, όπου και διέπρεψε. Μέσα σε μία διετία σημείωσε διαδοχικά σουξέ που αποδείχθηκαν καθοριστικά για την εδραίωσή του στη βιομηχανία. Αρχικά, η διαπεραστικά cool «Ληστεία αλά Ιταλικά» («The Italian Job») πρόσφερε το αρχέτυπο για τα heist movies που το διαδέχτηκαν, αλλά και αξεπέραστες σκηνές ανθολογίας όπως η σεκάνς καταδίωξης με πρωταγωνιστές mini Cooper και φόντο τους γραφικούς δρόμους του Τορίνο, συν ένα περιβόητα αμφιλεγόμενο φινάλε. Έπειτα, το γκανγκστερικό «Συλλάβετε τον Κάρτερ» («Get Carter», 1971) σύστησε στο ευρύ κοινό ένα νέας κοπής αντι-ήρωα, ο οποίος έμοιαζε ανατριχιαστικά οικείος. Στο ρόλο του κακοποιού Τζακ, ο οποίος αναζητά τους υπαίτιους για το θάνατο του αδερφού του, ο Κέιν έσμιξε την αυθεντική «δρομίσια» αγγλική αλητεία με το ακαταμάχητο στιλ με τρόπο που έφτασε να επηρεάζει χρόνια μετά σκηνοθέτες όπως ο Γκάι Ρίτσι («Δύο Καπνισμένες Κάννες»). Η παρουσία του στη μεγάλη οθόνη ήταν αφοπλιστική, όχι μόνο λόγω του ακραίου «Hardcore meets Death Wish» σεναρίου, αλλά και γιατί πέτυχε τον πιο στοιχειωτικό συνδυασμο, αυτόν του απειλητικού ερωτισμού. Κομβικό «όπλο» για το μαγνητισμό που εξέπεμπε ο Βρετανός ήταν το βλέμμα του. Εξάλλου, όπως αναφέρει ο ίδιος στο κλασικό masterclass του «Michael Caine on Acting in Film, Arts, and Entertainment» (1987): «Το πιο σημαντικό πράγμα στο σινεμά είναι τα μάτια. Εάν είσαι ξανθός και έχεις ανοιχτόχρωμες βλεφαρίδες όπως εγώ, πρέπει να φοράς μάσκαρα. Διαφορετικά, καλύτερα να έπαιζες σε ραδιοφωνικό έργο».

Αξιόπιστο όνομά πια, τόσο καλλιτεχνικά όσο και εμπορικά, ο Κέιν πέρασε το υπόλοιπο της δεκαετίας του ‘70 έχοντας τακτική κινηματογραφική παρουσία. Αν και, κακά τα ψέματα, αυτό δεν ισοδυναμούσε πάντα με τη συμμετοχή σε αξιόλογες παραγωγές. Τη μία θα βρισκόταν συμπρωταγωνιστής του θρυλικού Λόρενς Ολίβιε στο άψογο whodunnit «Sleuth» (1972) του κορυφαίου σκηνοθέτη Τζόζεφ Μάνκιεβικζ και πλάι στον Σον Κόνερι στο επίσης εξαιρετικό «Ο Άνθρωπος που θα Γινόταν Βασιλιάς» («The Man Who Would Be King», 1975) δια χειρός Τζον Χιούστον, την άλλη θα εμφανιζόταν σε αξιολησμόνητα ευκαιριακά φιλμ τύπου «The Swarm» (1978) και «Beyond the Poseidon Adventure» (1979). Οι φαινομενικά αντιφατικές επιλογές του Βρετανού, βέβαια, εξηγούνται αν τις σκεφτούμε ως δουλειές συντήρησης της δημοφιλίας και της ποιότητας ζωής του. Ως προς αυτό, είναι διάσημη η ατάκα του αναφορικά με την κυκλοφορία του φρικτού σίκουελ «Τα Σαγόνια του Καρχαρία: Η Εκδίκηση» (1987): «Δεν έχω δει την ταινία, όμως όλοι συμφωνούν πως είναι κάκιστη. Ωστόσο, έχω δει το σπίτι που μου έχτισε, το οποίο είναι φανταστικό». Και παρομοίως: «Όταν ο ατζέντης μου φέρνει ένα σενάριο, κάθομαι αναπαυτικά, βάζω λίγο ουίσκι και ξεκινάω το διάβασμα. Αν ο ρόλος μου είναι στην πρώτη και στην τελευταία σελίδα, τότε δέχομαι την πρόταση».

Η φάση της ωρίμανσης
Με την παραπάνω λογική ίσων κινηματογραφικών αποστάσεων, αφενός ο Κέιν δε δυσκολεύτηκε να βιοποριστεί και να εξελίξει ακόμα περισσότερο το εύρος του στα ‘80s και ‘90s, αφετέρου ξεκίνησε να εξαργυρώνει την αναγνώρισή του ως ένας σταρ του λαού και των ομοτέχνων του. Φιλμ σαν τα «Προετοιμασία για ένα Έγκλημα» («Dressed to Kill», 1980), «Εκπαιδεύοντας τη Ρίτα» («Educating Rita», 1983), «Μόνα Λίζα» (1986) και «Απατεώνες και Τζέντλεμεν» (« Dirty Rotten Scoundrels», 1988) είναι ενδεικτικά της ποιότητας του εμπορικού σινεμά της εποχής, όπως επίσης της ερμηνευτικής ωριμότητας στην οποία βρισκόταν πλέον ο Άγγλος, αφού σε καμία περίπτωση δε βρέθηκε να επαναλαμβάνεται υποκριτικά ή να οφείλει να ανταποκριθεί σε ένα πολύ συγκεκριμένο ανθρωπότυπο. Είναι ενδεικτικό δε πως το πρώτο Όσκαρ της καριέρας του (β’ ανδρικού ρόλου) το απέσπασε για το «Η Χάνα και οι Αδελφές της» (1986) του Γούντι Άλεν, στο οποίο κλέβουν την παράσταση οι πρωταγωνίστριες Μία Φάροου, Νταϊάν Γουιστ και Μπάρμπαρα Χέρσεϊ. Παρεμπιπτόντως, για να μη ψάχνεστε, ο Κέιν έμελλε να αποσπάσει μόλις μία ακόμα φορά το Όσκαρ αρκετά χρόνια μετά, ξανά για υποστηρικτική ερμηνεία, χάρη στο δράμα «Θέα στον Ωκεανό» («The Cider House Rules», 1999). Το οποίο αλίμονο αν υπάρχει άνθρωπος που να το είδε και να το θυμάται σήμερα…

Ο ιδανικός 21ος αιώνας
Όπως είπαμε και στην εισαγωγή, ο Άγγλος έχει πετύχει το σπάνιο κατόρθωμα να αποτελεί σημείο αναφοράς ακόμα και για γενιές αρκετά νεαρότερές του. Και αυτό, είναι ένα επίτευγμα που οφείλεται στις παραγωγές που συμμετείχε τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια. Διότι εάν σε κάποιον millennial ξέφυγε στο ρόλο του ηλικιωμένου χίππη στο δυστοπικό sci-fi «Τα Παιδιά των Ανθρώπων» (Αλφόνσο Κουαρόν, 2006), σε κανέναν δεν πέρασε απαρατήρητος ως Άλφρεντ στα «Batman» του Κρίστοφερ Νόλαν. Κατά γενική ομολογία η τέλεια επιλογή για να ενσαρκώσει την ήρεμη δύναμη υποστήριξης του Μπρους Γουέιν, ο Κέιν πρόσφερε ειδικό βάρος, βρετανική φινέτσα και υποκριτικό εκτόπισμα στο πρόσωπο – κλειδί για τον κόσμο του Σκοτεινού Ιππότη. Ποιότητες που κέρδισαν τον τελειομανή Νόλαν, ο οποίος συνεργάστηκε μαζί του πέντε ακόμα φορές («The Prestige», «Inception», «Interstellar», «Δουνκέρκη», «Tenet»). Κάπου εκεί εύλογα ο Κέιν αποφάσισε να αποσυρθεί από την ενεργό δράση, κοντέυει και να τα εκατοστήσει ο άνθρωπος…
Για φινάλε, αφήνουμε ένα απόσπασμα από συνέντευξη του Κέιν στο αμερικανικό NPR και την εκπομπή «Fresh Air» του Τέρι Γκρος, όπου συνοψίζονται αρμονικά οι ιδέες του Βρετανού για το σινεμά: «Κινηματογραφική υποκριτική σημαίνει να αφουγκράζεσαι, να αντιδράς, να συμπεριφέρεσαι. Στην ουσία αυτό πρέπει να κάνεις, να μην υποδύεσαι και να μη φαίνεται ότι προσποιείσαι. Αυτό είναι όλο. Από τη μεριά μου, για να μάθω πώς γίνεσαι ηθοποιός, προτιμούσα να βλέπω ντοκιμαντέρ ή να παρατηρώ κόσμο στο μετρό. Εκεί είναι που προσέχεις χειρονομίες και αδιόρατα, καθημερινά φερσίματα. Πρέπει να κάνεις τον ηθοποιό να εξαφανίζεται και οι θεατές να βλέπουν εσένα».