Ο Ζοζέ Μουρίνιο πιστεύει πως είναι ο Θεός, αλλά ποιος τολμά να τον διαψεύσει;
©Netflix 2026

Ο Ζοζέ Μουρίνιο πιστεύει πως είναι ο Θεός, αλλά ποιος τολμά να τον διαψεύσει;

Είδαμε το ντοκιμαντέρ το Netflix για τον προπονητή που ο ποδοσφαιρικός πλανήτης λατρεύει να μισεί.

Πολυνίκης, ατρόμητος, χαρισματικός. Αλαζόνας, τοξικός, μεγαλομανής. Όποια τριάδα επιθέτων και εάν διαλέξει κανείς για να χαρακτηρίσει τον Ζοζέ Μουρίνιο, το μόνο σίγουρο είναι ένα: κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί πως η αύρα του προπονητή άλλαξε άρδην τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε το ποδόσφαιρο. Από άποψη τακτικής στο χορτάρι, ψυχολογικής  διαχείρισης των παικτών και παρουσίας του στη δημόσια σφαίρα, ο Πορτογάλος έθεσε νέους όρους παραγωγής ποδοσφαιρικής κουλτούρας οι οποίοι, σαφώς, διχάζουν για περισσότερες από δυο δεκαετίες που ο 63χρονος κάθεται στους πάγκους. Η νέα σειρά ντοκιμαντέρ του Netflix, η οποία προφανώς ονομάζεται «Mourinho», αποτελείται από τρία χορταστικά επεισόδια που πραγματοποιούν μια αναδρομή στη γεμάτη συγκινήσεις καριέρα του «Special One», παρόλο που παραλείπονται τα τελευταία έτη όπου κάνει… περιοδεία στα ευρωπαϊκά πρωταθλήματα. Ωστόσο, επιπλέον, αναδεικνύουν το ένα στοιχείο που κάνει τον πρωταγωνιστή τους αμφιλεγόμενα ακαταμάχητο, αλλά και το οποίο απουσιάζει εκκωφαντικά από το σύγχρονο ποδόσφαιρο.

Ζοζέ Μουρίνιο σειρά 2
©Netflix 2026

Όσο με τσιτώνεις, τόσο με πωρώνεις

Ισόποσα μισητός και λατρεμένος, ο Μουρίνιο έχει καταφέρει να μην κορεστεί η εικόνα του επικοινωνιακά, παρά το γεγονός πως έχει δώσει πολλαπλές αφορμές για να «καεί» το κύρος του. Αντιθέτως, απολαμβάνει μια διαχρονική ανθεκτικότητα και δημοφιλία που μεταφράζονται τόσο σε πολιτιστική όσο και εργασιακή υπεραξία. Για παράδειγμα, μια διαφήμισή του ενέπνευσε εκατοντάδες memes («I am José Mourinho») που αντί να τον παρωδούν, ουσιαστικά εξήρουν την ικανότητά του να εμπνέεται περίτεχνες στρατηγικές για να πετύχει τους στόχους του. Παρομοίως, η πρόσφατη επιστροφή του στη Ρεάλ Μαδρίτης μοιάζει να προέκυψε περισσότερο ως αποτέλεσμα της ιδέας που έχουμε για τον Μουρίνιο και όχι εξαιτίας της ποδοσφαιρικής φερεγγυότητάς του. Η οποία, κακά τα ψέματα, έχει υποστεί αρκετά πλήγματα…

Με άλλα λόγια, ο Πορτογάλος διαθέτει μια προσωπικότητα που μαγνητίζει. Και αυτό είναι το πιο δυσεύρετο συστατικό στο μοντέρνο αθλητισμό, ο οποίος κυριαρχείται από τη δικτατορία των στατιστικών, την εμμονή με την τελειότητα και το νόμο των στοιχηματικών εταιριών. Μετά από εκείνον, τον Γιούργκεν Κλοπ και τον Πεπ Γκουαρντιόλα πόσοι προπονητές, στα αλήθεια, μπορούν να τον συναγωνιστούν στο συγκεκριμένο τομέα; Ο μονόχνωτος Μικέλ Αρτέτα ή ο άνοστος Χάνσι Φλικ; Έπειτα, ας μη ξεχνάμε πως το ποδόσφαιρο είναι και τηλεοπτικό θέαμα. Κάθε σεζόν χρειάζεται εκείνους τους χαρακτήρες που θα σε κάνουν να «κολλήσεις» στην οθόνη, ανεξάρτητα από την ομάδα που υποστηρίζεις και όπως και να το κάνουμε, ο Μουρίνιο είναι συνώνυμος της υψηλής τηλεθέασης.

Ζοζέ Μουρίνιο σειρά 3

Ο «μεταφραστής» τροπαιούχος

Προς επίρρωση των παραπάνω, βασικός λόγος που η θέαση του «Mourinho» ολοκληρώνεται εν ριπή οφθαλμού δεν είναι οι δεκάδες παίκτες – σταρ που μιλούν στην κάμερα, αλλά ο ίδιος ο προπονητής. Έτσι καταλαβαίνει κανείς γιατί ενέπνευσε τόσες ενδεκάδες να «ματώσουν» στο γήπεδο για εκείνον, αλλά ταυτόχρονα, γιατί ενίοτε γίνεται αφόρητος. Η υπερηχητική αυτοπεποίθησή του όσο coolness παράγει, άλλο τόσο προδίδει μια ευθραυστότητα που λίγες φορές αποκαλύπτεται, όμως υπάρχει καλά κρυμμένη μέσα του. Το προσωπείο της στυγνής υπεροχής σπάει όταν του θυμίζουν πως στις μέρες του ως βοηθός του σερ Μπόμπι Ρόμπσον στην Μπαρτσελόνα πολλοί τον αποκαλούσαν περιπαικτικά ως «μεταφραστή». Ή κατά τη διάρκεια εκείνης της αξέχαστης συνέντευξης τύπου επί θητείας Μάντσεστερ Γιουνάτεντ, όταν νιώθει την ανάγκη να υπενθυμίσει στους δημοσιογράφους πόσα πρωταθλήματα Αγγλίας έχει στο όνομά του.

Οι αντιφάσεις του Μουρίνιο, πάντως, μοιάζουν και εκείνες υπολογισμένες. Διόλου τυχαία ο Πίτερ Κένιον, διοικητικό στέλεχος της Τσέλσι στα χρόνια του Ρόμαν Αμπράμοβιτς, χαρακτηρίζει στο ντοκιμαντέρ τον Πορτογάλο «mischievous», δηλαδή κάτι ανάμεσα σε πονηρό και υστερόβουλο. Τα λεγόμενα «mind games», εξάλλου, είναι σήμα κατετεθέν του, ακόμα και εάν φτάνουν σε σημείο να πληγώνουν τους πιο κοντινούς συνεργάτες του. Είναι ενδεικτικό πως παίκτες με τους οποίους μεγαλούργησε στο Λονδίνο, όπως οι Τζόν Τέρι και Πετρ Τσεχ, ομολογούν στην κάμερα πως έπαιζαν τραυματισμένοι και με ενέσεις γιατί διαφορετικά δεν υπήρχαν καν για τον Μουρίνιο. Υπάρχουν αναγνώστες που θα επευφημήσουν διαβάζοντας αυτήν την πληροφορία, αλλά ας μας επιτρέψουν να διαχωρίσουμε τη θέση μας. Η νοοτροπία που θέλει τη νίκη με κάθε κόστος ενδεχομένως να βοηθά τον πρωταθλητισμό, όμως το να υποχρεώνεις έμμεσα τον τερματοφύλακά σου να παίξει με σπασμένο ώμο το λες και καφρίλα.

Ολοκληρώνοντας, το «Mourinho» προστίθεται στα επαγγλεματικά αθλητικά ντοκιμανέρ του Netflix τα οποία χωρίς να επινοούν τον τροχό, διεκπεραιώνουν απολαυστικά τη δουλειά τους. Όσο για τον ίδιο το Ζοσέ, όσοι τον αγαπούν θα συνεχίσουν να το κάνουν, όπως και όσοι αγαπούν να τον μισούν.

Διαβάστε περισσότερες κριτικές σειρών εδώ.

Σχετικά άρθρα