Ό,τι έχω ζήσει, πάντα, έπαιζε… «Ρετιρέ»!
Όταν ακούγεται το synthesizer στη μουσική τίτλων του Δαλιανίδη, βεβαιωνόμαστε πως είμαστε βαθιά στο καλοκαίρι.
Περιεχόμενα
Έχουν περάσει 36 χρόνια από την πρεμιέρα, 34 χρόνια από την προβολή του τελευταίου της επεισοδίου της θρυλικής σειράς «Το ρετιρέ» και 15 χρόνια από τον θάνατο του δημιουργού της Γιάννη Δαλιανίδη! Όμως, οι δύο μόλις κύκλοι της σειράς, που σταμάτησε απότομα και χωρίς φινάλε γιατί είχαν οικονομικές απαιτήσεις κάποιες απ’ τις πρωταγωνίστριες, έχουν παιχτεί περισσότερες από 35 φορές σε επαναλήψεις στο Mega, που ακόμα και το 2016 με 2020, που ήταν κλειστό, η σειρά παιζόταν 24 ώρες το 24ωρο μέσω του διαδικτυακού και ελεύθερου σήματος του! Γενικά, αν είναι μεσημέρι καλοκαιριού και δεν ακούς την γκρίνια της Κατερίνας Γιουλάκη μαζί με τα τζιτζίκια και τα τριζόνια, ε, τότε το τέλος του κόσμου έρχεται και μετανοείτε καλού, κακού!
«Πόρτα μου καλή, έρχομαι, έρχομαι και ποιος να ναι τώρα;»
Όλα τα χρόνια που θυμάμαι ως καθαρόαιμο ηλικιακά μέλος της λεγόμενης «αδικημένης γενιάς» Generation X να υπάρχει η οικοσκευή της τηλεόρασης στο σπίτι, ακούγεται στις αρχές κάθε Ιουλίου, το synthesizer της μουσικής τίτλων του Δαλιανίδη, για να βεβαιωθούμε πως η μεταπολίτευση στη χώρα ποτέ δεν ξεπεράστηκε, όπως οι βάτες, οι φωνές και οι υστερίες χαρακτήρων που μια επίσκεψη στο νευρολόγο επιβάλλεται, οι ωραίοι με δερμάτινα και μαλλιά – λασπωτήρα, η συζήτηση με την πόρτα όταν χτυπάει το κουδούνι – τιτιβίσματα και η ειδοποίηση στα πόμολα «έρχομαι, έρχομαι», αλλά και η ανάγκη για αναγνώριση κλίσεων πριν ανακαλυφθούν, όπου η συσκευή σταθερού τηλεφώνου δέχεται ερωτήσεις όπως «ποιος είναι πάλι;» ή «τι θέλουν όλοι σήμερα;». Εδώ έρχεται το «Ρετιρέ», να αποδείξει πόσο η τέχνη συναντά την πραγματικά ζωή, αφού εμείς είμαστε που παίζουμε στη «Μέρα της Μαρμότας», όπου πιασμένοι στην ατέρμονη χρονική λούπα, είμαστε καταδικασμένα παγιδευμένοι να βλέπουμε, να ακούμε, να ζούμε το ίδιο ξανά και ξανά! Και δως του το χαρούμενο synthesizer στη μουσική τίτλων!
Εκεί στο χωρόχρονο, που οι σκηνοθέτες φοράνε πάντα φουλάρια και οι ζωγράφοι μπερέδες
Για κάποιο παράξενο, βαθιά ομαδικό ψυχαναλυτικό λόγο, καθόμαστε υπνωτισμένα σχεδόν και βλέπουμε για 40η φορά στη ζωή μας κάθε παλιακό, αθώα αφελές, συμπαθητικούλια μικροαστικό επεισόδιο της σειράς, αν και ξέρουμε τις ατάκες απ’ έξω και μπορούμε να παίξουμε από στήθους όλους τους ρόλους. Για αυτό και η σειρά χτυπάει τηλεθεάσεις και φέτος της τάξεως του 21% στα δυναμικά κοινά παρακαλώ! Και ας θυμόμαστε την Ελένη να ζητάει μόνιμα δανεικά «ένα χιλιάρικο» ή «ένα πεντοχίλιαρο» από την Κατερίνα, τα οποία δεν επιστρέφει ποτέ και ευχόμαστε να μην ακούνε τα παιδιά μας και ρωτήσουν τι είναι η δραχμή, που τους φαντάζει όπως εμάς η μνα και το τάλαντο, τα οποία και αμυδρότερα θυμόμαστε στην Ιστορία της Α Λυκείου, στον Λυσία και στον Δημοσθένη, απ’ ό, τι το αυτοκινητιστικό της Χαράς στο «Ρετιρέ». 4
Απορούμε πως μπορεί να σε λένε Μίλτο Παπάρα και να μην έχεις πάει πριν χρόνια στη πολιτεία να αλλάξεις επώνυμο αλλά και να μηνύσεις τους παππούδες σου. Και ακόμα χάνουμε τα λόγια μας, που στις αρχές της δεκαετίες του 90, στον 20ο αιώνα, εργαζόμενοι σε διαφημιστικές αποκτούσαν ρετιρέ στο Χίλτον, που οι σκηνοθέτες πάντα φορούσαν φουλάρι, σαν να ‘τανε όλοι ο Γκάρφιλντ, ή ο Φρεντ από το Scooby-Doo, και οι ζωγράφοι μπερέδες! Οι πεθερές, οι συμπεθέρες, οι συννυφάδες, οι κουνιάδες είναι πάντα σκύλες και μισούν τις καλές πρωταγωνίστριες.
Διαβάστε επίσης
Στα γραφεία, κάποτε, πήγαιναν για να λιμάρουν νύχια και να τσακωθούνε
Βλέπουμε ακόμα και σχεδόν με ενδιαφέρον αρχαιολογικό θαυμάζουμε που στα γραφεία στα 90’s λιμάρανε νύχια, φλερτάρανε, κουτσομπόλευαν, τσακώνονταν κυρίως, πρόσβαλαν ο ένας τον άλλον, την πέφτανε οι νωχελικές μεσόκοπες αφεντικίνες στα λαϊκά λεβεντόπαιδα με τα ανοιχτά πουκάμισα που είχαν συνέργεια αυτοκινήτων, τόρνους ή επισκεύαζαν τηλεοράσεις, αλλά κανείς, ποτέ δεν δούλευε! Αξιοσημείωτο σκηνοθετικά, τόσο που μας έχει σημαδέψει και μπορεί απ’ τις πολλές επαναλήψεις που έχουμε δει, να το κάνουμε, υποσυνείδητα και εμείς, είναι που στο τέλος του κάθε επεισοδίου και μετά από άλλο ένας οργιώδες ξέσπασμα της Γιουλάκη συνήθως ή του Ευαγγελόπουλου, πιο σπάνια, οι ηθοποιοί βγαίνουν απ’ τη σύμβαση των ρόλων τους, κοιτάνε την κάμερα και μας λένε την ατάκα δυσφορίας και τέλους, δυο φορές και εμφατικά. Τύπου «ε, όχι! Ε, όχι!», ή «να, για να μάθεις! Να, για να μάθεις!», «Φτάνει, πια! Φτάνει πια!». Και επειδή μάλλον μας έμεινε και εμάς κουσούρι: «ε! εδώ τελειώσαμε! Ε! Εδώ, τελειώσαμε!»!