Σεξ, βία, κατασκοπεία στο «Beauty» του Ράιαν Μέρφι
Η νέα σειρά του πολυβραβευμένου Αμερικανού δημιουργού σμίγει το «Substance» με τις «Σκιές στο Σκοτάδι».
Αναντίρρητα βασιλιάς του camp στη μικρή οθόνη και δεξιοτέχνης του μελοδράματος, ο Ράιαν Μέρφι μετά το, κακά τα ψέματα, άστοχο «All’s Fair» επιστρέφει με μια νέα σειρά που μοιάζει σαν επιστροφή στις ρίζες του.
Το περιεκτικά τιτλοφορημένο «Beauty» αναπτύσσεται σε δύο παράλληλες πλοκές. Από τη μία, δύο αστυνομικοί ντετέκτιβ που διατηρούν κρυφή σχέση (Ρεμπέκα Χολ & Έβαν Πίτερς) ταξιδεύουν στην Ευρώπη για να ερεύνησουν μια τελείως δυσνόητη υπόθεση. Διαδοχικά, πανέμορφα και επιτυχημένα μοντέλα χωρίς σαφή αφορμή αρχίζουν να επιδεικνύουν παράλογα βίαιη συμπεριφορά, προτού ανεβάσουν υπερβολικά τη θερμοκρασία του σώματός τους και εκραγούν. Από την άλλη, ένας πλαστικός χειρουργός γνωστός για τις αντισυμβατικές μεθόδους του, μπαίνει στο στόχαστρο ενός ισχυρού άντρα (Άστον Κούτσερ) που κινείται μεταξύ υποκόσμου και κύκλων εξουσίας, διότι χρησιμοποίησε απόρρητο υλικό που του ανήκει. Το πώς συνδέονται όλα αυτά, θα πρέπει να συντονιστείτε στο Disney+ για να το ανακαλύψετε…
Είδαμε, ωστόσο, τα πρώτα επεισόδια του «Beauty» και αυτά είναι τα αρχικά συμπεράσματά μας. Η σειρά συμπυκνώνει μερικές από τις αγαπημένες θεματικές του Μέρφι. Αφενός, υιοθετεί το συντακτικό των genres και ειδικά του τρόμου, καθότι οι σωματικές εκρήξεις και εκκρίσεις δίνουν και παίρνουν. Αφετέρου, θίγει ανοιχτά το μοντέρνο ναρκισσισμό και την προσήλωση στην αψεγάδιαστη καλλιέπεια, όχι όπως έκανε στο παρελθόν με το «Nip/Tuck» βεβαίως, αλλά ενδιαφέρεται περισσότερο για την αυτοκαταστροφική πτυχή αυτής της εμμονής. Και έπειτα, υπάρχει η διαχρονική γοητεία ενός μυστικού έρωτα, όπως συμβαίνει μεταξύ των Έβανς – Χολ, ο οποίος εδώ έχει την έξτρα τσαχπινιά του κοσμοπολίτικου φόντου, καθώς η δράση μεταφέρεται μεταξύ εντυπωσιακών ευρωπαϊκών πόλεων.

Οι ενστάσεις με το «Beauty» αφορούν το χειρισμό ορισμένων χαρακτήρων, αλλά και τις εκ παραδρομής(;) εντονότατες ομοιότητές του με πρόσφατα κινηματογραφικά έργα. Για παράδειγμα, ένα εκ των θυμάτων του χειρουργού, ένας Αφροαμερικανός έφηβος, απεικονίζεται ως ένας υπέρμετρα αφελής μισογύνης, μάλιστα ο γιατρός του εξηγεί πως είναι incel («ακούσιος εργένης») και ότι για να γίνει επιθυμητός θα είναι αρκετό να μοιάζει με Chad. Έτσι, δηλαδή, όπως στην ιντερνετική κουλτούρα είναι καθιερωμένο να περιγράφονται υποτιμητικά οι συμβατικά όμορφοι άντρες. Ο νεαρός προχωρά όντως με την επέμβαση, το αποτέλεσμα μοιάζει επικίνδυνα κοντά με το meme, όμως η απορία μένει εάν ο Μέρφι με αυτήν την ιδέα επιχειρεί να κάνει χιούμορ ή να ειρωνευτεί τους αφανείς κύκλους του διαδικτυακού manosphere. Σε κάθε περίπτωση, το αποτέλεσμα είναι άβολο.
Παρομοίως, εάν κανείς έχει δει το βραβευμένο με Χρυσό Φοίνικα «Titane» (Ζουλιά Ντικουρνό, 2021) και ακόμα περισσότερο το οσκαρικό «Substance» (Κοραλί Φαρζά, 2024), θα βρει παραπάνω από μία… εκλεκτική συγγένεια με το «Beauty». Η σειρά δανείζεται από το μεν το στοιχείο του αλά Κρόνενμπεργκ body horror και από το δε τη θαρραλέα κατάργηση των ορίων, αλλά στερείται της ικανότητας να εκπλήξει. Ειδικότερα, μοιράζεται το ίδιο πρόβλημα με το φιλμ της Φαρζά, πρωτίστως την αδυναμία να εκφέρει κάποιο επί της ουσίας σχόλιο για όσα την αφορούν, να αναπτύξει τρισδιάστατους χαρακτήρες και να μην εξαντλείται δραματουργικά στην επίδραση του σοκ. Βέβαια, είναι ομολογουμένως νωρίς, ο πρώτος κύκλος απλώνεται σε έντεκα επεισόδια και παράλληλα, υπάρχει η δυναμική των Χολ – Έβανς που εάν έρθει παραπάνω στο προσκήνιο έχει μόνο θετικά να δώσει.