Τι να δω απόψε: Ένα τρυφερό ντεμπούτο απ’ τη σκηνοθέτρια της «Μπάρμπι»

Τι να δω απόψε: Ένα τρυφερό ντεμπούτο απ’ τη σκηνοθέτρια της «Μπάρμπι»

Σίρσα Ρόναν και Τιμοτέ Σαλαμέ πρωταγωνιστούν σε μια από τις ωραιότερες ιστορίες ενηλικίωσης που είδαμε πρόσφατα, και ξαναβλέπουμε στο Netflix.

Περιεχόμενα

Πριν σκηνοθετήσει το φαινόμενο «Μπάρμπι» (2023) και σπάσει με αυτό ρεκόρ εισπράξεων, η Γκρέτα Γκέργουικ ήταν για χρόνια το διαμαντάκι του ανεξάρτητου mumblecore σινεμά, συμμετέχοντας στα σενάρια, συν-σκηνοθετώντας και παίζοντας σε χαρακτηριστικά φιλμ του «παρεΐστικου» είδους, όπως «Hannah Takes the Stairs» (2007), «Nights and Weekends» (2008) και «Φράνσις Χα» (2012) – σταθεροί συνεργάτες της οι Τζο Σουάνμπεργκ και ο σύντροφος της Νόα Μπάουμπακ. Κλείνοντας μια δεκαετία στον χώρο, σκηνοθετεί για πρώτη φορά μόνη της και καταθέτει ένα ντεμπούτο με αυτοβιογραφικά στοιχεία, που συγκαταλέγεται, δικαίως, στα καλύτερα των τελευταίων χρόνων. Ο λόγος για το «Lady Bird» (2017), μια ιστορία ενηλικίωσης που ισορροπεί μεταξύ εφηβικής κωμωδίας και οικογενειακού δράματος. Με πρωταγωνίστρια την Σίρσα Ρόναν, το καστ συμπληρώνεται από τους Λόρι Μέτκαλφ, Τιμοτέ Σαλαμέ και Λούκας Χέτζες.

Δες περισσότερα άρθρα μας στις αναζητήσεις
Πρόσθεσε το ΚΛΙΚ στη Google

Η υπόθεση

Η Κριστίν είναι τελειόφοιτη σε ένα λύκειο για Καθολικούς στο Σακραμέντο, και δε γουστάρει τίποτα στη ζωή της: τα μαθήματα, το μέρος, το όνομά της, τη μαμά της. Είναι δημιουργικής φύσης και καταπιέζεται. Συστήνεται σε όλους ως Lady Bird και τους διορθώνει αποφασιστικά όταν κάνουν λάθος. Ανυπομονεί να φύγει από το σπίτι της και να πραγματοποιήσει τα όνειρά της, τα οποία δεν καταλαβαίνει κανένας γύρω της – ειδικά η μαμά της. Η ταινία ακολουθεί την τελευταία «παιδική» χρονιά στη ζωή της πρωταγωνίστριάς της, τις συγκρουσιακές οικογενειακές, φιλικές και ρομαντικές σχέσεις της, αποτυπώνοντας με συγκινητικό ρεαλισμό την έννοια της εφηβείας.

Γνώμη μας

Το «Lady Bird» έκανε την πρεμιέρα του στο φεστιβάλ του Τορόντο, όπου αποθεώθηκε, σε μια προβολή που έληξε με όρθια χειροκροτήματα, και συγκινημένους θεατές και κριτικούς, συνεχίζοντας την πορεία του με 5 υποψηφιότητες για Όσκαρ (σκηνοθεσίας, καλύτερης ταινίας, καλύτερου πρωτότυπου σεναρίου, πρώτου γυναικείου και β’ γυναικείου). Η αγάπη που δέχτηκε το φιλμ μπορεί εκ πρώτης όψεως να μην κατανοείται (είναι όντως μια από τις καλύτερες ταινίες της δεκαετίας όπως πολλές λίστες προτείνουν;), και μάλλον οφείλεται τόσο στις ανεξαιρέτως εντυπωσιακές πρωταγωνιστικές ερμηνείες, όσο και στην σκηνοθετική ευαισθησία της Γκέργουικ. Ξεχωρίζει ο τρόπος που η δημιουργός αφοσιώνεται στη σχέση μεταξύ κόρης και μητέρας, κάνοντας το σκοπό της να αποτυπώσει όλες τις αντιφατικές ποιότητες αυτής της δυναμικής, και κυρίως το απόλυτο παράδοξο της ενηλικίωσης: την βαθιά ανάγκη και τον απόλυτο πόνο του να αφήνεις αυτά που ξέρεις πίσω σου – και του να σε αφήσουν και εκείνα.

Σχετικά άρθρα