“Αγαπητέ δημόσιε υπάλληλε”
Αγαπητέ δημόσιε υπάλληλε, αυτό δεν είναι ένα γράμμα αγάπης ούτε ένα γράμμα μίσους. Είναι ένα γράμμα συγχώρεσης και ελπίδας. Όταν θα διαβάζεις αυτές τις γραμμές, εγώ κάπου θα προσεύχομαι για σένα και τη σωτηρία σου.
Φωτό: Tim Walker Αγαπημένε, ή μάλλον, αγαπητέ δημόσιε υπάλληλε, χρόνια τώρα ήθελα να σου γράψω, χρόνια πριν αρχίσει αυτή η χώρα να χορεύει το χορό του Ζαλόγγου και σε κάθε εναέρια φιγούρα να γλιτώνει τελευταία στιγμή το γλίστρημα στον γκρεμό. Χρόνια τώρα ήθελα να σου πω ότι βαθιά μέσα μου σε λυπόμουν. Σε λυπόμουν γιατί διάλεξες τον εύκολο δρόμο, αυτόν του βολέματος, γιατί συμβιβάστηκες νωρίς, γιατί μπέρδεψες τις υψηλές φιλοδοξίες με τα ταπεινά κίνητρα. Γιατί η φιλοσοφία ζωής σου ήταν γεμάτη από μίζερα υποκοριστικά: η δουλίτσα μου, τα παιδάκια μου, το σπιτάκι μου, η θεσούλα μου, η συνταξούλα μου. Σε λυπόμουν βέβαια σε μια φάση της ζωής μου που είχα την πεποίθηση ότι ο δημόσιος τομέας θάβει τους δημιουργικούς και άξιους, ενώ ο ιδιωτικός τους επιβραβεύει.
Στην πορεία, δυστυχώς διαψεύστηκα. Κατάλαβα ότι και στον ιδιωτικό τομέα, οι δημιουργικοί και άξιοι είναι λιγότερο πρότυπα προς μίμηση και περισσότερο εύκολη λεία στα χέρια αδίστακτων εργοδοτών, ότι η επιβράβευση της παραγωγικότητας είναι ένα επιτυχημένο σενάριο για αμερικάνικες ταινίες, που καμία σχέση δεν έχει με την ελληνική πραγματικότητα. Κατάλαβα ότι, για να επιβιώσεις στην ζούγκλα του ελληνικού ιδιωτικού τομέα, χρειάζονται να διαθέτεις πολύ περισσότερα προσόντα, πέραν της παραγωγικότητας και της δημιουργικότητας. Χρειάζεται να έχεις στο DNA σου χαρακτηριστικά άγριου ζώου, κοφτερά δόντια, αιχμηρά νύχια και πολεμοχαρή αρχέγονα ένστικτα.
Και όταν τα κατάλαβα όλα αυτά, αγαπητέ δημόσιε υπάλληλε, τότε άρχισα να σε ζηλεύω. Σε ζήλευα που μπορούσες να δουλεύεις το ένα τρίτο (ίσως και το ένα πέμπτο, ίσως και το ένα δέκατο) από μένα, και να πληρώνεσαι τουλάχιστον τα διπλά. Σε ζήλευα που είχες εξασφαλίσει ισόβιο μισθό, ανεξαρτήτως των ικανοτήτων σου και της προσφοράς σου. Σε ζήλευα που πληρωνόσουν τις υπερωρίες σου χρυσάφι, που χρέωνες στην πλάτη μου τα επαγγελματικά σου ταξίδια, που τα παιδιά σου σε χαίρονταν στο σπίτι με το φως της μέρας. Σε ζήλευα που θεωρούσες αυτονόητα τη σύνταξη, το εφάπαξ και την διά βίου ασφάλιση. Σε ζήλευα για την υπεροψία που σου χάριζε η βεβαιότητα πως ό,τι κι αν σου τύχει –αρρώστια, πένθος, εγκυμοσύνη- η καρέκλα σου θα σε περιμένει μέχρι να επιστρέψεις. Ναι, αγαπητέ δημόσιε υπάλληλε, ομολογώ το έγκλημά μου. Σε ζήλευα γιατί ήσουν ανέμελος, χωρίς την αγωνία της επόμενης μέρας, το άγχος των deadlines, τη δαμόκλεια σπάθη της απόλυσης. Σε ζήλευα γιατί δεν είχες να αποδείξεις τίποτα και σε κανέναν, γιατί δεν χρειάστηκε ποτέ να κοιμηθείς το βράδυ με την αγωνία της επόμενης μέρας, ούτε να μάθεις τι σημαίνει ο εξευτελισμός της ουράς στο ταμείο ανεργίας, το χτύπημα μιας ακόμη πόρτας για ένα ακόμη ψυχοφθόρο interview, το κλείσιμο μιας πόρτας πίσω σου, με το χαρτοκιβώτιο στα χέρια, και τα πικρά «αντίο» σε πρώην συναδέλφους. Σε ζήλευα γιατί είχες πιστέψει κι εσύ ο ίδιος, με τα τόσα χαϊδέματα αυτών που σε διόρισαν, πως η θέση σου δεν σου χαρίστηκε, πως η θέση αυτή σου ανήκε από τη στιγμή που γεννήθηκες.
Υπήρχαν ωστόσο φορές που δεν περιορίστηκα στην απλή, παθητική ζήλεια. Υπήρξαν φορές που θέλησα να σε χαστουκίσω, με εκείνη την πρωτόγνωρη βία του αδικημένου. Ναι, το ομολογώ, αγαπητέ καθηγητή/δάσκαλε, στην τρίχα γλίτωνες το χαστούκι κάθε φορά που μου έλεγες «Μα γιατί δεν παίρνετε γονική άδεια; Ο νόμος σάς δίνει το δικαίωμα. Δεν σκέφτεστε τα παιδιά σας;», ενώ κοίταζες το ρολόι σου στις 1:30 το μεσημέρι, αγχωμένος γιατί μου είχες χαρίσει ένα απλήρωτο τέταρτο, πέραν του ωραρίου σου. Ναι, και σένα αγαπητή φίλη, διορισμένη από τα 22 σου στο ΙΚΑ της γειτονιάς σου, θέλησα να σε ξυλοφορτώσω τότε που μου είπες με δήθεν συμπόνια: «Τα καημένα τα παιδάκια σου, πότε σε βλέπουν;» ή ακόμη χειρότερα «Δεν σου φταίει κανείς που δεν επιδίωξες και συ να χωθείς στο Δημόσιο. Ας πρόσεχες». Μα πιο πολύ και από σένα, αγαπητέ δημόσιε υπάλληλε, μίσησα τις «συναδέλφους» του ιδιωτικού τομέα που μου πέταγαν στα μούτρα το «εμείς εδώ έχουμε ένα όραμα. Όποιος έχει παιδιά να πάει σπίτι του». Γιατί όλες αυτές δεν γνώριζαν αυτό που γνώριζα εγώ: πως ήμασταν όλοι υπηρέτες των ίδιων αφεντάδων.
Σήμερα πια, έχοντας βιώσει από τους πρώτους τις συνέπειες της οικονομικής κρίσης κι έχοντας μάθει να σχεδιάζω μόνο την επόμενη μέρα και όχι το υπόλοιπο του βίου μου, κατάφερα να πολεμήσω τα τέρατα μέσα μου και να αποβάλω τόσο ταπεινά και αναξιοπρεπή αισθήματα, όπως η ζήλεια ή το μίσος. Σήμερα πια, νομίζω ότι εσύ θα έπρεπε να ζηλεύεις εμένα. Γιατί μπορώ να περηφανεύομαι πως δεν υπήρξα πελάτης κανενός κόμματος, πως δεν χρωστάω τίποτα και σε κανέναν, πως κάθε καρέκλα που έκατσα πάνω της ήταν απόκτημα σκληρής προσπάθειας και όχι δωρεά. Γιατί εγώ και κάποια εκατομμύρια σαν κι εμένα μπορούμε να κατέβουμε διαδηλωτές στα πεζοδρόμια, διεκδικώντας αξιοκρατία και αξιοπρέπεια, χωρίς να κρυβόμαστε πίσω από τις ασπίδες προστασίας που προσφέρουν οι εργατοπατέρες αυτού του τόπου.
Σήμερα πια, αγαπητέ δημόσιε υπάλληλε, δεν σε μισώ. Σήμερα, νομίζω ότι ήρθε η ώρα να σε συγχωρήσω. Νομίζω ότι ήρθε η ώρα να σου δώσω την τελευταία ευκαιρία να διασώσεις τη χαμένη σου υπερηφάνεια. Ήρθε η ώρα να διαψεύσεις μια ολόκληρη στρατιά ανέργων που θέλει την κεφαλή σου επί πίνακι. Να εγκαταλείψεις το κατεστημένο που βολεύτηκες τόσα χρόνια και να αγωνιστείς, για πρώτη φορά στη ζωή σου, να αποδείξεις πως αξίζεις τη θέση που σου χάρισαν.
Ναι, κατέβα στους δρόμους, αλλά όχι για να με απειλήσεις για χιλιοστή φορά με απεργίες και καταλήψεις. Κατέβα όχι για να διεκδικήσεις εκ νέου τα προνόμια που νομίζεις ότι σου έκλεψαν, αλλά για να διεκδικήσεις αξιολόγηση, αξιοκρατία, ίσα δικαιώματα στην εργασία. Κατέβα όχι για μένα, ρε γαμώτο, ούτε για τη φουκαριάρα τη μάνα σου, αλλά για το φουκαριάρικο το παιδί σου, που δεν θέλεις να συνεχίσει το παράδειγμά σου, δεν θέλεις να ζήσει κι αυτό μια βολεμένη ζωούλα, με μίζερα υποκοριστικά, αλλά μια δυναμική ζωή με λαμπερά κοσμητικά επίθετα, όπως «υπερήφανη», «αξιοπρεπής», «μαχητική» και «έντιμη». Καλή αντάμωση στην κοινωνία του μέλλοντος!
Με αγάπη Η ιδιωτική υπάλληλος που βαρέθηκε να σε μισεί