Δούλευε κορόιδο για το Facebook

Δούλευε κορόιδο για το Facebook

Ας αφήσουμε στην άκρη την άσχημη περίοδο των τελευταίων ετών και ας πάμε πιο πίσω στο χρόνο. Πόσες φορές στο παρελθόν πλήρωσες αντί να πληρωθείς για τη δουλειά σου; Χλωμό είναι η λέξη. Τώρα με το Facebook αυτό κάνεις και ίσως δεν το έχεις σκεφτεί ποτέ.

Όλα ξεκίνησαν στο όχι και τόσο μακρινό (άσχετα με το πώς μας φαίνεται) 2004. Στις 4 Φεβρουαρίου εκείνης της χρονιάς, ο Mark Zuckerberg παρουσίασε για πρώτη φορά το Facebook, μια σελίδα κοινωνικής δικτύωσης στην οποία είχαν δικαίωμα συμμετοχής μόνο οι συμφοιτητές του στο πανεπιστήμιο του Harvard. Με ένα λογαριασμό, ο χρήστης μπορούσε να προβάλει όλες τις πληροφορίες που έβρισκε ενδιαφέρουσες για τον ίδιο, και που είτε είχαν σχέση με πανεπιστημιακές δραστηριότητες, ή με όλα εκείνα για τα οποία καμάρωνε εκτός του χώρου. Ανακοινώσεις μαθημάτων!!! Φωτογραφίες από «καμένες» εξόδους, από βόλτες με ακριβά αυτοκίνητα και πολυτελή σκάφη, πόζες όλο νάζι, αλλά  και «κατασκοπεία» της ζωής των ποθητών και γιατί όχι και των μισητών που μοιράζονταν την ίδια εκπαιδευτική στέγη.  Κανείς, ούτε ο ίδιος ο Zuckerberg φυσικά, δεν μπορούσε να φανταστεί τότε, το μέλλον που θα είχε αυτή η σελίδα.

Από το 2006 και μετά, κάθε μια και ένας πάνω στον πλανήτη, μπορούσε πλέον (και έπρεπε αν ήθελε να έχει «πρόσωπο» στην κοινωνία…) να αποκτήσει ένα λογαριασμό και να ξεκινήσει μια «νέα» ζωή, σαν των φοιτητών του Harvard, μέσα από την οθόνη του υπολογιστή. Μπήκες, κόλλησες. Ξαφνικά ο πλανήτης όλος άρχισε να ζει σαν σταρ σε Αμερικανική σαπουνόπερα. Η μέρα να έχει 150 ώρες, το ένα πόδι να βρίσκεται στην Αθήνα, το άλλο στη Νέα Υόρκη, κάθε στιγμή να είναι μοναδική  (και γεμάτη χαρά πάντα), οι επισκέψεις σε εστιατόρια και bar να μονοπωλούν στο πρόγραμμα, την ίδια στιγμή όμως η σιλουέτα να μένει ανεπηρέαστη. Και μέσα σε όλα αυτά να βρεθεί και λίγος χρόνος για ένα απόφθεγμα του Μπρεχτ, που αν όλοι όσοι έχουμε «ποστάρει» κάποιο από αυτά είχαμε παρακολουθήσει έστω και μια παράσταση έργου του, κανένας ηθοποιός δεν θα πείναγε και το τμήμα Θεατρικών σπουδών θα χρησιμοποιούσε το Ολυμπιακό στάδιο για αμφιθέατρο.

Η σελίδα έγινε φυσικά λατρεία, έγινε εξάρτηση και αναπτύχθηκε με ταχύτητα επιδημίας, αποφέροντας στο δημιουργό και ιδιοκτήτη της αμύθητα κέρδη. Και βασίστηκε που; Έλα ντε; Σε όλους όσους το χρησιμοποιούσαν και το χρησιμοποιούν.  Σύντομα δημιουργήθηκαν μικρές κοινότητες, συνήθως φίλων, γνωστών, συμμαθητών στην αρχή. Μετά ατόμων με κοινά ενδιαφέροντα που  συγκεκριμένοι αλγόριθμοι φρόντιζαν να έρχονται πιο εύκολα σε επαφή μεταξύ τους. Μέσα από  τις κοινότητες, όπως συμβαίνει από την αρχή του κόσμου, κάποιοι ξεχώρισαν. Καλλιτέχνες ήδη καθιερωμένοι, νέοι καλλιτέχνες με κάτι αξιόλογο να παρουσιάσουν, άλλοι που απλά μπόρεσαν να χρησιμοποιήσουν έξυπνα τις δυνατότητες που το Facebook μπορούσε να προσφέρει, επαγγελματίες, επιχειρήσεις, ιδιώτες με ή ακόμα και χωρίς κάποιο συγκεκριμένο χάρισμα. Όλοι αυτοί είχαν πίσω τους έναν σημαντικό αριθμό followers και είχαν ξοδέψει αμέτρητες εργατοώρες για να συγκεντρώσουν όλον αυτό το «στρατό».

Αν όμως μόνο αυτοί πέρναγαν τόσες ώρες συνδεδεμένοι στο Facebook, σίγουρα ο κύριος Zuckerberg θα έβλεπε στις καταθέσεις του ένα κλάσμα από αυτό που βλέπει σήμερα. Το μυστικό ήταν ένα. Όσο το δυνατό περισσότεροι χρήστες online, να μπορούν να μετρηθούν και τα νούμερα αυτά να πωλούνται στους διαφημιζόμενους. Κοινώς, την ώρα που εγώ, εσύ, όλοι μας ξημεροβραδιαζόμαστε στο λογαριασμό που «έτσι για πλάκα» δημιουργήσαμε στο Facebook ή που «δεν πολυχρησιμοποιούμε», στην ουσία δουλεύουμε για κάποιον πολύ έξυπνο και πολύ τυχερό κύριο στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. ΑΜΙΣΘΙ.

Λάθος. Στην πραγματικότητα πληρώνουμε. Ο χρόνος είναι χρήμα, ακόμη και ο ελεύθερος, αλλά πες στον ελεύθερο το κάνεις για ξεκούραση. Κάνε μια ερώτηση στον εαυτό σου. Πόσες ώρες τρως κάθε μήνα «χαζεύοντας» στο Facebook, την ώρα που θα έπρεπε, λόγω δουλειάς, να κάνεις κάτι άλλο; Είτε είναι δική σου, είτε εργάζεσαι για άλλους, στο τέλος όλοι την πληρώνουν τη νύφη. Κάποιος με χρήματα, κάποιος με κόμπο στο στομάχι για deadlines άπιαστα, κάποιος με κατσάδα, κάποιος με ένα χέρι να δείχνει την έξοδο.

Και πάμε τώρα στη μεγαλύτερη κοροϊδία όλων. Το Facebook γιγαντώθηκε μέσα από τις μικρές αυτές κοινότητες που αποκτούσαν μια δυναμική και μεγάλωναν. Κάθε μέλος επέλεγε να γίνει μέλος για να ενημερώνεται για τα νέα και τις δράσεις, για τις συζητήσεις με φίλους και ομοϊδεάτες, για να νοιώθει και να είναι κομμάτι ενός ζωντανού οργανισμού. Και ξαφνικά, ο κύριος Zuckerberg αποφάσισε πως ο χρόνος του καθενός δεν του είναι αρκετός, τώρα θέλει και τα λεφτά του. Με τις τελευταίες αλλαγές στους αλγόριθμους, μόνο ένα απειροελάχιστο ποσοστό των μελών της κάθε κοινότητας, των φίλων σου ρε παιδί μου,  μπορεί να ενημερώνεται για κάθε post που κάνεις. Όμως μη φοβάσαι, το ποσοστό μπορεί να μεγαλώσει, απλά πρέπει η τσέπη να είναι α) βαθιά και β) γεμάτη. Με άλλα λόγια, για να έχεις «φωνή» για να υπάρχεις, χρειάζεσαι χρήματα. Αλλιώς απλά δέξου το όπως είναι.

Μια σελίδα χτισμένη για χρόνια πάνω στην ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ «φίλων» και «γνωστών» και με το μότο “For Free And Always Will Be”, ακυρώνει τον ορισμό της ομάδας, ή μάλλον κάνει συνδρομητική την ολοκληρωμένη συμμετοχή σε αυτή και απαιτεί πλέον να πληρώνεις για όσα μέχρι σήμερα απολάμβανες «δωρεάν», στην πραγματικότητα δουλεύοντας.

Και ας κάτσουμε κάποια στιγμή και να σκεφτούμε σοβαρά. Θα το κάναμε αυτό για τον οποιονδήποτε άλλο; Σε ποιόν θα δίναμε το χρόνο μας και θα πληρώναμε από πάνω; Σε κανέναν; Τότε γιατί συνεχίζουμε να δουλεύουμε για το  Facebook; Γιατί συνεχίζουμε να λειτουργούμε σαν εξαρτημένοι; Γιατί συνεχίζουμε να είμαστε κορόιδα;

Σχετικά άρθρα