Η δική μου Άνοιξη
Ένα αφήγημα με εαρινό άρωμα.
Άνοιξη καιρού. Οργασμός Κυρίου. Τα ζώα χαριεντίζονται, τα πουλιά ζευγαρώνουν, τα δέντρα ανθίζουν. Εγώ; Δεν με χωρά η πρωτεύουσα. Εναγωνίως επιζητώ μια εναλλακτική, πριν μαραθώ, ναι, χρειάζομαι κάτι σαν ζωογόνο διάλειμμα. Μια παράξενη ιδέα μου τριβελίζει το μυαλό. Το αποφάσισα: θα πάω στο γενετήσιο τόπο μου, για να ανταμώσω με τσι παλιές αγαπητικιές μου. Ετούτη την άνοιξη θέλω να τις μαγιοκλαδίσω ο ίδιος. Μαζί να ανθίσουμε…
Αλέκος Φασιανός, ο Φτερωτός Φίλος.
Κατεβαίνω στο χωριό. Αναμαζώνω τα σύνεργα από την αποθήκη και με το πρώτο χάραγμα μπαίνω στο περβόλι. Διάλεξα αυτό της Σοχώρας – το φυτέψαμε όταν ήμουν ακόμα παιδί. Επιτέλους: οι τότε μικρές κοπελιές, ολόκληρες βιόλες. Αχτένιστες όμως. Τις κοιτάζω με την υπεροψία του δήθεν Αφέντη και με περίσσια αλαζονεία, ο ανόητος, χώνομαι στην καταπράσινη αγκαλιά τους. Που πας ρε λεβέντη; Αυτές, αντί να με καλωσορίσουν, απλώνουν τα κλαδιά και με αρπάζουν από τα μακριά μου μαλλιά. Όχι γιατί δεν με γνώρισαν, αντιθέτως, μου την είχαν στημένη: καπριτσομένες από την πολύχρονη απιστία μου, με ξεμάλλιασαν. Έπαθα μεγάλο χουνέρι. Ταπεινώθηκα.
Την επόμενη μέρα μπήκα στο περιβόλι μου ταπεινά, με σεμνότητα. Σκαρφαλώνω στην κορφή του πιο ψηλού δέντρου και αγναντεύω τον κάμπο. Καθάριος αέρας, μύριζε αγριολούλουδα και νοτισμένο χώμα. Του ήλιου το φως ξασπρίζει τον καταπράσινο φόντο. Όμορφη μέρα. Τα πουλιά είχαν πιάσει το δικό τους κουβεντολόι. Κοτσύφια, σπινίτες, λιναρίτες, ζιγαρδέλια, μαυροπούλες… ήταν τα πουλιά του κήπου μου. Χαμηλά, μες στο πυκνό του χορτάρι, κατοικούν κι άλλα μικρά πλάσματα: σκουλήκια, ακρίδες, φίδια, ποντικοί, μα και μεγαλύτερα: ζουρίδες, άρκαλοι και αγριόγατες. Ψηλά πετάριζε ένα γεράκι, περήφανο, επιτηρώντας την περιοχή της δική του τροφικής αλυσίδας. Ευλογία. Βγάζω λοιπόν το ψαλίδι κι αρχίζω την υψηλή τέχνη της κλαδευτικής. Μπράβο λεβέντη μου. Ξάφνου σπάει το κλαδί και – να σου! – ο μπουνταλά ανάσκελα χάμω. Ντροπή! Οργίστηκα με τα χαχανητά και τα γέλια των πουλιών και των δέντρων. Ένα απαλό αεράκι σηκώθηκε και ευθύς ακούστηκε ένα γνώριμο θρόισμα. Ανατράνησα.
Μέρα με την ημέρα, εγώ και οι βιόλες μου, ερχόμασταν όλο και πιο κοντά – σχέση ερωτότροπης αειθαλείας. Δεν ήμουν μονάχος, προφανώς, μαζί με εμένα δούλευαν κι άλλοι. Σε μια ψηλή φούντα μιας απόμερης πορτοκαλιάς, ένα ζευγάρι κοτσυφιών έχτιζε την φωλιά του. Κάθε πρωί κάθιζα για λίγο στο κορμό του δέντρου, άναβα τσιγάρο και χάζευα την αρχιτεκτονική τους δεινότητα. Μετά στην δουλειά μου. Μόλις έπεφτε ο ήλιος περνούσα και πάλι από κάτω, καληνύχτιζα τα πουλιά μου και κατάκοπος τραβούσα για το πατρικό. Γεμάτος.
Μια πρωινή έβαλα το χέρι μου στην φωλιά και έπιασα τέσσερα αυγά. Από εκείνη την μέρα μετρούσα. Την 18η ανέβηκα στο κλαδί και είδα το θαύμα: μόλις είχε βγει απ το αβγό το πρώτο μικρό μας πουλάκι. Ω! Από την χαρά μου παραλίγο να γκρεμοτσακιστώ, το χαϊβάνι. Κάθε μέρα κι ένα μικρούλι ερχόταν στο κόσμο του κήπου μας. Ο κυρ-κότσυφας καμαρωτός και περήφανος παραφύλαγε την φωλιά, ενώ η μάνα, καθιστή, τα κρατούσε ζεστά με τα μαύρα φτερά της. Ολημερίς τα τάιζαν, τα σκασμένα. Πρέπει να μεγαλώσουν γρήγορα, να βγάλουν φτερά και να πετάξουν πριν τ` ανταμώσει ο θάνατος. Είχα την έγνοια τους βλέπεις: μη και τα φάγουν τα τρωκτικά ή τα φίδια.
Ένα μήνα ολάκερο δούλευα: έκοβα τα περιττά κλαδιά, αφαιρούσα τις αγριάδες και τα ξεράδια και άνοιγα οπές μες στα φυλλώματα για να μπαίνουν οι αχτίνες του ήλιου. Κάματος. Γέμισα γρατσουνιές. Οι αμάθητες παλάμες έβγαλαν ρόζους. Πονούσα παντού. Υγιές σύμπτωμα: όταν ξεκολλούν οι σκουριές το σώμα πονάει. Εκτός του εκούσιου καθαρισμού της κρανιακής καμινάδας, άλλαξε και η συμπεριφορά του σώματος μου. Ολική αναδόμηση!
Ανήμερα της πρωτομαγιά τελειώσαμε. Οι πορτοκαλιές έγιναν όμορφες, εντέλει. Και τα κοτσιφάκια τα κατάφεραν. Πριν ανοίξουν φτερά και χαθούν στην απεραντοσύνη του κόσμου τα πήρα στα χέρια και σαν καλά φιλαράκια ψιθυρίσαμε δυο κουβεντούλες. Πριν τον ολέθριο αποχαιρετισμός δώσαμε μεταξύ μας μια υπόσχεση: να ξανασμίξουμε στο περβόλι και την επόμενη άνοιξη. Είθε…
Ένα τεράστιο σωρό από κλαδιά με περίμενε στην άκρη του αγροκτήματος. Βραδιάζει. Πετώ ένα σπίρτο. Η μεγάλη φωτιά τσουρουφλίζει το σάλι της νύχτας. Κάθομαι σε μια πέτρα και φλογίζομαι απ` το αντιφέγγισμα της αδηφάγας πυράς. Οι λαίμαργες φλόγες αναπηδούν σαν τρελές, κατατρώγοντας τα σπλάχνα του ξύλου. Αδίστακτο φέγγος. Τριγμοί επιθανάτιου ρίγους ταράζουν την ησυχία της νύχτας, μέχρι που σώπασαν. Στάχτης.
Γόνος του Μαγιού κι εγώ, επιβίωσα. Οι προθέσεις μου δεν ήταν απολύτως ανιδιοτελείς: πήγα για να δώσω ψυχή, συλλογιζόμενος τι θα ανέσυρα μες από την αστείρευτη μήτρα της Γης. Ζωή. Όταν αφηγείται η Φύση ας σιωπούμε, κι αν την αφουγκραστούμε, τότε, ίσως νοήσουμε την γεωγραφία του παρόντος.
Όχι άλλη χαμένη Άνοιξη, λοιπόν.
Αναρωτιέμαι τι με πήγε πίσω στο χρόνο, άραγε: η μελαγχολία του νόστου, η ανάμνηση ενός παρατημένου ονείρου, η ροπή προς την αέναη επανάληψη, ο πόθος της γενετήσιας επιστροφής, ή η εγγενής άρνηση στην αστική ενσωμάτωση μου; Τρίχες. Αρκούσε μια και μόνο ανατριχιαστική υποψία για να με κινητοποιήσει, αυτή, της απουσίας νοήματος.