Εξομολογήσεις ενός Αθηναίου που ζει σ’ ένα κτίριο μόνο με Airbnb
Ο Χ. ζει σ' ένα κτίριο που έχει παραδοθεί στη βραχυχρόνια μίσθωση και μας μεταφέρει την εμπειρία του για το πώς είναι να περιβάλλεσαι από αγνώστους που μπαινοβγαίνουν με βαλίτσες.
Ο Χ. ζει στο κέντρο της Αθήνας. Όταν λέμε κέντρο, εννοούμε πολύ κέντρο. Εκεί που ο μέσος Αθηναίος δεν σκέφτεται διαμονή αλλά κυρίως βόλτα, ψώνια, ποτό και φαγητό. Εκεί που οι περισσότεροι φτάνουν με το μετρό, βγάζουν φωτογραφίες, περπατούν με έναν καφέ στο χέρι και μετά επιστρέφουν στη γειτονιά τους. Ο Χ. δεν επιστρέφει πουθενά, είναι ήδη σπίτι του. Ανήκει σε εκείνη τη σπάνια κατηγορία ανθρώπων που βλέπουν καθημερινά τους άλλους να περνούν. Δεν είναι ο μόνος μόνιμος κάτοικος στο κέντρο της Αθήνας, αλλά μοιάζει σχεδόν αόρατος μέσα στο τουριστικό ποτάμι που κυλάει ασταμάτητα. Το καλοκαίρι γίνεται χείμαρρος, τον χειμώνα απλώς στενεύει λίγο.
Το κτίριο όπου μένει κάποτε φιλοξενούσε κατοικίες και γραφεία. Σήμερα φιλοξενεί αποκλειστικά Airbnb. Το μικρό του διαμέρισμα είναι η τελευταία κατοικία σε μια πολυκατοικία που λειτουργεί σαν ξενοδοχείο χωρίς ρεσεψιόν. Κάθε πόρτα κρύβει διαφορετικές βαλίτσες, διαφορετικές γλώσσες, διαφορετικές ιστορίες. Μόνο η δική του μένει ίδια. Δεν θέλει να φύγει και είναι από τους λίγους με διαμέρισμα στο κέντρο που δεν έχουν παραδοθεί στη βραχυχρόνια μίσθωση, η οποία έχει αλλάξει ριζικά τον χάρτη της κατοικίας στην πόλη. Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία, στην Αθήνα καταγράφονται περίπου 18.900 ενεργά καταλύματα βραχυχρόνιας μίσθωσης, με μέση πληρότητα γύρω στο 61% και σταθερά αυξητική τάση τα τελευταία χρόνια, γεγονός που δείχνει ότι η χρήση των διαμερισμάτων ως τουριστικά καταλύματα έχει παγιωθεί σε μεγάλη κλίμακα.
Παράλληλα, μελέτες για την ελληνική αγορά δείχνουν ότι η Αθήνα παραμένει από τους ταχύτερα αναπτυσσόμενους προορισμούς στην Ευρώπη στη βραχυχρόνια μίσθωση, με ισχυρή συγκέντρωση στο ιστορικό κέντρο και τις γύρω περιοχές όπως Πλάκα, Κουκάκι, Μοναστηράκι, Ψυρρή και Μεταξουργείο, όπου τα τουριστικά καταλύματα έχουν σε πολλές περιπτώσεις αντικαταστήσει την παραδοσιακή κατοικία. Γι’ αυτό και ο Χ. είναι σπάνια περίπτωση και ο κατάλληλος άνθρωπος για να μας πει πώς είναι να ζεις με τουρίστες ολούθε γύρω σου.
Τα υπέρ
Δεν σε νοιάζει τι θα πει ο γείτονας
«Αυτό είναι το μεγαλύτερο δώρο», λέει ο Χ. και πραγματικά χαμογελάνε και τα αφτιά του. Δεν υπάρχει ο κλασικός μόνιμος δίπλα σου που θα σχολιάσει αν γυρνάς αργά, αν μιλάς δυνατά ή αν ζεις τη ζωή σου λίγο πιο ελεύθερα απ’ όσο επιτρέπει η ελληνική πολυκατοικία. «Αν φωνάζεις, αν χορεύεις, αν ντυθείς κλόουν και βγεις έτσι να πετάξεις τα σκουπίδια, δεν θα σε πει κανείς παράξενο. Μπορεί να σε πει δηλαδή, αλλά δεν σε νοιάζει γιατί σε τρεις μέρες έχει φύγει.
Ησυχία εκεί που δεν την περιμένεις
Παρά την εικόνα «ξενοδοχείου», ο Χ. λέει ότι πολλές φορές έχει περισσότερη ησυχία από πριν που το κτίριο είχε μόνιμους κατοίκους και γραφεία: «Οι περισσότεροι τουρίστες λείπουν όλη μέρα. Πηγαίνουν βόλτες, βλέπουν αξιοθέατα, τρώνε, πίνουν και όταν γυρίζουν, είναι κουρασμένοι και συνήθως ήσυχοι» σημειώνει. Επιπλέον, οι επισκέπτες οφείλουν να ακολουθούν σαφείς οδηγίες της μίσθωσης. Μια από αυτές είναι να συμμορφώνονται με τις ώρες κοινής ησυχίας.
Οι σκάλες λάμπουν
«Τόση καθαριότητα στις σκάλες ούτε η γιαγιά μου δεν είχε», λέει γελώντας. Η ανάγκη για καλές αξιολογήσεις έχει ανεβάσει αισθητά το επίπεδο καθαριότητας και στους κοινόχρηστους χώρους αυτών των κτιρίων. Και αυτό, όπως παραδέχεται, το απολαμβάνει και ο ίδιος. Ένα καθαρότερο περιβάλλον έξω από την πόρτα του.
Ό,τι χαλάει, φτιάχνεται αμέσως
«Παλιά το ασανσέρ μπορούσε να μείνει χαλασμένο μια εβδομάδα. Τώρα αν χαλάσει το πρωί, το απόγευμα έχει έρθει τεχνικός» αναφέρει ο Χ. Και πάλι,ο φόβος της αξιολόγησης κάνει τους ιδιοκτήτες να δρουν ακαριαία προς αποκατάσταση κάθε ζημιάς και δυσλειτουργίας. Όλα δουλεύουν ρολόι. Ελβετικό για την ακρίβεια.
Ο γύρος του κόσμου σε πέντε ορόφους
Μέσα στο κτίριο ακούγονται όλες οι γλώσσες και όπως λέει ο Χ. αυτό έχει μια περίεργη γοητεία. Είναι σαν να προσγειώθηκε ο κόσμος στα πόδια σου. Πλάθεις ιστορίες στο κεφάλι σου από τυχαίες φράσεις που ακούς, και που ακόμα κι αν είναι σε γλώσσα που δεν καταλαβαίνεις, δημιουργούν εικόνες στο κεφάλι σου. Βλέπεις όψεις ανθρώπων που σε ξαφνιάζουν, τόσο έξω από τα δικά σου δεδομένα.
Τα κατά
Ο ήχος από τα ροδάκια της βαλίτσας
«Με έχει στοιχειώσει» παραδέχεται ο Χ. Δεν είναι δυνατός ήχος, αλλά είναι συνεχής. Ένα υπόκωφο σύρσιμο που περνά από το πάτωμα και μπαίνει στο μυαλό. «Το ακούω και στον ύπνο μου πια. Κι αν μου πεις ποια μάρκα βαλίτσας με ροδάκια είναι η πιο θορυβώδης και ποια η λιγότερο, μπορώ να σου πω».
Είσαι άτυπος υπάλληλος πληροφοριών
«Excuse me…» Η πιο συχνή φράση της ημέρας του Χ. Πώς ανοίγει το κουτί με το κλειδί, πού έχει σουβλάκι, πού είναι το μετρό, τι ώρα ανοίγει η αγορά, τον ρωτάνε τα πάντα όλα αν τον πετύχουν στην είσοδο ή στο ασανσέρ και καταλάβουν ότι είναι Έλληνας που ζει στο κτίριο. «Κάποια στιγμή θα ζητήσω ποσοστά από τους ιδιοκτήτες», λέει.
Δεν ξέρεις ποτέ ποιος μένει δίπλα σου
Ο Χ. δεν φοβάται αλλά συμφωνεί ότι υπάρχει πάντα μια μικρή αμηχανία, μια αβεβαιότητα: «Δεν ξέρεις ποιος μπήκε και ποιός κοιμάται στο διπλανό σου διαμέρισμα. Μπορεί να είναι κατά συρροή δολοφόνος, μπορεί να είναι μαφιόζος, δεν μπορείς να ξέρει τι φρούτο είναι ο καθένας». Από τη μια δηλαδή εκφράζεσαι ελεύθερα που δεν τον ξέρεις, από την άλλη σκιάζεσαι και λίγο με τόσο άγνωστο γύρω σου. Κι αν έχεις δει και το επεισόδιο από τη σειρά ”Το Δίχτυ”, στην ΕΡΤ, με τον τίτλο ”Ο τελευταίος Ένοικος”, σε σενάριο Βαγγέλη Γιαννίση, όπου η τελευταία ένοικος μιας πολυκατοικίας που θέλουν να τη μετατρέψουν σε μπουτίκ ξενοδοχείο δολοφονείται, επειδή δεν συμμορφώνεται και δεν φεύγει, τότε σκιάζεσαι λίγο περισσότερο.
Δεν ξέρεις αν χτυπάνε για σένα
«Παλιά το κουδούνι είχε νόημα. Τώρα συνήθως κάποιος ψάχνει το Airbnb του ή του φίλου με τον οποίο ήρθαν μαζί ταξίδι ή είναι ο ντελιβεράς που δεν ξέρει πού να χτυπήσει γιατί δεν έχει ονόματα στα κουδούνια εκτός από το δικό μου». Ένα όνομα ανάμεσα σε δέκα κουδούνια θα κερδίσει την προσοχή, θα συμφωνήσω.
Και τελικά, ποιό είναι το συμπέρασμα σου από τη διαμονή σ’ ένα κτίριο μόνο με Airbnb; «Υπερτερούν τα υπέρ ή τα κατά;», ρωτάω. Ο Χ. μένει σιωπηλός πριν απαντήσει: «Υπερτερεί η παράξενη, ασυνήθιστη, υπερβατική της κοινοτοπίας, εμπειρία. Δεν ταιριάζει σε όλους, αλλά σίγουρα κάποιοι θα τη βρουν ελκυστική και γιατί όχι, ιδανική. Να είσαι άγνωστος μεταξύ αγνώστων μέσα στο κτίριο που ζεις. Να βλέπεις όλη την υφήλιο να περνάει από δίπλα σου. Κατά μια έννοια, νιώθεις λίγο κέντρο του σύμπαντος, ε;».