ΚLIK FILES/ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 1990//Warren Beatty : Ο Τελευταίος Μεγάλος Γητευτής Γυναικών…
Ο τελευταίος από τους αλαζονικούς, γοητευτικούς, επιθετικούς, σκυθρωπούς, ευαίσθητους, με συνείδηση του εαυτού τους, έξυπνους, ανυποχώρητους, φιλόδοξους, «εσωτερικούς» και εξωτερικά ταλαντούχους ηθοποιούς, που γίνονται μύθοι πριν τα 30 τους
Είναι κάποιες ταινίες που όσα χρόνια και να περάσουν, όσες φορές και να τις έχεις δει, δεν τις βαριέσαι ποτέ. Όταν τις βλέπεις, δε, νοιώθεις μια γλυκιά μελαγχολία και νοσταλγία για άλλες εποχές… Τότε που τις σχέσεις τις διέκρινε ακόμα ο ρομαντισμός και η λαχτάρα… Τότε που δεν ήταν όλα τόσα ευκαιριακά κι επιφανειακά, όπως είναι σήμερα…

Πριν λίγες μέρες, ένοιωσα έντονη την επιθυμία να «ταξιδέψω» έστω και νοερά σε μια εποχή που δεν έζησα, αλλά γνώρισα μέσα από κινηματογραφικές ζωές. Ίσως γιατί είχα επηρεαστεί από ένα αφιέρωμα που ο Άρης Τερζόπουλος μου είχε δώσει να διαβάσω λίγες ώρες πριν, από το τεύχος Δεκεμβρίου 1990, του περιοδικού ΚΛΙΚ. Ήταν για έναν κορυφαίο Αμερικανό ηθοποιό, σκηνοθέτη, σεναριογράφο και παραγωγό ταινιών. Πολυβραβευμένο με Όσκαρ, Χρυσές Σφαίρες, Βραβείο Cecil B. DeMille και βραβείο του Αμερικανικού Ινστιτούτο Κινηματογράφου για την προσφορά του στην έβδομη τέχνη.
Πρόσφατα, μάλιστα, τιμήθηκε από το The Museum of the Moving Image στη Νέα Υόρκη , λίγο πριν από την πρεμιέρα της πρώτης του ταινίας ύστερα από 15 χρόνια. Το νέο του ρομαντικό δράμα “Rules Don`t Apply”, του οποίου είναι επίσης ο σεναριογράφος και ο παραγωγός.
Έναν καρδιοκατακτητή bon viveur, που κάποτε όλες οι γυναίκες παραληρούσαν και μόνο που τον έφερναν στο μυαλό τους. Δεν θα μπορούσε να είναι άλλος από τον ανεπανάληπτο Warren Beatty.
Επέλεξα, λοιπόν, να δω για ακόμα μια φορά την ταινία Πυρετός στο Αίμα (Splendor in the grass). Πρόκειται για μια από τις πρώτες κινηματογραφικές του εμφανίσεις, όπου είχε την τύχη να συναντήσει τον Elia Kazan. Τον Έλληνα σκηνοθέτη που ήξερε να αναδεικνύει ηθοποιούς καθώς είχε την ξεχωριστή ικανότητα να βγάζει στην επιφάνεια όχι μόνο το ταλέντο, αλλά και μέρος της ψυχής των ηθοποιών.
Ο Warren Beatty, υποδύεται έναν πανέμορφο ερωτοχτυπημένο έφηβο, τον Bud, που ζει με την εύπορη οικογένειά του σε μια κωμόπολη του Κάνσας, στη δεκαετία του ’20. Η Deanie – το ρόλο παίζει η Natalie Wood– είναι το κορίτσι που τον αγαπάει. Κι εκείνος, ονειρεύεται την ζωή του μαζί της. Μια ζωή απλή, κοντά στη φύση όπου η αγάπη θα δεσπόζει. Προέρχονται, όμως, από διαφορετικές κοινωνικές τάξεις και συναντούν σοβαρά προβλήματα στο δεσμό τους. Ο πατέρας του Bud είναι ένας άνθρωπος με αμετάκλητες απόψεις που θέλει να έχει τον απόλυτο έλεγχο στον γιο του. Είναι τόσο απογοητευμένος που η μεγάλη του κόρη διάγει έκλυτο βίο, που εναποθέτει όλες τις ελπίδες και τα όνειρά του στον Bud. Η Deanie τον διεκδικεί χωρίς εγωισμούς και περηφάνια, αντιμετωπίζοντάς τον σαν Θεό. Ο έρωτάς της είναι για τον Bud την οδηγεί στα όρια της τρέλας…
Η ζωή του αλλάζει όταν -μετά το κραχ– ο πατέρας του καταστρέφεται οικονομικά και χάνει όλη την περιουσία του. Η Deanie μένει στην ψυχιατρική κλινική για χρόνια. Και ο καιρός περνάει. Όταν μετά από χρόνια η Deanie βγαίνει από την κλινική πηγαίνει να συναντήσει τον μεγάλο της έρωτα τον Bud. Αλλά το οικονομικό κραχ και ο καιρός που περνάει τα έχει αλλάξει όλα. Ο Bud δεν είναι πια ο λαμπερός νεαρός που ερωτεύτηκε. Έχει μετατραπεί σ` ένα αγρότη, που ζει από τα χωράφια του, παντρεμένος με μιαν άχρωμη γυναίκα και έχοντας παιδιά, συμβιβασμένος με μια μέτρια ζωή. Είναι ένας άλλος άνθρωπος. Και όχι αυτός που ερωτεύτηκε. Μια μεγάλη διάψευση…

Ο Warren Beatty στο “Splendor in the grass”, ακολουθεί πιστά τις οδηγίες του Kazan χωρίς να πέσει στην παγίδα να ερμηνεύσει το ρόλο με αλαζονεία. Αποφεύγει να κοιτάξει κατάματα τον φακό σαν να θέλει να εξαφανιστεί από την σκηνή. Αν και είναι εκπληκτικά όμορφος και φερέλπις, στηρίζεται στην ανασφάλειά του. Από πού πηγάζει; Από το γεγονός ότι τα πάντα στη ζωή είναι εφήμερα. Τα χρήματα, η ομορφιά, η αγάπη…
Ο Peter Biskind, συγγραφέας του βιβλίου “Σταρ: Πώς ο Γουόρεν Μπίτι αποπλάνησε την Αμερική” (Star: How Warren Beatty Seduced America) υποστηρίζει ότι ο Warren Beatty έχει κοιμηθεί τουλάχιστον με 12.775 ερωμένες – 57 από αυτές ήταν επώνυμες-. Πρόκειται για μια βιογραφία που προκάλεσε την οργή του ακαταμάχητου Δον Ζουάν των προβολέων. Σύμφωνα πάντα με το βιβλίο, η Joan Collins τον χώρισε επειδή δεν άντεχε την αχαλίνωτη όρεξή του για σεξ. «Δεν νομίζω ότι θα αντέξω για πολύ ακόμη. Δεν σταματάει ποτέ- πρέπει να είναι όλες αυτές οι βιταμίνες που παίρνει. Σε μερικά χρόνια θα με έχει “λιώσει”.» φέρεται να έχει πει. Όταν βέβαια ρωτήθηκε αν ισχύει ότι εκείνη και ο Beatty έκαναν έρωτα επτά φορές την ημέρα, απάντησε με αφοπλιστικό τρόπο:“Ίσως εκείνος να έκανε, εγώ απλώς ήμουνα ξαπλωμένη εκεί πέρα”.
Αν είναι αλήθεια ή ψέματα όλα όσα καταγράφει το βιβλίο, μόνο ο Warren Beatty γνωρίζει. Το σίγουρο είναι ότι με τη ζωή του και τις διάφορες φήμες… έχει καλλιεργήσει το μύθο του…
Κάποτε το περιοδικό ΤΙΜΕ είχε γράψει για τον σπουδαίο ηθοποιό «…είναι ο τελευταίος από τους αλαζονικούς, γοητευτικούς, επιθετικούς, σκυθρωπούς, ευαίσθητους, με συνείδηση του εαυτού τους, έξυπνους, ανυποχώρητους, φιλόδοξους, με ελαφρύ τραύλισμα, «εσωτερικούς» και εξωτερικά ταλαντούχους ηθοποιούς, που γίνονται μύθοι πριν τα 30 τους». Kαι είναι, ίσως, η πιο αντιπροσωπευτική περιγραφή για τον Warren Beatty.

Ένα πραγματικά υπέροχο αφιέρωμα μαζί με συνέντευξη γι’ αυτόν τον μύθο, επιλέξαμε για το KLIK FILES αυτής της εβδομάδας. Τον «Αμερικανό ήρωα» Warren Beatty… Aπολαύστε το…
ΕΝΑΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΗΡΩΑΣ
Συνέντευξη στον Κώστα Σάλπα
Παρακολουθώντας την αρχική σκηνή της πρώτης του ταινίας – όπου ο Γουώρεν Μπήτυ με κόπο απομακρύνεται από την αγκαλιά της Νάταλι Γουντ, επειδή είναι και οι δυο πολύ μικροί για να αποτελειώσουν αυτό που τα φλογερά φιλιά τους άρχισαν, μπορείς ακόμα και σήμερα, τριάντα χρόνια μετά την πρώτη προβολή της ταινίας, να ακούσεις τις γυναίκες- θεατές να αναστενάζουν αναστατωμένες καθώς οι αρσενικοί σύντροφοί τους στριφογυρίζουν άβολα στα καθίσματά τους.
Τζόαν Κόλινς, Νάταλι Γουντ, Βίβιαν Λη, Λέσλι Καρόν, Μπριζίτ Μπαρντό,Τζούλι Κρίστι, Μαίρυ Τάυλερ Μουρ, Μισέλ Φίλιπς, Μπριτ Έκλαντ, Τζόνι Μίτσελ, Λιβ Ούλμαν, Κάρλυ Σάιμον, Νταιαν Κήτον, Ιζαμπέλ Ατζανί. Α, και Μαντόνα. Η φράση «Τόσες πολλές γυναίκες- τόσος λίγος χρόνος», ποτέ δεν είχε ισχύ για τον Henry – Warren Beaty (το δεύτερο “t” στο επώνυμό του εμφανίστηκε μόλις υπέγραψε το συμβόλαιο για την πρώτη του ταινία), που φρόντιζε πάντα να τα συνδυάζει όλα – γυναίκες – χρόνο – εξουσία- φήμη -γοητεία, σε ένα μοναδικό και απόλυτα προσωπικό του timing.

Γεννημένος στο Ρίτσμοντ, στις 30 Μαρτίου του 1937, πέρασε μια παιδική ηλικία με τόσες πολλές και καθοριστικές γυναίκες γύρω του, ώστε να τις θεωρεί αναπόσπαστο τμήμα της ζωής του και, μάλιστα, σε παρόμοιες, θεαματικές αναλογίες. Κάτι για το οποίο σύσσωμος ο γυναικείος πληθυσμός του πλανήτη δεν φάνηκε ποτέ να έχει αντιρρήσεις. Ο Μπήτυ ξεκίνησε σαν «κυνηγός ποντικών» σε κάποιο θεατράκι της Γουώσινγκτον Ντι-Σι, για να συνεχίσει με ένα χρόνο φοίτησης στο Πανεπιστήμιο Νόρθεγουέστερν, και, μετά, να παέι στη Νέα Υόρκη όπου σπούδασε υποκριτική με τη Στέλα Άντλερ. Παράλληλα, δούλευε εργάτης σε δημόσια έργα και τα βράδια έπαιζε πιάνο σε μπαρ. Η συνάντησή του με τον σκηνοθέτη Τζόσουα Λόγκαν και τον σεναριογράφο Γουίλιαμ Ίντζ ήταν και η αφορμή για τον πρώτο του σημαντικό θεατρικό ρόλο στο Μπρόντγουεη.
Το έργο A Loss Of Roses υπήρξε μεγάλη αποτυχία, αλλά ο Μπήτυ αποθεώθηκε από τους κριτικούς. «Ο κ. Μπήτυ, με τα αισθησιακά χείλη και το συνοφρυωμένο βλέμμα, ήταν υπέροχος», είχε γράψει ο Κένεθ Τάιναν. Και μαζί με τους άλλους ύμνους δεν άργησε να έρθει η πρόταση, από το Χόλλυγουντ, για το Splendor in the Grass.
Τότε, το ΤΙΜΕ είχε δώσει μια ανεπανάληπτη περιγραφή της περσόνα του Μπήτυ: «…είναι ο τελευταίος από τους αλαζονικούς, γοητευτικούς, επιθετικούς, σκυθρωπούς, ευαίσθητους, με συνείδηση του εαυτού τους, έξυπνος, ανυποχώρητους, φιλόδοξους, με ελαφρύ τραύλισμα, «εσωτερικούς» και εξωτερικά ταλαντούχους ηθοποιούς, που γίνονται μύθοι πριν τα 30 τους». Η απάντηση του ίδιου ήταν: «Δεν τραυλίζω».
Όλος αυτός ο μύθος έκανε το φαρμακερό Χόλλυγουντ να περιμένει με αγωνία την αποτυχία της πρώτης του προσπάθειας σαν παραγωγού – του φιλμ Μπόνι και Κλάιντ, με τη Φέη Ντάναγουέη. Η τεράστια επιτυχία του, όμως, οφειλόταν εν μέρει και στις ικανότητες του Γουώρεν Μπήτυ. Η τεράστια επιτυχία του, όμως, οφειλόταν εν μέρει και στις ικανότητες του Γούωρεν Μπήτυ στο πλασάρισμα της ταινίας – ικανότητες που τον έκαναν να προσληφθεί και σαν υπεύθυνος της προεκλογικής, διαφημιστικής εκστρατείας των Δημοκρατικών Ρόμπερτ Κένεντυ, Τζωρτζ Μακ Γκόβερν και Γκάρυ Χαρτ. Ο Μπήτυ, όμως, είδε τις πολιτικές του ενασχολήσεις να παραμερίζονται από τον άλλο του εαυτό, τον πλέιμπου.
(Η αγαπημένη του φράση “What’s new, pussycat?” έγινε σήμα κατατεθέν και ταινία -όλων των διεθνών γυναικοκατακτητών.) Έτσι, αφοσιωμένος ξανά στον κινηματογράφο, γύρισε το εμπορικό χιτ και βαθιά σαρκαστικό Shampoo Και , αργότερα, το Reds – μια εποποιία της Ρώσικης Επανάστασης, όπως την είδε ο Αμερικάνος δημοσιογράφος John Reid.
H αποτυχία του Ishtar (με τον Ντάστιν Χόφμαν και της Ιζαμπέλ Ατζανί -πολλοί μίλησαν για λάθος κάστινγκ) δεν έριξε τις μετοχές του Μπήτυ στο Χόλλυγουντ. Και, φέτος, με τον Dick Tracy ήρθε για να επιβεβαιώσει, άλλη μια φορά, την ικανότητά του να είναι το ίδιο εμπορικός όσο και συνεπής στο υλικό του. Για να μην πούμε ότι ισχύει ακόμα και τώρα η παλιά εκείνη λίστα χαρακτηρισμών του ΤΙΜΕ…
Στα τριάντα χρόνια που ακολούθησαν αυτή την πρώτη του εμφάνιση, ο Μπήτυ έκανε ακριβώς το ίδιο πράγμα, ξανά και ξανά: τις γυναίκες να τον θέλουν και τους άντρες να τον μισούν. Και τον πόθο των γυναικών – σύμφωνα με τα κουτσομπολιά – τον κόρεσε στο μέτρο των δυνατοτήτων του ( αν και η Τζόαν Κόλινς έχει πει ότι ήταν «ακούραστος»).
Η αντιπάθεια, όμως, των ομοφύλων του απλώς μεγάλωσε καθώς, με το πέρασμα των χρόνων, ο Μπήτυ απέδειξε ότι ήταν κάτι παραπάνω από «ο ωραίος αδελφός της Σίρλει Μακ Λέιν», του άλλου, ζωντανού, ιερού τέρατος. Γύρισε μια σειρά καταπληκτικών ταινιών- τις περισσότερες από τις οποίες και σκηνοθέτησε. Bonnie and Clyde, Mc Cabe, Mc Cabe and Mrs Miller, Money, Shampoo, Heaven Can Wait, με αποκορύφωμα το επικό Reds, ένα χρονικό της Οκτωβριανής επανάστασης ιδωμένο από τον Αμερικανό δημοσιογράφο Τζων Ρηντ και με συμπρωταγωνίστρια την τότε ερωμένη του Ντάιαν Κήτον. Το Reds ήταν και η ταινία που φανερά πια έδειξε τον Μπήτυ σαν τον πιο φιλελεύθερο – αν όχι αριστερίζοντα -εμπορικό καλλιτέχνη της Αμερικής.
Η καριέρα του συνεχίστηκε με μια εμπορική αποτυχία , το Ishtar, με τον Ντάστιν Χόφμαν και την Ιζαμπέλ Ατζανί, και με μια ακόμα πιο έντονη πολιτική δραστηριότητα που τον έφερε – όσο και αν επιθυμεί πάντα την παραμονή στα παρασκήνια – στο προσκήνιο μιας από τις πιο θλιβερές στιγμές της πρόσφατης αμερικανικής ιστορίας : την πτώση του υποψήφιου για το χρίσμα των Δημοκρατικών στις προηγούμενες εκλογές και προσωπικού φίλου του, Γκάρυ Χαρτ. Η συμμετοχή στην πολιτική εκστρατεία του Χαρτ, – και η προσπάθειά του, ως την τελευταία στιγμή, αν περισώσει το γόητρο του φίλου του και του Δημοκρατικού Κόμματος, ήταν και η τελευταία ανάμιξη του Μπήτυ σε μια μακρά σειρά πολιτικών δραστηριοτήτων. Έχοντας ήδη σταματήσει να έρχεται σε επαφή με τον Τύπο, εξαιτίας των επεμβάσεων στην ιδιωτική του ζωή, ο Μπήτυ αποτραβήχτηκε για δυο χρόνια προετοιμάζοντας την επιστροφή του. Και επέστρεψε με μια καινούργια ερωμένη – τίποτα λιγότερο από τη Μαντόνα- και μια καινούργια ταινία, την κινηματογραφική απόδοση του κόμικ Dick Tracy. Η ταινία – πιστή στο είδος των εντυπώσεων που αφήνουν όλες του οι ταινίες- θα αγαπηθεί όσο και θα μισηθεί.
Αλλά ας αφήσουμε την κριτική στους κριτικούς. Ο Μπήτυ, μετά από 12 χρόνια σιωπή, δέχτηκε να μιλήσει στον Τύπο. Το γραφείο παραγωγής προσπάθησε να μου πει πράγματα που αποτελούν ήδη θρύλο στο Χόλλυγουντ: ότι δεν θα μιλήσει για την προσωπική του ζωή – που είναι, άλλωστε, μέσες-άκρες γνωστή χάρη στις σκανδαλοθηρικές εφημερίδες. Ότι είναι σχεδόν αδύνατο να τον κάνεις να μιλήσει (μετά από 12 χρόνια παρακάλια δέχτηκε να εμφανιστεί στο 20/20 στης Μπάρμπαρα Γουώλτερς, μόνο και μόνο για να τρομοκρατήσει τη διάσημη δημοσιογράφο με μισής ώρας μονοσύλλαβα).
Την ημέρα του ραντεβού μας, φτάνω στο γραφείο του τραυλίζοντας ακατάσχετες σαχλαμάρες στο ρυθμό που έχουν οι ανά τον κόσμο ερωτευμένες γυναίκες. Αν θα έπρεπε να συνοψίσω τη συνάντησή μας, θα μπορούσα να πω ότι όσα έχετε ποτέ ακούσει για τη γοητεία που ασκεί σε οτιδήποτε ζωντανό είναι αλήθεια.
-Στα ‘60ς έλεγες πως σου αρέσει να κάνεις ταινίες γι’αυτά που συμβαίνουν στον πραγματικό κόσμο. «Για ό,τι συμβαίνει εκεί έξω».
Warren Beatty:Ναι, αυτό είναι αλήθεια. Η Αμερική δεν είχε ποτέ να επιδείξει μια μεγαλύτερη επιλογή θεμάτων απ’ότι σήμερα. Και τώρα είναι που εσύ έρχεσαι και κάνεις μια ταινία με θέμα έναν ήρωα κώμικ.
-Δεν νομίζεις ότι είναι λίγο αντίθετο με όσα διακήρυττες μέχρι τώρα;
W.B.: Ο Dick Tracy είναι κάτι που με ενδιέφερε εξαιτίας της πιθανότητας να χρησιμοποιήσω μια ορισμένη αισθητική οπτική γωνία, ένα ορισμένο στυλ, σε σχέση με το υλικό. Οι ήρωες της ταινίας είναι εύκολα κατανοητοί, η δυναμική και τα συναισθήματα είναι τελείως πρωταρχικά και απλά. Είχα τη δυνατότητα να κάνω κάτι με τα βασικά χρώματα σε σχέση με τα βασικά συναισθήματα των ηρώων κάτι πολύ στυλιζαρισμένο: το Καλό εναντίον του Κακού. Ήθελα να είμαι υπερβολικά ηρωικός, να φοράω ένα κίτρινο καπέλο ασορτί με εάν κίτρινο αδιάβροχο που ποτέ δεν τσαλακώνονταν ή βρώμιζαν – αν και έμπλεκα συνέχεια σε φοβερούς καυγάδες. Ήθελα να δώσω τη δική μου άποψη σε ένα υλικό που είχα μάθει να διαβάζω όταν ήμουν παιδί. Και αυτή είναι η άποψη ενός μιούζικαλ. Η απλότητα, η «αφέλεια» του όλου θέματος ήταν που με έσπρωξαν να το κάνω.
Υπάρχει κάποια αναλογία ανάμεσα στους ήρωες της ταινίας σε πραγματικούς χαρακτήρες της καθημερινής ζωής του Χόλλυγουντ;
-Ο αρχηγός των κακών ( Αλ Πατσίνο) θέλει, κατά βάθος, να είναι ιμπρεσάριος, agent, για παράδειγμα…
W.B.: (γελώντας). Υπάρχουν, υποθέτω, πολλές τέτοιες αναφορές στην ταινία. Είναι απλό. Το καλό ενάντια στο κακό, η αγάπη ενάντια στο καθήκον. Και, ξέρεις, έχει να κάνει με την Αμερική όπως ήταν πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Όταν τα πράγματα, οι αξίες, ήταν πιο ξεκάθαρα.
Ενώ τώρα;
W.B.: Τώρα τα πράγματα είναι λιγότερο ξεκάθαρα. Θα στο πω διαφορετικά. Η ταινία μου αναφέρεται στην περίοδο ακριβώς πριν η Αμερική κυριαρχήσει στον κόσμο. Και αυτό φαίνεται μέσα από τη δουλειά μου. Ήσουν από τους πρώτους πολιτικοποιημένους καλλιτέχνες της γενιάς του.
-Πώς βρίσκεις την καινούργια πολιτική σκέψη των Αμερικανών καλλιτεχνών;
W.B.: Με ρωτάς τί πιστεύω για την πολιτική δραστηριοποίηση ;
Πέρα από αυτό, ρωτάω πώς αυτή η πολιτική δράση εκδηλώνεται μέσα από το έργο σου σαν καλλιτέχνη.
W.B.: Λοιπόν… ξέρεις, γίνεται πολύ σημειωτικό και αντίθετο, αν αυτό που με ρωτάς είναι πώς ορίζω την πολιτική. Η πολιτική είναι η τέχνη του συμβιβασμού, οπότε καταλήγουμε στο ότι η πολιτική δράση είναι ένας καλλιτεχνικός συμβιβασμός, πράγμα που σαν ορισμός είναι αντιθετικός. Με αυτή τη λογική, η χρήση της τέχνης στην πολιτικη , σαν προπαγάνδα, είναι πλήρως νόμιμη και αποδεκτή. Το θέμα, όμως με ενδιαφέρει όλο και λιγότερο.
–
Και τί είναι αυτό που σε ενδιαφέρει; Τουλάχιστον σαν καλλιτέχνη, αν όχι σαν πολιτικό άτομο.
W.B..: Οι αλλαγές που συμβαίνουν με το πέρασμα του χρόνου. Οι πιο πολλοί άνθρωποι βρίσκουν ότι έχουν αλλάξει δραματικά σε μια περίοδο πέντε, δέκα ή είκοσι χρόνων.
– Βρίσκεις πως οι πολιτικές σου πεποιθήσεις έχουν αλλάξει δραματικά απ’όταν – για πρώτη φορά -δραστηριοποιήθηκες;
W.B.:Δεν ξέρω αν «δραματικά» θα ήταν η λέξη που θα χρησιμοποιούσα, αλλά νομίζω πως ναι, έχω αλλάξει.
Στο Dick Tracy φάνηκε πως, αν και ακόμη είχες τον τελευταίο λόγο σε ό,τι συνέβαινε, οι ηθοποιοί ήταν περισσότερο ελεύθεροι απ’ό,τι σε άλλες ταινίες που έχεις σκηνοθετήσει. W.B.: (πειραγμένος). Δεν το παρατήρησες αυτό στο Reds ή στο Ηeaven Can Wait; Όχι W.B.: Στο Bonnie and Clyde; Σίγουρα όχι στο Bonnie and Clyde. Kαι, μιλώντας γι’αυτό, ξέρεις πως οι NEW YORK TIMES παρομοίωσαν το Wind at Heart του David Lynch με το Bonnie and Clyde; W.B.:Δεν έχω δει το Wild at Heart. Και μην ξεχνάς ότι το Bonnie and Clyde γυρίστηκε το ’68 και ήταν road movie.
-Γιατί αποφεύγεις να δίνεις συνεντεύξεις;
W.B.: Έδωσα κάποιες συνεντεύξεις πρόσφατα. Σταμάτησα πριν από 12-13 χρόνια γιατί νόμιζα πως το επίπεδο της ανακρίβειας, των ψευδών δηλώσεων, της υπερβολής και του «αποκρυφισμού» σε όσα γράφονταν για το άτομό μου είχε φτάσει σε τέτοιο βαθμό ώστε να ήταν καλύτερο να σταματήσω και να γίνω γνωστός επειδή σταμάτησα. Αυτό που ανακάλυψα ήταν… πως δεν έγινα γνωστός επειδή σταμάτησα να δίνω συνεντεύξεις. Διάφοροι (δημοσιογράφοι) άρχισαν να εφευρίσκουν συνεντεύξεις και να μου αποδίδουν γνώμες που δεν είχαν ποτέ. Τα ίδια «προσωπικά μυστικά» και οι ίδιες υπερβολές συνέχισαν να παρουσιάζονται στον Τύπο, οπότε αναγκάστηκα να ξαναρχίσω να δίνω συνεντεύξεις προκειμένου να προστατεύσω τον εαυτό μου. (Σταματάει οργισμένος). Εφευρίσκουν τα πάντα. Τα εφευρίσκουν και μετά – με την τεχνολογία που υπάρχει στα media – πολύ γρήγορα η «είδηση» μεταφέρεται από ένα «τελευταίο» έντυπο, που ολοφάνερα ψεύδεται, σε ένα λιγότερο «τελευταίο» που ψεύδεται λιγότερο, από εκεί σε ένα κάπως σεβαστό έντυπο που, πια, προσπαθεί πολύ σκληρά να μην ψεύδεται. Αλλά τα πάντα ξεκινάνε από εκεί (δείχνει το πάτωμα), οπότε φαίνεται πως υπάρχει αυτό το κενό, μια όρεξη για σκέτες πληροφορίες, ειδήσεις, αληθινές ή ψεύτικες, δεν έχει σημασία, και αν φροντίσεις να γεμίσεις αυτό το κενό, θα σκεφτούν κάτι για να το γεμίσουν αυτοί (τα media). Και συνήθως θα είναι κάτι αρνητικό, ψεύτικο, μια δημιουργία Schadenfreude.
Schadenfreude;
W.B.: Η ευχαρίστηση που προέρχεται από τη δυστυχία των άλλων. Κάποια στιγμή γίνεται σχεδόν αυτονόητο πως, αν είσαι διάσημο, είναι κοινωνική σου ευθύνη «να βάλεις κάτι στο δίσκο». Όπως όταν δίνεις το 10% των εσόδων σου στην εκκλησία.
Πηγαίνεις στην εκκλησία; Eίσαι “πνευματικό άτομο”, που έχει ανακαλύψει μιαν αλήθεια σχετική με τον πνευματικό του εαυτό και θέλει να την μοιραστεί με τους συνανθρώπους του, όπως έκανε η Σίρλει στα βιβλία και τις ταινίες της.
W.B.: Σέβομαι πραγματικά τη Σίρλει, αλλά νομίζω πως σ’αυτόν τον τομέα είμαστε διαφορετικοί.
Έβλεπα τις προάλλες το Splendor in the Grass (Πυρετός στο Αίμα) και δεν μπόρεσα να μη συγκινηθώ στη σκηνή που η Νάταλι Γουντ αναγκάζεται να απαγγείλει και α δώσει τη δική της ερμηνεία στο ποίημα του Γούντσγουορθ “Splendor in the Grass”.
W.B.: (απαγγέλει) «Αν και τίποτα δεν μπορεί να φέρει πίσω Τις ώρες της τελειότητας της χλόης Του μεγαλείου του λουλουδιού Δεν θα θρηνήσουμε Αλλά αντίθετα θα βρούμε δύναμη Σε ό,τι απομένει.»
Επαναλαμβάνοντας τη σκηνή από το έργο: «τί θέλει να μας πει εδώ ο ποιητής, κύριε Μπήτυ;»
W.B.: Ποια ήταν η απάντηση στην ταινία; Δεν άρεσε η απάντηση της Νάταλι;
H απάντηση της Νάταλι την έστειλε στο ψυχιατρείο.
W.B.:Χμμ. Να σου απαντήσω κάπως αλλιώς. Υπήρχε στα γυρίσματα του Splendor in the Grass ένας Έλληνας που τον έλεγαν Βίκτορα Μιχαηλίδη. Τον ξέρεις; Όχι προσωπικά, αλλά, απ’ότι ξέρω, η εταιρία του έχει τη διανομή του Dich Tracy στην Ελλάδα.
– Τί δουλειά είχε στα γυρίσματα;
W.B.: Ήταν φίλος του Καζάν, είχε έρθει στα γυρίσματα και θυμάμαι πού τον γνώρισα.
Θυμάσαι ένα ελληνικό ονοματεπώνυμο – και δη Βίκτωρ Μιχαηλίδης – τριάντα χρόνια αργότερα;
Έχω εντυπωσιασθεί!
W.B.: Θυμάμαι τα πάντα και τους πάντες. Αυτή είναι η δύναμη που αντλώ «απ’ ό,τι απομένει». Πώς γράφεις το δικό σου επώνυμο;
-Σ – Α -Λ – Π – Α – Σ
W.B.: Και μένεις εδώ;
-Ναι.
W.B.: Πού ακριβώς μένεις; Στη Spalding Drive.
-Εσύ πού μένεις;
W.B.: Εδώ πιο πάνω (σ.σ. στη Mulholland Drive, δίπλα στον Τζακ Νίκολσον και τον Μάρλον Μπράντο). Λιγότερο από ένα μίλι μακριά.
-Έρχεσαι με τα πόδια κάθε μέρα μέχρι εδώ;
W.B.: (γελάει). Όχι.
– Απ ‘ό,τι μαθαίνω, ζεις μια πολύ υγιεινή ζωή. Δεν πίνεις, δεν καπνίζεις… Μου είπαν να μην τολμήσω να βγάλω τσιγάρο κατά τη διάρκεια της συνέντευξης.
W.B.: Δεν με ενοχλεί. Κάπνισε, αν θέλεις. Σου χρειάζεται να σκεφτείς; Καμιά φορά καπνίζω. Σαν διεγερτικό. Αλλά σε γενικές γραμμές ήμουν τυχερός. Ποτέ δεν μου άρεσε να εισπνέω τον καπνό. Και ποτέ δεν μου άρεσε το αλκοόλ, εκτός από όταν ήμουν μικρός, ξέρεις 17-18 χρονών, και έπινα μια κούτα μπίρες για να δω πόσο πολύ μπορούσα να μεθύσω. Αυτά, την εποχή που έπαιζα ποδόσφαιρο. Μετά δεν με ενδιέφερε. Το βρίσκω καταθλιπτικό.
– Είσαι εύκολος συνεργάτης; Ή μήπως θα’πρεπε να ρωτήσω τους συνεργάτες σου γι’αυτό;
– W.B.: Μάλλον (γελάει). Νομίζω πως δεν είμαι εύκολος. Προσπαθώ να είμαι. Δεν έχω ποτέ υψώσει τη φωνή μου στο σετ, εκτός αν το απαιτεί ο ρόλος. Μου αρέσει να στραγγίζω τους ανθρώπους με τους οποίους συνεργάζομαι από όποια ιδέα έχουν, μου αρέσει να βλέπω την άποψή τους. Και αυτό είναι δύσκολο, γιατί σε κάποιο πρώιμο στάδιο υποθέτουν πως, επειδή τους ρωτάς, αυτό σημαίνει πως θα κάνεις λες κιόλας αυτό που προτείνουν. Ακούς, όμως, τί έχουν να πουν και μετά κάνεις αυτό που θέλεις ΕΣΥ να κάνεις ή – ακόμα χειρότερα- βάζεις εκείνους να κάνουν αυτό που θέλεις εσύ. Αλλά, σε γενικές γραμμές…όλοι μένουν μαζί μου για όσο χρειάζεται. Αυτό είναι και το μόνο που μπορώ να σου πω για να βγάλεις συμπέρασμα…
– Μα τελικά, σε ενδιέφερε το τί νομίζει ο κόσμος για το άτομό σου; πόσο επηρεάζεται το αποτέλεσμα της δουλειάς σου από τις επικείμενες κριτικές;
W.B.: Θα επιστρέψω σε αυτό που σου είπα προηγουμένως για τις συνεντεύξεις. Αυτό που έμαθα με το να μην έρχομαι σε επαφή με το κοινό για 12 χρόνια, είναι πως, όταν δεν κάνεις συνεντεύξεις, το κοινό θα δημιουργήσει τις δικές του ιστορίες. Και , στο σημερινό κλίμα, οι ιστορίες που θα δημιουργηθούν γύρω από ένα διάσημο άτομο θα είναι – κατά κύριο λόγο – αρνητικές παρά θετικές…
– Καταλαβαίνω. Αλλά γιατί να σε ενδιαφέρει τελικά;
– W.B.: Eίναι σαν να λες πως δεν σε ενδιαφέρει αν η ταινία σου θα κόψει εισιτήρια. ΔΕΝ σε ενδιαφέρει τόσο πολύ, αλλά σε ενδιαφέρει. Κάνεις μια δημόσια δουλειά. Δεν θες να δώσεις μια αρνητική εικόνα στο κοινό. Σε ενδιαφέρει, αλλά υπάρχουν και όρια.
– Οπότε αναγκάζεσαι να επικοινωνήσεις, να δώσεις συνεντεύξεις…
W.B.: Κατά κάποιο τρόπο, ναι. Νομίζω πως σε γενικές γραμμές το να κάνεις δημόσιες σχέσεις σε μια ταινία είναι κακό. Οι ταινίες πρέπει να αφήνονται μόνες τους και, αν σταθούν, έχει καλώς. Αλλά ζούμε σε μια απαιτητική εποχή. Δεν μπορούμε να απορρίψουμε τελείως την επιχειρηματική πλευρά της υπόθεσης.
– Είσαι ευχαριστημένος από τα έσοδα του Dick Tracy;
W.B.: (γελάει). Εσύ δεν ήσουν;
-Θες να μιλήσεις για την καινούργια σου ταινία;
W.B.: Για το Bugsy; Νομίζω πως είναι κακό να μιλάς για κάτι πριν το κάνεις. Με κάνει να σκέφτομαι την αναλογία που χρησιμοποιεί ο Ρόμπερτ Φροστ. Αν το γράψιμο είναι μια βρύση στον τρίτο όροφο, το να μιλάς για κάτι που γράφεις είναι σαν ένας πυροσβεστικός κρουνός στο ισόγειο. Ανοίγεις τον κρουνό, πέφτει η πίεση στη βρύση. Το να μιλάς για μια ταινία είναι τόσο πολύ πιο εύκολο από το να την κάνιες. Νομίζεις πως την έχεις κάνει, αλλά δεν είναι έτσι.
– Υπάρχει κάτι για το οποίο θες να μιλήσεις;
W.B.: Όχι. Προτιμώ να ακούω τί θέμα έχει να προτείνει κάποιος άλλος σε μια συνέντευξη.
– Με ποιο τρόπο νομίζεις ότι η ζωή και η καριέρα σου ενισχύουν τη δράση για την επίλυση καυτών προβλημάτων, όπως είναι ο ρατσισμός και η βία των μεγαλουπόλεων και το AIDS;
W.B.: Νομίζω πως, αν ζεις μια ζωή που έχει κάποιο βαθμό ακεραιότητας, τότε, όταν παρουσιάζεται ένα δημόσιο πρόβλημα, οτιδήποτε έχεις να πεις γίνεται σεβαστό. Και αυτό απαντάει στην προηγούμενη ερώτησή σου σχετικά με το πόσο πρέπει να σ’ενδιαφέρει αν τα media μεταδίδουν σκατά, για το άτομό σου. Έτσι, όσο μεγαλώνω, ιδανικό μου γίνεται το να κάνω όσο είναι δυνατόν, αληθινές ταινίες. Και όταν έρθει -όπως πάντα έρχεται – η ώρα για πολιτικούς συμβιβασμούς ή όταν ένα από αυτά τα θέματα (λογοκρισία, AIDS) προκύψει, τότε, τουλάχιστον, μπορείς να πεις αυτό που ΝΟΜΙΖΕΙΣ ότι είναι αλήθεια. Και αυτοί που σε ακούνε ξέρουν πως είσαι ειλικρινής… Τώρα, αν σέβονται αυτό που λες ή αν συμφωνούν, είναι μια άλλη ιστορία. Αυτό είναι που έχεις να προσφέρεις στη δημόσια ζωή, στην κοινότητα, στο κάρμα.
– Σ’ενδιαφέρει να αποκτήσεις δημόσιο αξίωμα;
W.B.: Εννοείς να πάρω υπουργείο και τα σχετικά;
– Ναι.
– W.B.: Όχι. Και αυτό γιατί, κατά τη γνώμη μου, η μελέτη των δημογραφικών στοιχείων και η τεχνολογία που απαιτείται γι’αυτή τη μελέτη έχουν κατά πολύ ξεπεράσει τις βασικές πολιτικές αρχές που αποτελούσαν το κατεστημένο. Οι πολιτικές αρχές, που ήταν προηγουμένως θέσεις ηγεσία, έχουν γίνει πια θέσεις για το ακριβώς αντίθετο. Είναι μόνο μια σφραγίδα αυτού που ήδη αναγνωρίζεται σαν η «Τεχνολογία της Δημόσιας Γνώμης». Είναι ειρωνία, αλλά το να κατέβεις σαν υποψήφιος για ένα δημόσιο αξίωμα ισοδυναμεί με το να ετοιμάζεσαι μάλλον για μια ήττα παρά για μια νίκη. Πράγμα γελοίο. Αυτό που μπορείς να γράψεις είναι ότι θα με ενδιέφερε να παρουσιάσω μια πλατφόρμα όπου θα ήμουν έντιμος και πρακτικός για πράγματα και καταστάσεις που προκαλούν άγχος. Αλλά νομίζω πως αυτή η πλατφόρμα υπάρχει ήδη και είναι καλύτερη για τα δημόσια άτομα απ’ότι θα ήταν η τηλεόραση ή οι ταινίες ή τα σπορ ή οτιδήποτε άλλο. Οι άνθρωποι, το κοινό, τείνουν να προσέχουν αυτά που έχεις να πεις, οπότε η αξία του εκλεγμένου αξιώματος έχει εξευτιλιστεί. (Σαρκαστικά) Αν και κάποια αξιώματα δεν έχουν εξευτελιστεί αρκετά. Όπως η προεδρία των ΗΠΑ. (γελάει)
– Καλή τύχη.
W.B.: Ευχαριστώ, αλλά δεν θα τη χρειαστώ.
– Υποθέτω πως δεν βασίστηκες ποτέ στην τύχη για την προεδρία ή οτιδήποτε άλλο…
– W.B.: (κάνοντας μια χειρονομία της οποίας η περιγραφή απαγορεύεται από τους νόμους περί τυπογραφίας). Όχι, ποτέ μου δεν βασίστηκα στην τύχη ούτε και στην προεδρία.