Στη «Φήμη» ο Γουίλεμ Νταφόε μαθαίνει πως κάλλιο ποτέ, παρά αργά

Στη «Φήμη» ο Γουίλεμ Νταφόε μαθαίνει πως κάλλιο ποτέ, παρά αργά

Το μελαγχολικό δράμα του Κεντ Τζόουνς βρίσκει τον ηθοποιό στο ρόλο ενός ποιητή που διαπιστώνει πως κάποια απωθημένα είναι προτιμότερο να μένουν ανεκπλήρωτα.

Η ύπαρξη μπορεί να αποδειχθεί λών μιαρκετά κούφια όταν τη διανύεις μοναχικά, ακόμα περισσότερο όταν είσαι ένας καλλιτέχνης που η αξία του εκτιμήθηκε μονάχα παροδικά. Έτσι νιώθει ο Νεοϋορκέζος ποιητής Εντ, ο εξηντάρης κεντρικός ήρωας της «Φήμης», ο οποίος διαπιστώνει πως θεωρείται θρύλος μεταξύ των νεαρών μεας φιλόδοξης λογοτεχνικής ομάδας. Παρά το γεγονός πως στο όνομά του έχει μόλις μία συλλογή, η οποία μάλιστα είναι σπάνια και εξαντλημένη από τον εκδότη, για την παρέα των άγουρων συγγραφέων συμπυκνώνει το coolness και το ταλέντο το οποίο μοχθούν να αποκτήσουν. Από το πουθενά μετατρέπεται σε ένα σταρ, έστω μικρού βεληνεκούς, συνθήκη που του επιτρέπει για πρώτη φορά να ονειρεύεται πως μπορεί σοβαρά να τα καταφέρει χάρη στην ποίησή του.

Η Φήμη 2

Πρόζα ή Prozac

Με τον τρόπο του, ο σκηνοθέτης Κεντ Τζόουνς έχει υπάρξει στη θέση των πρωταγωνιστών του. Ξεκίνησε την καριέρα του ως κριτικός κινηματογράφου, προτού αναλάβει το αρχείο του Μάρτιν Σκορσέζε τη δεκαετία του ‘90 και αργότερα διευθύνει το σημαντικό Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Νέας Υόρκης. Παράλληλα, υλοποίησε σινεφίλ ντοκιμαντέρ («A Letter to Elia», «Hitchcock / Truffaut») και δοκιμάστηκε στη μυθοπλασία αφηγούμενος ιστορίες ανθρώπων που κάνουν τον πικρό απολογισμό των ζωών τους («Diane»). Με άλλα λόγια, είναι σαφές πως στη «Φήμη» ο Αμερικάνος ψηλαφεί μέρος και του δικού του άγχους, συγκεκριμένα εκείνου που ενεργοποιείται όταν περνάει από το μυαλό η σκέψη πως έχουν στερέψει οι ευκαιρίες για να συμβεί κάτι το απρόβλεπτο, το συναρπαστικό.

Ταυτόχρονα, βέβαια, η «Φήμη» είναι και μια ταινία για την ποίηση ως τέχνη, βίωμα, τρόπο θέασης των πραγμάτων. Και σε αντίθεση με παρόμοιες κινηματογραφικές περιπτώσεις, όπως ο πρόσφατος «Ποιητής» (Σιμόν Μέσα Σότο) και το υπέροχο «Paterson» (Τζιμ Τζάρμους), ο Τζόουνς δίνει την ευκαιρία στον ήρωά του να γευτεί την εφήμερη πλήρωση της αποδοχής. Σε αυτό το σημείο έγκειται η γοητεία του φιλμ, καθώς απεικονίζει μια αργοπορημένη επιτυχία που συνοδεύεται από μια αφοπλιστική συνειδητοποίηση. Διότι ο Εντ απολαμβάνει, επιτέλους, την πολυπόθητη αναγνώριση, όχι όμως με όρους νεανικότητας. Εκείνα που πρωτίστως τον συνθλίβουν ψυχολογικά είναι αφενός το γεγονός πως βρίσκεται σε μια φάση ζωής όπου δεν έχει με ποιον να μοιραστεί τον «άθλο» του, αφετέρου ότι αυτή η διάκριση δεν έρχεται με τους όρους που είχε φαντασιωθεί στα νιάτα του. Είναι τελείως διαφορετικό να τα καταφέρνεις όταν όλες οι προοπτικές ανοίγονται εμπρός σου και κάτι ολότελα ξένο όταν αντιμετωπίζεσαι ως αρχαίο κειμήλιο που μόλις ξεθάφτηκε από τη σκόνη του χρόνου.

Η Φήμη 3

Τι κάνει ομοιοκαταληξία με το Νταφόε;

Ο Τζόουνς ψηλαφεί μεν πειστικά τη σύγκρουση του πρωταγωνιστή με τη ματαιότητα, καθοριστική φυσικά η ενδοσκοπική ερμηνεία του πάντα αξιόπιστου Γουίλεμ Νταφόε, ωστόσο, δεν επιφυλάσσει καμία έκπληξη στη διάρκεια της αστικής – υπαρξιακής οδύσσειάς του. Οι νέοι «αντίζηλοι» του ποιητή φέρουν τον αναμενόμενο συνδυασμό υπερβολικής αυτοπεποίθησης, επιτέλεσης και οικονομικής ευμάρειας, όπως επίσης η Γκρέτα Λι εγκλωβίζεται σε ένα ρόλο «καταραμένης» μούσας ο οποίος, όμως, μοιάζει αρκετά ξεπερασμένος. Στο ίδιο μήκος κύματος οι πτυχές της ταινίας που δεν εντρυφούν ως όφειλαν στις θεματικές που θίγουν αφορούν το κομμάτι της έμπνευσης και της απόδοσης της καθημερινότητας με όρους ποίησης. Σε αυτό το πλαίσιο, οι πτυχές της ονειροπόλησης και της φαντασίας αποδίδονται τετριμμένα, παρόλο που διαφορετικά θα μπορούσαν να απογειώσουν ένα φιλμ κατά τα άλλα φτιαγμένο με μεράκι.

Στο φινάλε, η «Φήμης» φέρνει έμμεσα στο προσκήνιο τα ζητήματα της προσωπικής αξιοπιστίας και της καλλιτεχνικής ειλικρίνειας. Συστατικά πολύτιμα για κάθε πολιτιστικό έργο, τα οποία πιθανότατα να αποδειχθούν ασυναγώνιστο συνάλλαγμα αρκετά σύντομα, όσο προελαύνει η «τέχνη» λογοκλοπής της τεχνητής νοημοσύνης.

Η ταινία «Η Φήμη» κυκλοφορεί από τη Σπέντζος (13/8). Περισσότερες κριτικές ταινιών εδώ.

Σχετικά άρθρα