Ίλντικο Ενιέντι, πώς γύρισες την πιο απρόσμενη ερωτική σκηνή της χρονιάς;

Ίλντικο Ενιέντι, πώς γύρισες την πιο απρόσμενη ερωτική σκηνή της χρονιάς;

Το έξοχο φιλμ «Σιωπηλή Φίλη» της πολυβραβευμένης σκηνοθέτριας απεικονίζει μια σχέση που κάθε σινεφίλ που αγαπά τα φυτά πρέπει να ανακαλύψει.

Η ούγγρικης καταγωγής σκηνοθέτρια Ίλντικο Ενιέντι αποτελεί μία από τις πιο πρωτότυπες κινηματογραφικές φωνές του ευρωπαϊκού κινηματογράφου εδώ και σχεδόν πενήντα χρόνια. Στο διεθνές προσκήνιο βρέθηκε από την πρώτη κιόλας ταινία της, το εξαιρετικό «Ο 20ός μου Αιώνας» (1989) που απέσπασε τη Χρυσή Κάμερα στις Κάννες. Το επόμενο διάστημα συνέχισε να παραδίδει υψηλής ποιότητας δουλειές, όμως, επανήλθε στην προσοχή του σινεφίλ κοινού το 2017 με το συγκινητικό «Η Ψυχή και το Σώμα» που βραβεύτηκε με Χρυσή Άρκτο και έφτασε μέχρι τις υποψηφιότητες των Όσκαρ.

Τώρα, η Ενιέντι σκαρφίζεται μια από τις πιο σεναριακά πρωτότυπες ταινίες της χρονιάς, τη «Σιωπηλή Φίλη». Ένα βραδυφλεγές ψυχογράφημα που διαδραματίζεται σε τρεις διαφορετικές εποχές (1908, 1972, 2020) και εμβαθύνει στους τρόπους που οι ζωές διαφορετικών ανθρώπων περιπλέκονται μέσα από τη σχέση που αναπτύσσουν με ένα θηλυκό δέντρο το οποίο βρίσκεται στο κήπο ενός γερμανικού πανεπιστημίου. Τους κεντρικούς ρόλους κρατούν εμβληματικοί ηθοποιοί όπως ο Τόνι Λέουνγκ, διάσημος από τις ταινίες του Γουόνγκ Καρ-Βάι, και η Γαλλίδα σταρ Λεά Σεϊντού. Περισσότερα, όμως, παρακάτω από την Ενιέντι, η οποία μίλησε στο ΚΛΙΚ από το διαμέρισμά της στη Βουδαπέστη με φόντο ένα καταπράσινο λουλούδι.

Ίλντικο Ενιέντι
©Kery Kovacs

Πολύ συχνά στο σινεμά σας, οι μη ανθρώπινες υπάρξεις κρατούν πάντα ένα σημαντικό ρόλο σε όσα συμβαίνουν. Ωστόσο, αυτή είναι η πρώτη φορά που έρχονται με αυτόν τον τρόπο στο προσκήνιο. Επομένως, ποια ήταν η αφετηρία της «Σιωπηλής Φίλης»;

Όλα ξεκίνησαν από τον Καρλ Μπάουμγκάρτνερ στον οποίο, κιόλας, είναι αφιερωμένη η ταινία. Ήταν ένας υπέροχος Γερμανός παραγωγός που δυστυχώς πέθανε πριν από μερικά χρόνια. Μια μέρα, λοιπόν, μου πρότεινε να κάνουμε ένα φιλμ που θα αφορά τα φυτά. Αμέσως ήρθε στο μυαλό μου η εικόνα ενός συγκεκριμένου βοτανικού κήπου που επισκέπτομαι χρόνια και αποτέλεσε την έμπνευση για την πρώτη εκδοχή του σεναρίου της «Σιωπηλής Φίλης».

Ένα από τα στοιχεία που με εντυπωσίασαν στη σκηνοθεσία σας ήταν ο χαμηλότονος, ενδοσκοπικός ρυθμός της. Με ξάφνιασε ευχάριστα γιατί βρισκόμαστε σε μια εποχή που η προσοχή μας είναι διασπασμένη και όλα «πρέπει» να συμβαίνουν γρήγορα.

Όντως, αλλά ξέρετε, κάθε ταινία έχει το δικό της ρυθμό. Όταν αναζήτησα εκείνον που αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, ένιωσα πως ταιριάζει κάτι κοντινό στο λεγόμενο «αργό σινεμά» (σ.σ.: «slow cinema»), παρόλο που κατά τα άλλα δε συμμερίζεται έτερα στοιχεία αυτής της σχολής. Πάντως, υπάρχει κοινό για αυτές τις ταινίες. Δεν είναι τυχαίο, για παράδειγμα, πως οι δουλειές του Ριουσούκε Χαμαγκούτσι είναι τόσο αγαπητές.

Σιωπηλή Φίλη 2

Έχει ενδιαφέρον που αναφέρεστε σε ένα συνάδελφό σας από την Ιαπωνία, διότι η «Σιωπηλή Φίλη» έχει ποιότητες που συναντάμε συχνά σε arthouse παραγωγές της Ασίας. Αντίστοιχα, γνωρίζω πως γράψατε το ρόλο του κεντρικού χαρακτήρα συγκεκριμένα για τον Τόνι Λέουνγκ. Ο οποίος σε δική του συνέντευξη μοιράστηκε μια φράση του επιστήμονα Άνιλ Σεθ, την οποία υποστήριξε πως έμαθε από εσάς. Είναι η εξής: «Όλοι έχουμε παραισθήσεις συνέχεια, αλλά όταν συμφωνούμε πως βλέπουμε παραισθήσεις, αυτό το ονομάζουμε πραγματικότητα». Πιστεύετε ότι τείνουμε να χάσουμε την αίσθηση του αληθινού, όταν πλέον ο όρος παραίσθηση σχετίζεται με τεχνολογίες όπως η τεχνητή νοημοσύνη;

Πράγματι, έχει δίκιο ο Τόνι. Για να σας απαντήσω, όμως, θεωρώ πως δεν είναι τυχαίο ότι οι νεότερες γενιές αναζητούν επισταμένως αναλογικές εμπειρίες. Τα σώματά μας είναι οι δάσκαλοί μας με έναν τρόπο, γιατί συνδεόμαστε με τον κόσμο χάρη στις αισθήσεις μας. Άρα, οι νέοι άνθρωποι που γεννήθηκαν μέσα ένα ψηφιακά συνδεδεμένο σύμπαν, νιώθουν την ανάγκη να βρουν μια εσωτερική ισορροπία, να επαναπροσδιορίσουν τα σώματά τους και κατ’ επέκταση τη σχέση τους με την ύπαρξη.

Σιωπηλή Φίλη 3
©Lenke Szilagyi

Μιας και αναφέρατε τα σώματα, μία από τις πιο αυθεντικές και αξιομνημόνευτες σκηνές της «Σιωπηλής Φίλης» απεικονίζει ένα πολύ προσωπικό βίωμα ανάμεσα στον Λέουνγκ και το δέντρο. Πώς προσεγγίσατε αυτήν τη στιγμή που αποτελεί, μάλιστα, σεναριακή κορύφωση;

Εξαρχής γνώριζα πως εάν απεικόνιζα κατευθείαν το γεγονός πως το δέντρο αισθάνεται και σκέφτεται με έναν ιδιότυπο τρόπο, αυτό θα ήταν αφελές και δήθεν. Με ενδιέφερε πολύ περισσότερο να μπορέσω να κάνω τους θεατές να αντιληφθούν πως υπάρχουν και άλλα όντα πέρα από τα ανθρώπινα που εκπέμπουν σημάδια συνειδητότητας. Είναι πλάσματα που παρατηρούν τον ίδιο κόσμο όπου βρισκόμαστε και εμείς. Υπό αυτήν την έννοια, ήθελα να δείξω τις απόπειρες που γίνονται για να διακοπεί η απόστασή μας από τη φύση. Οι χαρακτήρες μου επιθυμούν να συνδεθούν με το συγκεκριμένο δέντρο για να βρεθούν σε αυτό που αντιλαμβάνονται ως αφετηρία της ύπαρξης. Και ας είναι η προσπάθειά τους αδέξια, ατελής, αυτή η ενέργειά τους αποτελεί πολύτιμο κομμάτι της διαδικασίας που ακολουθούν.

Κάτι ακόμα που σπανίζει στο σύγχρονο κινηματογράφο είναι οι ιστορίες που εξελίσσονται σε πλαίσιο ακαδημαϊκό και αφορούν επιστήμονες. Τι σας ελκύει σε αυτόν τον κόσμο;

Σχετίζεται με ενδιαφέρονται που έχω εδώ και δεκαετίες, καλύπτουν μια ευρεία γκάμα γνωσιακών πεδίων από την νευροεπιστήμη μέχρι τη μελέτη της ανάπτυξης των παιδιών. Συγκεκριμένα, όταν ήμουν έφηβη είχα εντρυφήσει αρκετά σε πειράματα που εξέταζαν την επικοινωνία των φυτών. Τη δεκαετία του ‘70 ήταν τρομερά δημοφιλή, αλλά προοδευτικά άρχισαν να υποτιμούνται και να μην τα παίρνουν πολλοί στα σοβαρά. Όμως, τα τελευταία είκοσι χρόνια περίπου έπαψαν να βρίσκονται στο ακαδημαϊκό περιθώριο και χαίρομαι πολύ για αυτό. Κατ’ επέκταση, θεωρώ τα πανεπιστήμια πολύ ξεχωριστά μέρη γιατί ιδρύθηκαν με γνώμονα το πάθος των ανθρώπων και την ανάγκη τους να εμπνέουν ο ένας τον άλλο. Η βάση της πρόθεσής τους, τουλάχιστον, αυτή πρέπει να ήταν. Για αυτό και στη «Σιωπηλή Φίλη» ήθελα να δηλώσω πως αυτοί οι χώροι πρέπει να προστατεύονται κι ας μη βρίσκονται στην ιδανική κατάσταση, γιατί αποτελούν έναν αμύθητο θησαυρό.

Σιωπηλή Φίλη 4
©Lenke Szilagyi

Ασχολείστε με το σινεμά εδώ και πέντε περίπου δεκαετίες. Ποια είναι η μεγαλύτερη διαφορά που βλέπετε από τότε μέχρι σήμερα;

Τώρα κυκλοφορούν περισσότερες καλές ταινίες. Είναι επίσης σπουδαίο πως έχει εκδημοκρατιστεί ο τρόπος παραγωγής ταινιών. Εύχομαι το ίδιο να συμβεί και με τη διανομή στο μέλλον. Ξέρετε, είναι σημαντικό να θυμόμαστε πως οι νέοι είναι εκείνοι που εξακολουθούν να αναζητούν και να στηρίζουν τον εκλεπτυσμένο, σπάνιο ή δύσκολο κινηματογράφο. Οι φοιτητές, οι έφηβοι που είναι ανοιχτοί στο καινούριο και το παράξενο. Με χαροποιεί ιδιαίτερα αυτό, σε συνδυασμό με το γεγονός πως ξεμυτίζουν παντού στην Ευρώπη κινηματογραφικοί χώροι. Τα μικρά σινεμά ρεπερτορίου τα διαχειρίζονται νεαρά άτομα που ανακαλύπτουν θησαυρούς από το πρόσφατο και μακρινό παρελθόν που ούτε μπλοκμπάστερ είναι ούτε απευθύνονται στα multiplex. Μπορεί αυτές οι αίθουσες να μην έχουν ποπ κορν, αλλά δημιουργούν κοινότητες. Και αυτό μου ζεσταίνει την καρδιά.

Διαβάστε περισσότερες κινηματογραφικές συνεντεύξεις εδώ.

Σχετικά άρθρα