Ο Γουίλεμ Νταφόε ρίχνει ζεμπεκιές στο δικό του «Πάρτι Γενεθλίων»
Σε ρόλο Έλληνα μεγιστάνα, ο εμβληματικός ηθοποιός δίνει μια ερμηνεία με ουκ ολίγες αξέχαστες σκηνές.
Περιεχόμενα
Αν κάποιος μπορούσε να γίνει επίτημος Έλληνας, αυτός ο ρόλος θα ταίριαζε γάντι στον Γουίλεμ Νταφόε. Όχι μόνο επειδή έχει συνεργαστεί με μια σειρά σπουδαίων σκηνοθετών όπως ο Θόδωρος Αγγελόπουλος («Η Σκόνη του Χρόνου») και ο Γιώργος Λάνθιμος («Poor Things»), αλλά επιπλέον, επειδή τα τελευταία χρόνια πού τον χάνεις πού τον βρίσκεις, στους δρόμους της Αθήνας θα τον πετύχεις. Υπό αυτήν την έννοια, μία από τις πρόσφατες αφορμές για να δουλέψει στην Ελλάδα ο εμβληματικός ηθοποιός ήταν το «Πάρτι Γενεθλίων». Η δεύτερη ταινία που γυρίζει στη χώρα μας ο Ισπανός σκηνοθέτης Μιγκέλ Άνχελ Χιμένεθ («Παράθυρο στη Θάλασσα») και αποτελεί μεταφορά του ομώνυμου μυθιστορήματος του Πάνου Καρνέζη (εκδ. Ελληνικά Γράμματα) το οποίο, με τη σειρά του, είναι εμπνευσμένο από τη ζωή του κροίσου Αριστοτέλη Ωνάση. Μόνο που, στα αλήθεια, η ιστορία που σκαρφίστηκε θα μπορούσε να αντιστοιχεί σε κάθε πανίσχυρο πατριάρχη.
Διαβάστε επίσης

Πένθιμος νταλκάς
Η υπόθεση τοποθετείται το 1975, όταν ο μεγιστάνας Μάρκος Τιμολέων φιλοξενεί στο ιδιωτικό νησί του μια γιορτή για την κόρη του, Σοφία, που γίνεται είκοσι πέντε ετών. Μερικά χρόνια νωρίτερα, ο επιχειρηματίας είχε χάσει το γιο του και έτσι, εκείνη συνιστά πια την άμεση κληρονόμο του. Ο εξουσιαστικός Τιμολέων, όμως, δεν είναι διατεθειμένος να αφήσει την περιουσία και την υστεροφημία του στην τύχη τους. Για αυτό, όταν διαπιστώνει πως η Σοφία δε συμμορφώνεται με το δικό του σχέδιο για το μέλλον της, δε διστάζει να φτάσει στα άκρα. Και δεν εννοούμε το ζεϊμπέκικο που κάποια στιγμή ρίχνει ο πρωταγωνιστής…
Φυσικά, τον κεντρικό ρόλο κρατά ο Νταφόε ακτινοβολώντας ταυτόχρονα απειλή και επιβολή. Βρίσκεται σχεδόν σε κάθε πλάνο και για αυτό αποπνέει μια κυριαρχική ενέργεια όσο διαρκεί το «Πάρτι Γενεθλίων», ενσαρκώνοντας υποβλητικά έναν άντρα συνηθισμένο στο να ικανοποιούνται όλες ανεξαιρέτως οι εντολές του. Αν και η πλοκή διαδραματίζεται πέντε δεκαετίες πίσω, αυτού του είδους ο ανθρωπότυπος όχι απλώς συνεχίζει να επιβιώνει, αλλά πλέον οι εξωφρενικά εύποροι έχουν καταφέρει να απομακρυνθούν σε σχεδόν διαστημικό βαθμό –pun intended– από την απλή κοινωνία. Δεν είναι τυχαίο, κιόλας, πως τα τελευταία χρόνια έχουν πολλαπλασιαστεί οι κινηματογραφικές και τηλεοπτικές παραγωγές που είτε ψυχογραφούν είτε αποδομούν τη μοντέρνα μεγαλοαστική νοοτροπία («Παράσιτα», «Succession»). Με αυτόν τον τρόπο η παρουσία του Νταφόε δεν έχει σημασία εάν θυμίζει κάποιον συγκεκριμένο εφοπλιστή, όσο το πνεύμα και την βίαιη ιδεολογία μιας ολόκληρης τάξης.
One-man show
Παρότι, λοιπόν, ο Αμερικανός ηθοποιός προσφέρει ειδικό βάρος στο «Πάρτι Γενεθλίων», το ενδιαφέρον του φιλμ περιορίζεται στην ερμηνεία του. Διότι, από τη μεριά του, ο Χιμένεθ επιχειρεί να αναπτύξει ένα δράμα δολοπλοκιών με όρους ψυχολογικού θρίλερ, με τους ήρωες να αποτελούν τα πιόνια μιας σκοτεινής σκακιέρας, χωρίς την κινηματογραφική μηχανορραφία που θα έδινε υπόσταση στο σασπένς διογκώνοντας το κόστος των σεναριακών διακυβευμάτων. Συν τοις άλλοις, μειονεκτεί και σε επίπεδο χαρακτήρων, αφού κανείς δεν ισοφαρίζει, έστω, τον Τιμολέων σε coolness και πολυπλοκότητα.
Το κυριότερο, βέβαια, είναι πως συντηρείται μια αποπροσανατολιστική αμφισημία όσον αφορά το πρόσωπο του μεγιστάνα. Η τρίτη και ως ένα βαθμό σοκαριστική τρίτη πράξη, ολοκληρώνεται με μια μελαγχολική έμφαση στον Τιμολέων που, αστήρικτα, αποκτά μια τραγικότητα. Είναι ενδεικτικό δε ότι, μέσω φωνής οφ, ο Νταφόε εκφέρει σε πρόζα στίχους του «Don’t Let Me Be Misunderstood» της Νίνα Σιμόν. Μόνο που αυτός ο άντρας δεν κινδύνευε ποτέ να παρεξηγηθεί, τουναντίον, αυτός αποτελούσε κινούμενο κίνδυνο για τους οικείους του, όπως κάθε άντρας σε θέση δύναμης με χαλασμένη ηθική πυξίδα.
Η ταινία «Πάρτι Γενεθλίων» κυκλοφορεί από τη Rosebud.21 (2/7). Περισσότερες κριτικές ταινιών εδώ.
Διαβάστε επίσης