Μια γάτα calico που τη λένε Καλυψώ. Του Jaack και της Mini. Nee Minier.

Μια γάτα calico που τη λένε Καλυψώ. Του Jaack και της Mini. Nee Minier.

Η σχέση μου με τις γάτες ήταν ανύπαρκτη. Ή σχεδόν ανύπαρκτη. Μέχρι που πριν λίγες μέρες ήρθε στο σπίτι μου μία. Calico. Και η σχέση μου με τις γάτες απέκτησε οντότητα.

Την πρωτοείδα μέσα σε ένα κλουβί, όταν μου την έφερε ο «μπαμπάς» της, και η αλήθεια είναι ότι δεν έμοιαζε καν με γάτα. Ένα μικρό κουλουριασμένο πλασματάκι ήταν, με μεγάλα τρομαγμένα πράσινα μάτια. Τρίχρωμο – άσπρο, μαύρο, κανελί. Μια πραγματική calico και εγώ ήμουν αντίστοιχα αμήχανη γιατί κάτι τέτοιο δεν μου είχε ξανασυμβεί και ούτε περίμενα ποτέ να μου συμβεί. Μέχρι τότε η σχέση μου με τις γάτες ήταν – εκτός από πολύ συγκεκριμένες εξαιρέσεις – ανύπαρκτη.

Και κάπως έτσι ξεκίνησε η γνωριμία μας με τη Minier τότε, που ήταν πιο mini από τη Mini τη μαμά της άρα “minier”, αλλά το Minier μου φάνηκε υπερβολικά διαστημικό (κάτι σαν Dr Spock) για αυτή την χνουδωτή τρίχρωμη μπάλα.

Ήταν μία πραγματική calico. Calico δεν είναι ράτσα, είναι οι γάτες με τα συγκεκριμένα χρώματα, σαν patchwork. Και, όπως έμαθα λίγο αργότερα, είναι πολύ ιδιαίτερες. Είναι μαγικές.

Λόγω του έντονου διαχωρισμού των χρωμάτων στο τρίχωμά τους  είναι σαν τρεις γάτες σε μία συσκευασία.  Σχεδόν πάντα είναι θηλυκές και αν μια  στις 3000 περίπου βγει αρσενική είναι στείρα. Κατά τ´άλλα ο μύθος λέει ότι προστατεύουν τους ανθρώπους με τις μεταφυσικές τους δυνάμεις, μάλιστα στην Ιαπωνία οι ψαράδες είχαν πάντα μία calico στο κατάστρωμα για να τους προστατεύει από τη φουρτούνα και τα φαντάσματα. Αλλά μας προστατεύουν και γενικότερα – μια μαρτυρία λέει ότι κάποτε μια calico έσωσε μια ολόκληρη οικογένεια από πυρκαγιά ξύνοντας με τα νύχια της τις πόρτες των υπνοδωματίων ώστε να ξυπνήσουν όλοι. Και φυσικά έσωσε και τη δική της οικογένεια. Είναι γλυκές και ευγενικές – κάποιες μάλιστα έγιναν διάσημες για αυτό, όπως η Tama, η οποία ως master του σιδηροδρομικού σταθμού Kinokawa της Ιαπωνίας χαιρετούσε τους επιβάτες με αποτέλεσμα να αυξηθεί η επισκεψιμότητα του σταθμού κατά 17% και να μην κλείσει όπως ήταν προγραμματισμένο. Ή η Marzipan που υποδεχόταν τους θεατές στο Astor Theatre στη Μελβούρνη και κάποιες φορές παρακολουθούσε και τις παραστάσεις μαζί τους. Κατά τ’ άλλα λέγεται ότι βοηθούν στη θεραπεία δερματικών παθήσεων, όπως και της παχυσαρκίας, ενώ κάποιοι τις θεωρούν απλά διαβολικές.

Πάντως η συγκεκριμένη μόνο διαβολική δεν έμοιαζε, ειδικά τις πρώτες μέρες της συνύπαρξής μας που παρέμενε ένα τρίχρωμο χνουδωτό πλασματάκι κρυμμένο πίσω από τη βιβλιοθήκη, εξαιρετικά φοβισμένο. Την περίμενα υπομονετικά γιατί καταλάβαινα ότι ακόμη και να την πίεζα να βγει το μόνο που θα κατάφερνα θα ήταν να την φοβίσω περισσότερο. Μέχρι που ξεμύτησε. Πολύ δειλά στην αρχή, λίγο πιο αποφασιστικά αργότερα, με περιεργάστηκε, με τσέκαρε και τελικά γίναμε κάτι σαν φίλες. Της πήρε τρεις μέρες, με τον «μπαμπά» της να την επισκέπτεται που και που για υποστήριξη – της αρέσει τρελά να τα λένε που και που, άλλωστε συμβαίνει στις περισσότερες «κόρες» και τότε είναι που εγώ απλά δεν υπάρχω στη εικόνα, γίνομαι αόρατη κι ας είμαι αυτή που την φροντίζει καθημερινά.

Την ονόμασα Καλυψώ, ακόμη αμφιβάλω αν το ξέρει η ίδια, αλλά ούτε εγώ ξέρω γιατί διάλεξα αυτό το όνομα. Απλά μοιάζει με Καλυψώ.

Και όλα έβαιναν καλώς, η μικρή Καλυψώ περνούσε τις μέρες της παίζοντας, τρώγοντας ή απλά κουλουριασμένη σε ότι καλάθι, μαξιλάρι, πληκτρολόγιο ή αγκαλιά έβρισκε διαθέσιμη, συνήθως τη δική μου, ενώ οι συναντήσεις της με τον «μπαμπά» της παρέμεναν οι καλύτερες ώρες της.

Μέχρι που μια μέρα, εντελώς ξαφνικά και απροειδοποίητα για την ίδια, οι μέρες της αθωότητας τελείωσαν, γιατί ο «μπαμπάς» εμφανίστηκε πάλι στο σπίτι μεν, αλλά αυτή τη φορά όχι μόνος. Ένα άλλο πλσσματάκι, άσπρο-γκρι με πανέξυπνα πράσινα μάτια βγήκε από το κλουβί που κουβαλούσε, ένας παλιός γνώριμος της Καλυψούς από την εποχή που ακόμη λεγόταν Minier και ζούσε με τα βιολογικά της αδέρφια. Ο Οδυσσέας, ζωηρός και σβέλτος ήρθε και ανέτρεψε συμπεριφορές και ισορροπίες.

Χαιρετήθηκαν, όχι πολύ ευγενικά μπορώ να πω, συνομίλησαν για πολύ λίγο και μετά η Καλυψώ σκαρφάλωσε στο ψηλότερο ράφι της βιβλιοθήκης που μπορούσε και παρέμεινε εκεί δείχνοντας την έντονη αποδοκιμασία της στο γεγονός ότι κάποιος τόλμησε να εισβάλει στο βασίλειό της, ο «μπαμπάς» της την πρόδωσε υποστηρίζοντάς τον, άλλωστε αυτός τον έφερε και – ακόμη χειρότερα – εγώ το επέτρεψα. Και το έκανε γυναικεία – αδιαφορώντας για τους πάντες, στην κυριολεξία αφ’ υψηλού και απόλυτα επικεντρωμένη στον εαυτό της. Ακόμη και εγώ δεν ήμουν καν σίγουρη αν επρόκειτο για πείσμα ή για απόλυτη δυστυχία.

Παρέμεινε ανένδοτη για λίγες μέρες μέχρι να αρχίσει να το ξεπερνάει, με τον Οδυσσέα να προσπαθεί μάταια να την προσεγγίσει. Μετά τον υπέβαλε σε δοκιμασίες-βασανιστήρια κάνοντας σαφές ότι η αναγκαστική τους συνύπαρξη σε ότι αφορούσε νερό, φαγητό και άλλες καθημερινότητες δεν της ήταν καθόλου ευχάριστη. Και μετά, πάνω σε μία από τις πολλές απόπειρες προσέγγισης ο φημολογούμενος «διαβολικός εαυτός» των calico έκανε την εμφάνισή του και…η Καλυψώ του «κατέβασε» μάγουλο. Και κάπου στο γιατρό που τρέχαμε για να ελέγξουμε το μάγουλο του Οδυσσέα που αιμορραγούσε, η Καλυψώ συνήλθε. Ή σχεδόν συνήλθε.

Τώρα είναι καλά μαζί. Νομίζω κατά βάθος αγαπιόνται, κι ας τσακώνονται που και που για άγνωστη αιτία – ομηρικοί καυγάδες. Κυκλοφορούν μαζί, αν χαθούν μεταξύ τους για πολλή ώρα πανικοβάλονται και γκρινιάζουν και συνήθως καταλήγουν να κοιμόνται αγκαλιά.

Κατά τ` άλλα, η Καλυψώ με εμένα παραμένει γλυκιά αλλά και λίγο επιφυλακτική ακόμη, με πλησιάζει αναστενάζοντας, συνήθως κουλουριάζεται κοντά και όχι πάντα πάνω μου όπως παλιά, αλλά κατά βάθος νομίζω ότι με έχει ήδη συγχωρέσει. Με τον «μπαμπά» της πάλι είναι μια χαρά ναζιάρα – πάντα ήταν. Όσο για τον Οδυσσέα, παραμένει καλόψυχος, μεγαλόκαρδος και χαρούμενος με όλους, ένας γνήσιος εν δυνάμει κεραμυδόγατος – ίσως σε 7 χρόνια αφήσει την Καλυψώ για να βρει την Ιθάκη του, ποιος ξέρει; Μπορεί και όχι, όπως το ψυχανεμίζομαι, μάλλον όχι. Άλλωστε η Καλυψώ είναι μια calico και οι γάτες calico είναι μαγικές, έτσι λένε.

Σχετικά άρθρα