Πόσο “παραμύθι” είναι η “σκληρή διαπραγμάτευση” του Σύριζα
Πόσο ε;…Σε μια κοινωνία που επί σαράντα χρόνια ένα μεγάλο μέρος της ζει εκτός πραγματικότητας, τα παραμύθια είναι μέρος του παιχνιδιού και μια μεγάλη εμπορική αξία.
Εδώ και κάμποσα χρόνια, από τότε που άρχισα να παίζω τένις, τα πρωινά της Κυριακής, ήταν αφιερωμένα στο μικρό καφενείο, που δημιουργείται Σάββατο και Κυριακή, στον σχετικό χώρο. Με μια εφημερίδα-ή δυο τρεις παλιότερα- ένα διπλό εσπρέσο και μερικά τσιγάρα, το πρωινό ήταν κομπλέ. Αλλά το καλύτερο δεν ήταν το τένις. Ήταν οι πολιτικές συζητήσεις. Αν τα ταξί ήταν για χρόνια, ο καλύτερος χώρος για μια πρόχειρη προσωπική δημοσκόπηση για πολλούς, για μένα η δημοσκόπηση γινόταν τα πρωινά της Κυριακής στο τένις. Εκεί μπορούσα να δω με ακρίβεια, τις επερχόμενες μεταβολές στο πολιτικό σκηνικό, πριν ακόμη συμβούν. Σπάνια έπαιρνα μέρος στις συζητήσεις αυτές-έτσι κι αλλιώς οι πολιτικές συζητήσεις γίνονται μεταξύ κουφών συνήθως- έτσι ώστε οι προσωπικές μου απόψεις να μην χαλάνε την ακρίβεια της «δημοσκόπησης». Και καθώς στο περιβάλλον υπήρχε και ο απαραίτητος κομμουνιστής- γειά σου Σταύρο- η ακρίβεια ήταν εξασφαλισμένη.
Παλιότερα το «κοινό» ήταν διχασμένο ανάμεσα στη Νέα Δημοκρατία και το Πασόκ. Όταν άρχισε η κρίση, οι περισσότεροι άρχισαν να μπερδεύονται, καθώς βρισκόντουσαν ξαφνικά στην περίεργη θέση να υπερασπίζονται το κόμμα τους, που όμως είχε αρχίσει να τους μουρλαίνει στους φόρους, στα χαράτσια, στις περικοπές μισθών και συντάξεων και όλα αυτά τα υπέροχα. Ανάλογα με το αν το κόμμα τους στην συγκεκριμένη φάση βρισκόταν στην Κυβέρνηση ή στην Αντιπολίτευση, άλλαζαν και οι απόψεις, αλλά η παλιά θέρμη είχε χαθεί. Και ξαφνικά πέρσι τέτοιο καιρό η κατάσταση ξεκαθάρισε. Η άνοδος του Σύριζα από το παλιότερο 4% στο 36% φάνηκε και στα μέλη του μικρού Κυριακάτικου «καφενείου» στο τένις. Παλιότεροι φανατικοί Νεοδημοκράτες ή Πασόκοι, ξαφνικά έγιναν φανατικοί Συριζαίοι. Το τι βρήκαν όλοι αυτοί στον συμπαθή εκτός πραγματικότητας νεαρό Αλέξη, μου ήταν ένα επιστημονικό μυστήριο, αλλά ο ως γνωστόν πανέξυπνος λαός μας έχει πάντα τον πρώτο λόγο. Τον πρώτο μήνα από την ανάληψη της εξουσίας από τον Σύριζα, κυκλοφορούσε ένας υπέροχος αέρας αισιοδοξίας. Ακόμη και άνθρωποι που δεν ασχολούνται ιδιαίτερα με την πολιτική, είχαν μπει σ’ αυτό το πνεύμα αισιοδοξίας. Το οποίον πάντα είναι τελείως συμφεροντολογικό βέβαια.
Μετά μπερδεύτηκαν. Και όχι χωρίς λόγο. Για να μπορείς να παρακολουθείς τις μεταλλαγές του Συριζανέλ, με τα κλαμπατσίμπανα και τα νταούλια στο Σύνταγμα, έπρεπε να έχεις πτυχίο από Δρομοκαΐτειο και πάνω. Σήμερα που πήγα πάλι δεν μιλούσε κανείς για πολιτικά. Μιλούσαν για τον καιρό, για το Άλφα του Κενταύρου, για την Αστρολογία, αλλά όχι για πολιτικά. Είναι φανερό ότι ο Σύριζα τους έχει βγάλει όλους εκτός μάχης.
Εδώ και περίπου πέντε μήνες, από τις 25 Ιανουαρίου που ο Σύριζα κέρδισε τις εκλογές, είμαστε μάρτυρες της λεγόμενης «σκληρής διαπραγμάτευσης» που έχει σκοπό να καταλήξει σε έναν «έντιμο συμβιβασμό». Κάθε μέρα πρωί-βράδυ εξελίσσεται μια ιδιόρρυθμη Μέρα της Μαρμότας, όπου από λεπτό σε λεπτό και από κανάλι σε κανάλι, άλλοτε πάμε σε ηρωϊκή ρήξη και άλλοτε σε αισιοδοξία για μια «καλή λύση, που όσο πάει όμως γίνεται και χειρότερη, καθώς από το πολύ νερό που έχει μπει στο κρασί, δεν ξέρουμε τι πίνουμε πια, ούτε και τι πίνουν αυτοί και δεν μας δίνουν.
Όλα αυτά είναι κολοκύθια με ρίγανη. Ή χωρίς ρίγανη. Το Κλικ δεν έχει μπει συνειδητά σ’ αυτήν την γελοιότητα, στην οποία συμμετέχει όχι μόνο το ελληνικό σκηνικό, αλλά και το παγκόσμιο. Όταν την πραγματικότητα την διαμορφώνουν συμπαθείς φυσιογνωμίες, όπως ο Στρατούλης, ο Λεουτσάκος, ο Λαφαζάνης, η Κωνσταντοπούλου, ο Καμμένος και η Ραχήλ Μακρή, δεν υπάρχει και μεγάλο περιθώριο για κουβέντες και σχολιασμούς. Η άνοδος του Σύριζα στην εξουσία ήταν μια αναγκαιότητα, καθώς το Πασόκ βρίσκεται μεταξύ ζωής και θανάτου και η Νέα Δημοκρατία παραπαίει.
Στον πραγματικό κόσμο-που είναι κρυμμένος από το κοινό βλέμμα- τα πράγματα διαμορφώνονται με άλλες συνταγές. Δεν έχει καμιά δυνατότητα, ούτε ο Τσίπρας, ούτε καν η Μέρκελ, να κανονίσουν το αποτέλεσμα. Αυτά κανονίζονται αλλιώς. Και το θέμα της Ελλάδας δεν έχει να κάνει τόσο με την οικονομία, όσο με την γεωπολιτική . Και αυτά τα πράγματα είναι αποφασισμένα από καιρό. Από το αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης όμως και από την κατάληξη ή μη σε συμφωνία, το μόνο συμπέρασμα που θα μπορέσει να βγάλει κανείς-και αυτό δύσκολα ακόμη- είναι για το πώς πάνω κάτω θα διαμορφωθεί ο γεωπολιτικός χάρτης της περιοχής. Και η Ελλάδα βρίσκεται ακριβώς στο κέντρο αυτής της μεγάλης αλλαγής συνόρων. Και αυτό μπορεί να είναι και καλό, αλλά μπορεί να είναι και κακό.