Το σκοτεινό δωμάτιο…
Ψάχνεις καιρό τώρα να βρεις το θάρρος να μπείς. Περνάς κάθε μέρα απ’ έξω, στέκεσαι λίγο και φεύγεις. Γιατί δεν μπαίνεις;
Ψάχνεις καιρό τώρα να βρεις το θάρρος να μπείς. Περνάς κάθε μέρα απ’ έξω, στέκεσαι λίγο και φεύγεις. Γιατί δεν μπαίνεις;
Ξέρεις γιατί. Μα είναι απλό. Κάντο. Κάποια στιγμή πρέπει να το αντιμετωπίσεις. Κι οι μέρες περνούν και κάθε μέρα κάνεις την ίδια διαδρομή προς τα εκεί. Και πάντα φέυγεις.
Την τελευταία φορά που κατευθύνθηκες πρός την βαριά σιδερένια πόρτα μια δύναμη δεν σ΄άφηνε να κάνεις μεταβολή και να φύγεις.
Είχε έρθει η ώρα. Μπαίνεις μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο. Κλείνεις την πόρτα πίσω σου, κλειδώνεις και χάνεσαι μέσα σ αυτό το μαύρο.
Ίσως βοηθήσει ξέρεις το μαύρο να διώξεις τους εφιάλτες σου. Κλείνεις τα μάτια και βυθίζεσαι μέσα στην ηρεμία του.
Αυτή η απόλυτη ησυχία είναι τόσο πολύτιμη, ειδικά μετά από αυτές τις άναρχες κραυγές στο μυαλό σου, που ακόμα ηχούν σαν μια ακατανόητη άγνωστη γλώσσα.
Δεν μπορείς να βγάλεις νόημα. Λέξεις, φράσεις, ουρλιαχτά, ψίθυροι, ήχοι, εικόνες όλα μαζί σ’ ένα χορό ψευδαισθήσεων. Τι είναι αυτό που χρειάζεσαι για να μπουν όλα αυτά σε μια σειρά και να δεις καθαρά το νόημα;
Κι όλα αυτά γιατί; Γιατί έχεις μάθει να ελέγχεις τα πάντα. Και να, που δεν μπορείς. Εκεί μέσα δεν μπορείς.
Έλεγχος. Σ’ όλη μας την Ύπαρξη. Και ξαφνικά μια στίγμη, τόσο μικρή που ούτε την καταλαβαίνεις σαν μια στιγμιαία ενόχληση, και γι’ άλλη μια φορά προσπαθείς να σε ελέγξεις. Αλλά δεν γίνεται.
Και φοβάσαι, και τα τείχη σου είναι απροσπέλαστα. Κι όμως δεν τα θες.
Το μόνο που θες είναι να τα ρίξεις και να σ’ αφήσεις να τρέξεις ελεύθερη, ν’ αγγίξεις συναισθήματα, αισθήσεις, παραισθήσεις να γίνεις ένα μαζι τους και ν’ αρχίσεις ν’ αναπνέεις.
Ν’ αναπνέεις μέσα από αυτά, μαζί με αυτά. Να ΣΕ αναπνέεις.
Και σ’ αυτή τη μεγάλη αναπνοή ίσως καταφέρεις κι ανοίξεις έστω για λίγο τα μάτια σου. Να δεις τι είναι αυτό που ζει μέσα από την ανάσα σου.
Κι εκεί που… το εδάφος αρχίζει πάλι και σε ρουφάει. Προσπαθείς να ξεφύγεις αλλα μάταια.
Επιστρέφει ο εφιάλτης σου. Φυλακή και οι δαίμονές σου στήνουν χορό γύρω σου. Κι εισαι μια μαριονέτα! Μια κούκλα με σκοινιά που προσπαθείς να σπάσεις!
Κι απέναντι σου μια μορφή, θολή, που την κυνηγούν οι δικοί της δαίμονες.
Νομίζεις την ξανάδες αυτή τη μορφή, όταν για λίγο ήσουν ελεύθερη κι ανέπνεες. Αλλά δεν έκανες το βήμα να πας κοντά της. Μια φωνή θυμάσαι σε καλούσε και την αγνοούσες επιδεικτικά, νομίζοντας ότι έτσι θα δείξεις ότι δεν την φοβάσαι.
Αλλα δεν υπήρχε λόγος να φοβηθεις.
Έφερες πίσω τον εφιάλτη σου….
Υπηρέτη! Υπηρέτη! Δεν ακούς που φωνάζω να μου ανοίξεις; Βγάλε με από το σκοτεινό δωμάτιο δεν αντέχω άλλο. Ακόμα δεν μπορώ… Φοβάμαι. Τακ τακ τα γοβάκια στον μαρμάρινο διάδρομο του παλατιού, κόκκινο φουρώ σαν το “αίμα” που μου πίνουν οι δαίμονες. Ισιώνω στέμα, γυρνάω πίσω και κοιτάω την πόρτα του σκοτεινού δωματίου. Έτσι απλά πανέμορφη πριγκίπισσα απομακρύνομαι. Υπηρέτη, πες στον πρίγκιπα ότι δεν θα ξαναμπω στο σκοτεινό δωμάτιο. Εκτός και εάν…