Υπάρχει ο χωρισμός και υπάρχει κι ο χωρισμός ανήμερα του Αγίου Βαλεντίνου (άουτς)
Μια μικρή ιστορία για το πώς κάποτε κατέστρεψα μια ρομαντική ψυχή.
Εγώ δεν γιορτάζω ποτέ τον Άγιο Βαλεντίνο. Ούτε ποτέ έβρισκα συντρόφους που να τον τιμούσαν ιδιαιτέρως. Εγώ και οι σχέσεις μου ζούμε στο παράλληλο σύμπαν των ανθρώπων που αγνοούν τον άγιο του έρωτα. Όχι επιτηδευμένα, απλώς έρχεται εκείνη η μέρα και δεν την παίρνουμε χαμπάρι. Συνήθως την επόμενη καταλαβαίνουμε, όταν κάποιος μας λέει «και τι κάνατε του Αγίου Βαλεντίνου;» και εμείς απαντάμε «Τι; Ποιός;».
Η ζωή όμως έχει χιούμορ. Κάποτε, λοιπόν, θέλησε να μου θυμίσει αυτή τη γιορτή σαν τρολ αγγελάκι με βέλος. Και μου έφερε στον δρόμο μου έναν άνθρωπο που είχε πέσει μέσα στη χύτρα του έρωτα και τιμούσε τον Βαλεντίνο σαν εθνική επέτειο. Απλώς εγώ δεν τον ήθελα και τόσο. Τον άνθρωπο, όχι τον Βαλεντίνο. Τον τελευταίο ήθελα να τον ζήσω λίγο κι εγώ για να πω την αλήθεια, να δω πώς είναι να σε λούζουν με ροδοπέταλα και υπερθετικά, και γι’ αυτό παρέμεινα στη σχέση περισσότερο από την ημερομηνία λήξης της, που κανονικά ήταν σαν αυτές που έχουν οι φρέσκες σαλάτες στο σούπερ μάρκετ. Σύντομη και ξεκάθαρη.
Οι εκδηλώσεις αγάπης, όμως, σε μια παθιασμένη εκδοχή, με έκαναν να μην πετάω αυτή τη σαλάτα που είχε μαραθεί εδώ και καιρό. Ήταν κάτι πρωτόγνωρο για μένα, να δείχνουν ότι με αγαπούν τόσο πολύ, κάθε μέρα. Με μηνύματα-σεντόνια, με ξαφνικές αγκαλιές στη μέση του δρόμου, με βλέμματα που κολλάνε πάνω σου σαν του σκύλου σου. Κι εγώ, που ήμουν μαθημένη σε έρωτες χαμηλής έντασης, ένιωθα σαν να με έχουν βάλει σε προβολέα.
Και φτάνει εκείνη η μέρα, του αγίου Βαλεντίνου, που για τον άνθρωπο που είχα δίπλα μου ήταν ασφαλώς ένας μαραθώνιος ερωτικής εξομολόγησης που κάνει φινάλε με πυροτεχνήματα.
Είχε φτιάξει κατάσταση τρικούβερτη. Έκλεισε τραπέζι σε εστιατόριο με τραπεζομάντιλα βαριά σαν κουρτίνες θεάτρου. Μου έφερνε δώρα με καρδούλες το ένα πίσω από το άλλο και μια ανθοδέσμη με τόσα τριαντάφυλλα, που άνετα ανταγωνιζόταν την ανθοδέσμη 350 ρόδων του συντρόφου της Ιωάννας Τούνη.
Είπαμε ότι δεν τον θέλω πολύ τον άνθρωπο; Το είπαμε. Δεν ήμουν ερωτευμένη. Αλλά απολάμβανα την παράσταση του έρωτά του σαν θεατής που δεν έχει ξαναδεί ποτέ τέτοιο έργο. Καθόμουν στην πλατεία, με το πρόγραμμα στα χέρια, και παρακολουθούσα το μονόλογο του με την ηδονή της βεβαιότητας ότι τον λέει μόνο για μένα.
Φτάνουμε στο εστιατόριο. Κεριά, πιάνο, ζευγάρια που κοιτιούνται σαν να είναι οι μόνοι άνθρωποι στον κόσμο και εκείνος απέναντί μου, με μάτια που έλαμπαν μόνο που με είχαν στο πλάνο τους. Τώρα πλέον είμαι σίγουρη ότι μέσα σ’ αυτό το εστιατόριο ήμουν ο μόνος θαμώνας που δεν ήταν ερωτευμένος. Τρώμε, ή μάλλον εγώ τρώω, εκείνος εξομολογείται ακατάπαυστα τον έρωτά του. Πώς τον άλλαξα και πώς με φαντάζεται στο μέλλον του. Κάπου εκεί θα μπορούσα να το έχω καταλάβει, υποθέτω, αλλά μάλλον όταν τα ζεις, τα επεξεργάζεσαι σαν μισοχαλασμένο πρόγραμμα.
Ανάμεσα στο κυρίως και στο επιδόρπιο, σκέφτηκα ότι ίσως πρέπει να μιλήσω. Να πω μια αλήθεια, έστω μικρή. Αλλά εκείνος είχε πάρει φόρα κι εγώ, όπως πάντα, ήμουν εκνευριστικά ευγενική για να τον διακόψω.
Ζητάει τον λογαριασμό. Ανακουφίζομαι, λέω θα φύγουμε, θα τελειώσει η παράσταση, θα πάω σπίτι να βγάλω τα τακούνια και τις τύψεις μου. Και μετά από μια βδομάδα πρέπει να πετάξω επιτέλους αυτή τη σαλάτα.
Το γκαρσόνι, όμως, επιστρέφει με ένα μικρό κουτάκι το οποίο αφήνει μπροστά μου. Για μια στιγμή σκέφτομαι ότι είναι δωράκι του μαγαζιού. Κάποια σοκολατίτσα σε σχήμα καρδιάς, για τη μέρα. Τότε ο πιανίστας (είχε και τέτοιο στο εστιατόριο) αρχίζει να παίζει κάτι επικίνδυνα ρομαντικό. Και δεν παίζει γενικά, με κοιτάει. Όλο το μαγαζί, σχεδόν ανεπαίσθητα, στρέφεται προς το τραπέζι μας.
Ο άνθρωπος απέναντί μου σηκώνεται. Παίρνει το κουτάκι. Γονατίζει. Καταλαβαίνετε την πλοκή, έτσι; Είναι ξεκάθαρη. Είναι ρομαντική κομεντί που πάει στραβά. Κινηματογραφικά χιλιοπαιγμένη, αλλά η ζωή αντιγράφει την έβδομη τέχνη και αυτό ήταν η απόδειξη.
Δεν θυμάμαι τι ακριβώς είπε. Κάτι για πάντα, κάτι για μοίρα, κάτι για το ότι δεν μπορεί να φανταστεί τη ζωή του χωρίς εμένα. Το μόνο που θυμάμαι είναι το βάρος των ματιών του πάνω μου, το δαχτυλίδι να αστράφτει και τον εαυτό μου να αιωρείται ένα εκατοστό πάνω από την καρέκλα ενώ θα ήθελε να πετάξει μαζί της μακριά από εκεί.
Αλλά μέσα στην απόγνωσή μου και για να μην στεναχωρήσω το κοινό και τον ερμηνευτή της καψούρας, επειδή όπως είπα είμαι πάντα εκνευριστικά ευγενική σ’ αυτά, άπλωσα το χέρι μου και φόρεσα το δαχτυλίδι. Άκουσα χειροκρότημα, κάποιος σφύριξε ενθουσιασμένος, ο πιανίστας χαμογέλασε θριαμβευτικά κι εγώ υποκλίθηκα σαν πρωταγωνίστρια σε έργο που δεν είχα κάνει πρόβα.
Στο αυτοκίνητο που επιστρέφαμε κοιτούσα το δαχτυλίδι στο χέρι μου και ένιωθα σαν να φορούσα ρούχο που δεν μου ανήκει. Δεν άντεξα άλλο. Το έβγαλα, το ακούμπησα στο παρπρίζ και του είπα τα πάντα. Ότι δεν είμαι ερωτευμένη, ότι προσπάθησα, ότι έμεινα γιατί μου άρεσε να με αγαπούν έτσι, τόσο γενναιόδωρα. Ότι εκείνος άξιζε μια γυναίκα που να τρέμει από ενθουσιασμό στη σκέψη του, όχι μια που απλώς χαμογελά ευγενικά όταν της πετάνε ραβασάκια και την ψυχή τους φλαμπέ στο πιάτο.
Σάστισε. Δεν θύμωσε. Δεν φώναξε. Με κοίταξε σαν να του είχα αλλάξει το τέλος μιας ταινίας πέντε λεπτά πριν πέσουν οι τίτλοι.
Με πήγε σπίτι χωρίς να πει κουβέντα. Σταμάτησε και περίμενε να κατέβω χωρίς να με κοιτάζει. Κατέβηκα, έκλεισα την πόρτα απαλά, σαν να φοβόμουν ότι θα σπάσει κάτι εύθραυστο και μπήκα σπίτι σαν βρεγμένη γάτα.
Δεν τον είδα ποτέ ξανά. Ούτε τυχαία σε γωνία δρόμου, ούτε στα κοινωνικά δίκτυα. Μπορεί να με έχει μπλοκάρει, διόλου απίθανο. Πιστεύω ότι ούτε στη δεύτερη ζωή του θα θέλει να με ξαναδεί, ότι θα με θυμάται σαν κάτι που δεν θέλει να θυμάται, σαν σκιάχτρο ερωτικής ξενέρας και απογοήτευσης.
Δεν ξέρω αν κατέστρεψα μια υπερ-ρομαντική ψυχή, θέλω να πιστεύω πως όχι. Οι αληθινά ρομαντικοί άνθρωποι επιβιώνουν. Σηκώνονται από το πάτωμα του εστιατορίου που τους έριξαν άκυρο, και ξαναγονατίζουν εκεί που πρέπει. Και οι όχι τόσο ρομαντικοί, όπως εγώ, βρίσκουν και αυτοί το δρόμο τους, και τους ομοίους τους.
Από τότε, πάντως, όταν βλέπω πιανίστα σε εστιατόριο να με κοιτάζει επίμονα ή φεύγω πριν αρχίσει το ρεφρέν ή λέω την αλήθεια πριν πέσει το χειροκρότημα. Γιατί ο έρωτας, ο αληθινός, όχι ο εορταστικός, δεν θέλει κοινό. Θέλει δύο ανθρώπους που να θέλουν να δουν το ίδιο έργο. Κι αν δεν το θέλουν, καλύτερα να κατέβει η αυλαία νωρίς και να πάει ο καθένας σπίτι του.