Έριχ Μαρία Ρεμάρκ: Η αγάπη δεν ανέχεται εξηγήσεις. Χρειάζεται πράξεις.
20 μαθήματα ζωής και το κορυφαίο αντιπολεμικό έργο Ουδέν νεώτερον από το Δυτικό Μέτωπο, του συγγραφέα που έλεγε ότι η μοναξιά είναι πιο εύκολη όταν δεν αγαπάς. Γεννήθηκε στις 22 Ιουνίου του 1898.-Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή
“Η αγάπη δεν ανέχεται εξηγήσεις. Χρειάζεται πράξεις.” είπε κάποτε ο Έριχ Μαρία Ρεμάρκ. Απλά λόγια αλλά με μεγάλη σημασία, που λίγο πολύ όλοι μας έχουμε σκεφτεί. Διαβάζοντας για το Γερμανό μυθιστοριογράφο και το έργο του, θαύμασα τις σκέψεις του και τον τρόπο που ερμηνεύει όλα όσα λέει.
Έχοντας καταγωγή από εργατική οικογένεια, επιστρατεύτηκε στον Α` Παγκόσμιο Πόλεμο σε ηλικία 18 ετών και πολέμησε στο Δυτικό Μέτωπο. Ο βετεράνος του πολέμου, τον Ιούλιο του 1917 είχε σοβαρό τραυματισμό και έμεινε μέχρι το τέλος του πολέμου σε στρατιωτικό νοσοκομείο στη Γερμανία.
Έως το 1929 ασχολήθηκε με διάφορα επαγγέλματα. Εκείνη τη χρονιά δημοσιεύτηκε το περίφημο μυθιστόρημά του “Ουδέν νεώτερον από το Δυτικό Μέτωπο”. Το κορυφαίο αντιπολεμικό του έργο , όπου περιέγραφε τις συγκλονιστικές εμπειρίες του από τον πόλεμο. Πραγματεύεται τη ζωή ενός νέου Γερμανού στρατιώτη στα χαρακώματα του Δυτικού Μετώπου. Εκτός από τη φρίκη και τις άθλιες συνθήκες του πολέμου που περιγράφονται με συγκλονιστικό τρόπο, ο συγγραφέας εστιάζει στην καταστροφή της ζωής των νέων ανθρώπων καθώς και στον χαμό μιας ολόκληρης γενιάς.
Ακολουθούν αποφθέγματά του και απόσπασμα από το βιβλίο του: “Ουδέν νεώτερον από το δυτικό μέτωπο”.
Μόνο εκείνος που έχει μείνει μόνος, γνωρίζει την ευτυχία να συναντήσει την αγαπημένη του.
Είναι λάθος να υποθέτουμε ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν την ίδια ικανότητα να αισθάνονται.
Καλύτερα να πεθάνεις όταν θέλεις να ζήσεις, παρά να ζήσεις μέχρι το σημείο να θέλεις να πεθάνεις.
Η αγάπη δεν ανέχεται εξηγήσεις. Χρειάζεται πράξεις.
Η πιο υπέροχη πόλη είναι αυτή όπου ένα άτομο νιώθει ευτυχισμένο.
[…]
Χάσαμε πια κάθε αίσθημα αλληλεγγύης. Μόλις μπορούμε να διατηρήσουμε την αυτοκυριαρχία μας, όταν η ματιά μας —ματιά κυνηγημένου ζώου— φωτίζει τη μορφή κάποιου συνανθρώπου μας. Είμαστε αναίσθητοι, νεκροί, που κάποια τρομερή μαγεία δίνει τη δύναμη να τρέχουμε και να σκοτώνουμε.
[…]
Είμαι νέος, μόλις έκλεισα τα 20· από τη ζωή δεν ξέρω παρά μόνο την απελπισία, το θάνατο, το φόβο και μια αλυσίδα από ανόητες επιπολαιότητες, πάνω από μια άβυσσο πόνων και θλίψεων. Βλέπω λαούς να ορμούν σε άλλους λαούς, να σκοτώνουν και να σκοτώνονται, χωρίς ούτε κι εκείνοι να ξέρουν το γιατί, υπακούοντας σ΄αυτούς που τους στέλνουν, χωρίς συναίσθηση του κινδύνου ή της ευθύνης τους. Βλέπω πως οι δυναμικότεροι εγκέφαλοι του κόσμου εφευρίσκουν όπλα και λόγια για να γίνονται όλ` αυτά μ` έναν τρόπο ακόμα πιο ραφιναρισμένο και να διαρκούν όσο γίνεται περισσότερο. Και όλοι οι συνομήλικοί μου εδώ, στην αντικρυνή παράταξη, σ` ολόκληρο τον κόσμο το βλέπουν όπως εγώ. Αυτή είναι η ζωή της γενιάς μου και η δική μας. Τί θα κάνουν άραγε οι πατεράδες μας αν μια μέρα σηκωθούμε και παρουσιαστούμε μπροστά τους για να τους ζητήσουμε λογαριασμό; Τί περιμένουν από μας όταν μια μέρα τελειώσει ο πόλεμος; Χρόνια ολόκληρα σκοτώναμε μόνο. Αυτό ήταν το πρώτο μας επάγγελμα στη ζωή. Για μας η επιστήμη της ζωής περιορίζεται στο θάνατο. Τί θα συμβεί άραγε ύστερα; Και τί θ` απογίνουμε εμείς;
[…]
[πηγή: Έριχ Μαρία Ρεμάρκ, Ουδέν νεώτερον από το δυτικό μέτωπο, μτφ. Στέλλα Βουρδουμπά, Δωρικός, Αθήνα 1983, σ. 88, 90 & 195]