Μάρω Βαμβουνάκη | Όποιον ερωτευθήκαμε, τον ερωτευθήκαμε κατά κάποιον τρόπο παντοτινά…

Μάρω Βαμβουνάκη | Όποιον ερωτευθήκαμε, τον ερωτευθήκαμε κατά κάποιον τρόπο παντοτινά…

Είναι εξάρτηση να περιμένεις από τους άλλους να σου χαρίσουν την αγάπη...`Ενα από τα ωραιότερα έργα της σπουδαίας συγγραφέως η οποία έχει ένα μοναδικό τρόπο να αγγίζει ευαίσθητες χορδές με τα λόγια της.-Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή

Τα πρώτα βιβλία της Μάρως Βαμβουνάκη που διάβασα αρκετά χρόνια πριν ήταν :”Οι παλιές αγάπες πάνε στον παράδεισο” … Ο τρόπος γραφής της μου άρεσε ιδιαίτερα με αποτέλεσμα να αναζητήσω κι άλλα βιβλία της. Έχει ένα μοναδικό τρόπο να αγγίζει ευαίσθητες χορδές με τα λόγια της…

Η Αγαπημένη συγγραφέας γεννήθηκε στα Χανιά όπου κι έζησε τα παιδικά της χρόνια. Από τα εννέα της χρόνια ήρθε με την οικογένειά της στην Αθήνα. Σπούδασε νομικά και από το 1972 και για έντεκα χρόνια έζησε στη Ρόδο όπου εργάστηκε ως συμβολαιογράφος.

Έχουν κυκλοφορήσει αρκετά βιβλία της, ανάμεσά τους: Ο αρχάγγελος του καφενείου, Το χρονικό μιας μοιχείας, Αυτή η σκάλα δεν κατεβαίνει, Ντούλια, Χρόνια πολλά γλυκιά μου, Ο αντίπαλος Εραστής, Η μοναξιά είναι από χώμα, Ιστορίες με καλό τέλος, Τα κλειστά μάτια, Οι παλιές αγάπες πάνε στον παράδεισο, Ο ερωτευμένος Πολωνός, Η μοναξιά είναι από χώμα, Η κραταιά αγάπη, Σιωπάς για να ακούγεσαι.

“Το φάντασμα της αξόδευτης αγάπης” είναι ένα από αυτά που έχω ξεχωρίσει. Λατρεύω το γράψιμό της. Με  προβληματίζουν οι σκέψεις τις και μου δημιουργούν διάφορα ερωτήματα για τη ζωή. Αναζητήσεις που δεν τελειώνουν ποτέ…

“Όποιον ερωτευθήκαμε, τον ερωτευθήκαμε κατά κάποιον τρόπο παντοτινά.” γράφει η Μάρω Βαμβουνάκη κι έχει απόλυτο δίκιο. Στον έρωτα νιώθεις ότι γίνεσαι ένα με τον άνθρωπο που επιθυμείς και δεν αντέχεις ούτε και στην ιδέα  να τον αποχωριστείς – να ζήσεις μακριά του. 

Θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας κάποια από τα λόγια της που ξεχώρισα…

Αν στέρηση είναι να μην έχεις αυτό που επιθυμείς, ανικανοποίητο είναι να έχεις μεν αυτό που επιθυμείς, αλλά να μη σου προσφέρει τη γεύση που περίμενες να σου προσφέρει.

Η απόκτησή του να αποδεικνύεται απογοητευτική.

O άνθρωπος σήμερα μαραίνεται μέσα στην εποχή του ανικανοποίητου.

Κι αν, όταν στερείσαι, μπορείς να ονειρεύεσαι και να προσδοκάς, μέσα στην ανικανοποίητη καθημερινότητα και τις απανωτές απογοητεύσεις -όχι απ` αυτά που δεν έχεις αλλά απ` αυτά που έχεις-, δεν ξέρεις πια τι ακριβώς να επιθυμήσεις.

Από παντού ακούς χείλη πικρά να συμπεραίνουν πως δεν υπάρχει συναίσθημα, δεν υπάρχει φιλία, δεν υπάρχει εμπιστοσύνη, αξίες, φιλότιμο.

Οι άνθρωποι παραπονιούνται πως δεν τους αγαπούν.

Είναι εξάρτηση να περιμένεις από τους άλλους να σου χαρίσουν την αγάπη.

Η αγάπη όντως είναι η μεγάλη πλήρωση της ύπαρξης, αλλά μόνο όταν πρόκειται για αγάπη που δίνεις.

Όσο κι αν αγαπιέσαι, το ανικανοποίητο θα επιμένει ζοφώδες στην καρδιά, αν αυτή η καρδιά δεν μπορεί να αγαπήσει.

Γεμίζουμε μονάχα απ` την αγάπη που εμείς δίνουμε, από την πίστη που ασκούμε, από όσα δικά μας χαρίζουμε.

Ακόμη κι η ψυχή διά της απωλείας της κερδίζεται.

Λέγεται πως: «Μελαγχολία είναι η αξόδευτη αγάπη…»

[…]”Αν δώσεις στον άλλον ένα αμπέλι, αμέσως να το ξεχάσεις. Αν όμως εκείνος σου χαρίσει ένα τσαμπί σταφύλι από το αμπέλι που του χάρισες, μην το ξεχάσεις ποτέ”.

[…]Δεν είναι κακό να ζει κανείς μόνος, αντιθέτως, όποιος ασκηθεί να αντέχει τη μοναξιά έχει τη δύναμη να αντέχει πάρα πολλά και όχι μόνο να αντέχει αλλά και να απολαμβάνει πάρα πολλά που αλλιώς δε θα μπορούσε να διακρίνει. Η μοναξιά είναι το ορυχείο της δύναμης και της αυτογνωσίας. Δεν ζει καλά κανείς παρά μόνος, έφτασε να λέει ο Διονύσιος Σολωμός. Μια μοναξιά όμως που δεν αποτελεί καταφύγιο δειλίας. Μόνο τότε. Η επιλεγμένη μοναχικότητα όχι η εξαναγκαστική”.

[…]Αυτή η μανία της εποχής μας να εξηγείται και να εξηγεί,

οδηγεί καμιά φορά στη μετατροπή, στην αντικατάσταση του άλλου με ένα φάντασμα φραστικό, και η απόσταση που δεν μπορεί παρά να νιώθει αυτός ο άλλος ανάμεσα στην προσωπική του αλήθεια και σ’ αυτό το φάντασμα, γίνεται η αγιάτρευτη μοναξιά του. – Κλεμάν Ολιβιέ.

Διαφωτιστικό για εκείνο που πολλοί περιγράφουν ως «είναι η χειρότερη μοναξιά που νιώθεις κοντά σε κάποιον, παρά ολομόναχος».

[…]Πόση απόγνωση όμως βιώνει κανείς, όταν αισθάνεται ότι κάποιος δικός του, συχνά ο πιο δικός του συγγενικά άνθρωπος, τον θεωρεί κάτι άλλο απ’ αυτό που είναι. Πόσο ενοχλεί και απομονώνει τούτο αίσθημα ακόμη κι αν αυτό που σε θεωρεί ο άλλος είναι καλύτερο απ’ αυτό που είσαι.

[…]Μας αρρωσταίνει να μη μας επιτρέπουν να είμαστε ο εαυτός μας. Να περπατάμε στο πάρκο μαζί με το ταίρι μας και να είμαστε τρεις. Εκείνος, το φάντασμά του, κι εγώ. Πιθανόν και τέσσερις. Εκείνος, το φάντασμά του, το φάντασμά μου κι εγώ.

[…]Ένα από τα μεγαλύτερα βασανιστήρια που έχει ανακαλύψει ο άνθρωπος, προκειμένου να δυναστεύσει και να εκμεταλλεύεται το συνάνθρωπό του, είναι να του εμπνέει ενοχές.

[…]Όταν αισθανόμαστε ενοχές, κατά βάθος θυμώνουμε με αυτόν που μας τις εμπνέει. Μπορεί να μην βρίσκουμε το σθένος να απομακρυνθούμε, ωστόσο τους θυμώνουμε διότι μας στερούν ό,τι πολυτιμότερο μας έχει χαριστεί: την ελευθερία μας. Μας κρατούν αλυσοδεμένους πάνω τους και μας ακινητοποιούν με απειλές.

[…]Τίποτα μα τίποτα δεν εξοργίζει τον άνθρωπο όσο το να του στερούν την ελευθερία του, να μην του επιτρέπουν να είναι ο εαυτός του, είτε το καταλαβαίνει συνειδητά είτε όχι.  

[…]Αναζητώντας κάποτε γιατί νιώθω πάντα μου τόσο όμορφα και άνετα κοντά σε αγαπημένο φίλο, του φώναξα με ενθουσιασμό, όταν επιτέλους το ανακάλυψα: «Κοντά σου είμαι ο εαυτός μου! Γίνομαι ο εαυτός μου απλά. Δεν μου συμβαίνει εύκολα αυτά».

Ακούγεται κοινότοπο, αλλά ήταν μια σπουδαία αποκάλυψη. Αποκάλυψη; Ανακάλυψη; Tι ευτυχισμένη ειρήνη, λοιπόν, να μας επιτρέπει ο άλλος να είμαστε αυτός που όντως είμαστε! Αλλιώς κουραζόμαστε, θυμώνουμε. Τίποτα δεν κουβαλάει τόσο άγχος όσο η προσποίηση, η αγωνία να είμαστε αυτό που δεν είμαστε.

[…]Όποιον ερωτευθήκαμε, τον ερωτευθήκαμε κατά κάποιον τρόπο παντοτινά. Γιατί, όπως λέει ο Σεφέρης ο έρωτας αποσβολώνει το χρόνο. Μπορεί σήμερα να μην τον ανεχόμαστε, να μη μπορούμε να μας πιάσει το χέρι, να μη θέλουμε ούτε να μας πλησιάσει. Όμως, όπως και να έχει καταντήσει σήμερα ένας τέως αγαπημένος πάντοτε θα φέρει μέσα του εκείνον που υπήρξε κάποτε η ζωή μας και ο θάνατός μας, πάντοτε θα φέρει τις ώρες και το περιβάλλον που μας συντάραξε και που μας μεταμόρφωσε ισόβια.

[…]Όχι, δεν πιστεύω πως όποιος ερωτεύθηκε αληθινά μπορεί κατόπιν να γίνει ειλικρινά φίλος με όποιον ερωτεύθηκε. Δεν υποφέρεται αυτή η μετάλλαξη. Είτε δεν ερωτεύθηκε αυτό το πρόσωπο ποτέ ως πρόσωπο, μόνο ένα σενάριο σχέσης, μια ιδέα απρόσωπη ερωτεύθηκε, είτε πρόκειται για χαρακτήρα-νεροκολοκύθα, δεν τον συγκλονίζει τίποτα, δεν τον γονατίζει τίποτα, δεν μπορεί να πονά, άρα δεν μπορεί να αγαπήσει.

[…] «Οι έρωτές μας οι αληθινοί, ακόμη κι αν τελείωσαν, όσο άγαρμπα κι αν τελείωσαν, είναι ιεροί. Ένα δικό μας κομμάτι, αιώνια παραδομένο στον πρώην αγαπημένο, πάντα θα τριγυρνά κάποιες νύχτες κοντά του, όπως τριγυρνούσε έξω απ’ το σπίτι της νύφης με ιδρωμένο άλογο ο Λεονάρντο, ο πρώην αρραβωνιαστικός, στον Ματωμένο Γάμο του Λόρκα. Ποιητές, εξάλλου είναι μόνο οι απόλυτοι της ζωής. Και όχι μόνο αυτοί, αλλά ό,τι είναι ποιητικό μέσα στον καθένα μας είναι απόλυτο. Όπως και τα όνειρά μας είναι πιο ειλικρινή από εμάς τους ίδιους. Αλίμονο αν δεν ονειρευόμαστε, ώστε να βρίσκουν, έστω κι έτσι, οι αλήθειες μας δικαίωση. Θα τρελαινόμασταν αλλιώς. Τα όνειρα λοιπόν, πιο έντιμα και πιο θαρραλέα από το συνειδητό μας, μπορούν να επαναφέρουν αισθήματα που θεωρούμε ξεχασμένα, ανύπαρκτα πια. Να τα ξαναβιώνουμε ολοζώντανα, να ξυπνήσουμε και να παραμείνουμε ολόκληρη τη μέρα επηρεασμένοι, μουδιασμένοι από ξεπερασμένα αισθήματα…»

[…] Δε μένεις εκεί όπου δε σε θέλουν. Είναι από τα λόγια που λειτουργούν μέσα μου σαν έξοδος κινδύνου, σαν σημαιάκια περηφάνιας. Η περηφάνια δεν έχει να κάνει με την ταπείνωση, δεν είναι αντίθετη. Θα έλεγα μάλιστα πως η ταπείνωση, όπως και η σεμνότητα, είναι πάντοτε αξιοπρεπείς. Ταπείνωση μεταξύ άλλων σημαίνει πως σέβομαι βαθιά τα αισθήματα του άλλου, και ακόμη πιο πολύ τα αισθήματα του προς το δικό μου πρόσωπο. Δεν επιτρέπεται να τα αγνοήσω να τα διαστρέψω. Να τα επιβάλω. Ο εξευτελισμός της επιμονής λοιπόν περισσότερο πιθανό είναι να κρύβει εγωισμό παρά ταπείνωση, περισσότερο  δύναμη, διαστροφική έστω των πραγμάτων δύναμη, παρά αδυναμία, όπως τείνουν να νομίζουν οι επίμονοι.

Δε μας επιτρέπεται λοιπόν να επιβάλλουμε την παρουσία μας, τη γνώμη μας, τη βοήθειά μας, τη λατρεία μας, αν ο άλλος δεν το θέλει.

Σχετικά άρθρα