Όταν ο «Μεσσίας» πάτησε το πόδι του στην Ελλάδα

Όταν ο «Μεσσίας» πάτησε το πόδι του στην Ελλάδα

Έχουν περάσει σχεδόν 15 χρόνια από την τελευταία «λόμπα» του Μάγου Ζιοβάνι με τη φανέλα του Ολυμπιακού και με αφορμή τα σημερινά 47α γενέθλια του, το klik.gr σας θυμίζει μερικά από τα «μαγικά» του.

Ήταν καλοκαίρι του 1999, όταν πάτησε για πρώτη φορά το πόδι του επί ελληνικού εδάφους ο Ζιοβάνι Σίλβα Ντε Ολιβέιρα και παραλίγο να γκρεμιστεί το αεροδρόμιο. Οι αριθμοί άλλωστε δεν άφηναν περιθώρια για παρερμηνείες: 27 χρονών Βραζιλιάνος παίκτης της Μπαρτσελόνα, εν ενεργεία διεθνής με την Εθνική Βραζιλίας (με τον Πελέ να τον έχει χρήσει διάδοχο του στη Σάντος) και συνολικό κόστος μεταγραφής κοντά στα 4,5 δις δραχμές (!!).

Δες περισσότερα άρθρα μας στις αναζητήσεις
Πρόσθεσε το ΚΛΙΚ στη Google

Όλα αυτά μέχρι να έρθει. Γιατί το τι συνέβη μετά την άφιξη του είναι μια άλλη ιστορία. Θυμάμαι σαν χθες το πρώτο επίσημο ματς που τον είδα να αγωνίζεται. Σεπτέμβρης του 1999, Ολυμπιακός-Ρεάλ Μαδρίτης 3-3 στο Ολυμπιακό Στάδιο (ασφυκτικά γεμάτο και ολίγον… υπεράριθμο), ελάχιστες μέρες μετά τον μεγάλο σεισμό στην Αθήνα και από τα μεγάφωνα να προειδοποιούν ότι υπάρχει σοβαρός κίνδυνος για τη σωματική ακεραιότητα όλων, λόγω του φαινομένου του «συγχρονισμού» από τα ταυτόχρονα χτυπήματα των ποδιών στις κερκίδες!

Για τέτοιο παροξυσμό μιλάμε… Από τη μία τα μαγικά του Ζιοβάνι, από την άλλη τα φαρμακερά φάουλ του Ρομπέρτο Κάρλος και της όντως πανίσχυρης τότε Ρεάλ Μαδρίτης, συνέθεσαν ένα ποδοσφαιρικό υπερθέαμα που όμοιο του δεν έχει υπάρξει ξανά σε ελληνικό γήπεδο. Το αποτέλεσμα ήρθε σε δεύτερη μοίρα, τα 2 γκολ του Ζιοβάνι όμως απέναντι στην αιώνια «αγαπημένη» του Ρεάλ (από την εποχή που αγωνιζόταν στην Μπαρτσελόνα), ήταν η αρχή για το τι θα επακολουθήσει, μέχρι να συναντήσει κάποιον… Λάζαρο Σέμο (σ.σ. στο 11:30 του βίντεο).

Δεν ήταν η απίστευτη τεχνική του κατάρτιση που την μετουσίωνε σε μοναδικές ποδοσφαιρικές στιγμές μαγείας με απίθανες ντρίπλες, πάσες, κεφαλιές, «ποδιές», «λόμπες» και γκολ μέχρι και από τη… σέντρα του γηπέδου, που έκαναν τον Βραζιλιάνο να ξεχωρίζει και να γίνει τόσο αγαπητός ακόμη και από αντιπάλους. Χαρακτήρας χαμηλών τόνων, λιγομίλητος, χωρίς να πουλήσει ποτέ φτηνό οπαδιλίκι, χωρίς να αλλοιωθεί ως άνθρωπος από τα κέρδη που του απέφερε αυτό που αγαπούσε (χαρακτηριστικό παράδειγμα το αυτοκίνητο που οδηγούσε το οποίο κόστιζε σχεδόν το 1/10 από αυτά άλλων ποδοσφαιριστών…), με τεράστιο φιλανθρωπικό έργο και ευαισθησίες που ποτέ δεν διαφήμισε εκείνος, στοιχεία τα οποία έβλεπε ο κόσμος και τον θεωρούσε δικό του παιδί.

Και ο Ζιοβάνι ανταπέδιδε στο γήπεδο. Γιατί έπαιζε για τον κόσμο και για κανέναν άλλον. Ήταν η εποχή που άξιζε να πληρώνεις εισιτήριο για να πας στο γήπεδο, απλά και μόνο για την αγωνία και την προσμονή του τι πρόκειται να δεις, γιατί κυριολεκτικά δεν ήξερες τι σε περιμένει! Ακόμη κι αν τελικά δεν έβλεπες τίποτα, γνώριζες ότι την επόμενη φορά θα δεις στα σίγουρα. Άχαστο στοίχημα. Ελάχιστοι ποδοσφαιριστές μπορούν να δημιουργήσουν τόσο μεγάλες προσδοκίες. Και ο Ζιοβάνι ήταν ένας από αυτούς.

Σαφέστατα και είχε μειονεκτήματα. Άλλοι έλεγαν για την ταχύτητα του. Λόγω ύψους (1.91) προφανώς και δεν θα μπορούσε να είναι… σπρίντερ. Και λόγω του σοβαρού του τραυματισμού από τον Σέμο, μετέπειτα αυτό έγινε πιο εμφανές. Άλλοι έλεγαν για τα νεύρα του, τα οποία κόστισαν κόκκινες κάρτες. Όντως πολλές φορές δεν συγκρατήθηκε στα σκληρά μαρκαρίσματα που δέχτηκε. Όταν όμως ένα από αυτά σε άφησε 6 μήνες εκτός αγώνων πάνω στην κορύφωση της καριέρας σου, τότε τα πράγματα περιπλέκονται στο μυαλό ενός ανθρώπου. Οι προπονητές της κερκίδας όμως διαφωνούσαν, όπως κάνουν πάντα και με όλους.

Άλλοι έλεγαν ότι δεν είχε συγκεκριμένη θέση. Όντως δεν είχε. Γιατί αυτοί οι παίκτες δεν έχουν καλούπια. Και σίγουρα με τα χαρακτηριστικά που είχε ως ποδοσφαιριστής δεν μπορούσε να παίξει αμυντικό χαφ (!!) όπως τον ήθελε Φαν Γκάαλ στην τελευταία του χρονιά στην Μπαρτσελόνα, ούτε ως μοναδικός προωθημένος σε σύστημα με αντεπιθέσεις που τον έβαζαν οι Μπάγεβιτς και όσοι μαθητευόμενοι μάγοι θέλησαν να γίνουν προπονητές στον Ολυμπιακό εκείνη την περίοδο. Ο Ζιοβάνι είχε θέση όταν κάποιοι σταματούσαν τα πειράματα. Γιατί σε αντίθεση με παίκτες που είχαν ανάλογο ταλέντο με εκείνον, ο Βραζιλιάνος ήταν ελάχιστα ατομιστής και μπορούσε να εκμεταλλευτεί ιδανικά τους συμπαίκτες του. Γιαννακόπουλος, Καραπιάλης και Τζόρτζεβιτς μεταξύ άλλων, έχουν πλέξει το εγκώμιο του Βραζιλιάνου και σίγουρα θα έχουν να πουν κι άλλα επ’ αυτού. Όπως και οι Ριβάλντο, Φίγκο, Ρονάλντο (το Φαινόμενο, όχι ο άλλος με το ζελέ στα μαλλιά) και λοιποί παλιότερα.

Αυτή είναι η αναγνώριση ενός αρτίστα. Οι ίδιοι σου οι συνάδελφοι να σε αποθεώνουν, παρά τα μεγάλα ονόματα τους. Οι αντίπαλοι προπονητές να σου δίνουν το χέρι τους όταν έχεις σκοράρει εναντίον τους, αναγνωρίζοντας την αξία σου. Ο κόσμος να σε αγαπάει ακόμη και 10 χρόνια μετά την φυγή σου. Κι ας έχει πάρει η ομάδα που υποστηρίζουν αμέτρητα πρωταθλήματα και πριν και μετά από εσένα. Αντί για τα 61 γκολ που σκόραρες με τη φανέλα του Ολυμπιακού, όλοι να μνημονεύουν τις στιγμές μαγείας που τους χάρισες με πρώτη και καλύτερη εκείνη με τη Μόλντε στο ΟΑΚΑ, με το «τσίμπημα» της μπάλας πάνω από τον αμυντικό και το απευθείας σουτ που άφησε ακίνητο τον τερματοφύλακα και τον κόσμο με ένα μακρόσυρτο «αααα» όχι γιατί δεν σκόραρες, αλλά γιατί δεν πίστευε στα μάτια του με αυτό που έβλεπε.

Και ο «Μεσσίας» όπως τον φώναζαν οι πιστοί του στην Βραζιλία, απλά να δίνει δώρο την Βίβλο σε αυτόν που τον άφησε για 6 μήνες εκτός αγωνιστικής δράσης (..), στερώντας του ίσως μια μεταγραφή μακριά από την Γη της Επαγγελίας του, όπως αποδείχθηκε τελικά αυτή εδώ η χώρα για εκείνον… Τα παιχνίδια της μοίρας. Ένα δυσάρεστο γεγονός για κάποιον, να δίνει από σπόντα χαρά σε τόσο κόσμο.

Πέρασαν κιόλας 14 χρόνια από την τελευταία «λόμπα» του Ζιοβάνι (24/4/2005). Κι όμως δεν την πανηγύρισε, δεν μίλησε στον Θεό του, όπως συνήθιζε να πράττει μετά από κάθε γκολ. Μεγάλη ιστορία. Από την άλλη και παρά τα όσα συμβαίνουν στο ελληνικό ποδόσφαιρο, δεν σταμάτησαν να έρχονται στη χώρα μας μεγάλοι παίκτες σε αξία και ονόματα, αλλά Ζιοβάνι παραμένει μόνο  Ένας. Αυτός που έκρυβε την μπάλα και όταν την εμφάνιζε κανείς δεν πίστευε τι είχε συμβεί. Ο Μάγος.

Σχετικά άρθρα