Anti-algorithm fashion: Μήπως το πιο μοντέρνο είναι να μη μοιάζεις με trend;

Anti-algorithm fashion: Μήπως το πιο μοντέρνο είναι να μη μοιάζεις με trend;

Για χρόνια ανοίγαμε το κινητό για να μάθουμε τι θα φορέσουμε. Ένα παπούτσι γινόταν viral τη Δευτέρα, μια αισθητική αποκτούσε όνομα την Τετάρτη και μέχρι την Κυριακή υπήρχαν ήδη χιλιάδες γυναίκες που έμοιαζαν σαν να είχαν ψωνίσει από την ίδια αόρατη ντουλάπα. Τώρα, μέσα στην κόπωση από τα micro-trends και τα ατελείωτα “cores”, γεννιέται μια αντίθετη επιθυμία: να φορέσουμε κάτι που ο αλγόριθμος δεν μας υπέδειξε

Ρούχα παλιά και καινούργια, ακριβά και φθηνά, «σωστά» και εντελώς λάθος μαζί. Γιατί σε μια εποχή όπου η μόδα μπορεί να προβλέψει τι θα θελήσουμε πριν ακόμη το θελήσουμε, η μεγαλύτερη πολυτέλεια ίσως είναι να την αιφνιδιάσουμε.

Υπάρχει μια παράξενη στιγμή που συμβαίνει πια συχνά όταν βλέπουμε κάτι που μας αρέσει.

Δεν προλαβαίνουμε καλά καλά να σκεφτούμε «τι ωραίο» και έχουμε ήδη ανοίξει το κινητό.

Ποια είναι η τσάντα;

Ποιο είναι το παπούτσι;

Από πού είναι το σακάκι;

Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα μπορούμε να βρούμε το brand, την τιμή, ένα link αγοράς και, αν το αυθεντικό κομμάτι είναι πολύ ακριβό, πέντε οικονομικότερες εκδοχές που υπόσχονται περίπου την ίδια εικόνα.

Λίγες ώρες αργότερα, επειδή κάναμε το λάθος να σταθούμε λίγο περισσότερο πάνω στη φωτογραφία, ο αλγόριθμος έχει καταλάβει.

Και αρχίζει να μας το δείχνει ξανά και ξανά.

Μέχρι που εκείνο που πριν από δύο ημέρες μας φάνηκε καινούργιο αρχίζει ήδη να μοιάζει γνώριμο.

Αυτή ίσως είναι μία από τις μεγαλύτερες αλλαγές που έφεραν τα social media στη σχέση μας με τη μόδα.

Δεν επιτάχυναν μόνο τις τάσεις, επιτάχυναν και την κούρασή μας από αυτές.

Πριν προλάβεις να το θέλεις, το έχεις ήδη δει παντού

Κάποτε μια τάση χρειαζόταν χρόνο για να ταξιδέψει.

Ξεκινούσε ίσως σε μια πασαρέλα, περνούσε στα περιοδικά, έφτανε στις βιτρίνες και σταδιακά μεταφερόταν στον δρόμο.

Υπήρχε μια διαδρομή.

Σήμερα αυτή η απόσταση μπορεί να συμπιεστεί σε μερικές ημέρες.

Ένα look εμφανίζεται στο runway. Ένα celebrity το φορά. Ένας stylist το αναλύει στο TikTok. Ένας creator δείχνει πώς να το αντιγράψεις. Τα fast-fashion brands παρουσιάζουν κάτι παρόμοιο και λίγο αργότερα η ίδια εικόνα βρίσκεται παντού.

Δεν υπάρχει πια αρκετός χρόνος ανάμεσα στην ανακάλυψη και στην υπερέκθεση.

Και κάπως έτσι δημιουργήθηκε το παράδοξο της σύγχρονης μόδας:

βαριόμαστε πράγματα που δεν προλάβαμε καν να αποκτήσουμε.

Η μόδα έγινε περιεχόμενο

Το πρόβλημα δεν είναι ότι υπάρχουν trends. Υπήρχαν πάντα.

Το πρόβλημα είναι ότι σήμερα μια τάση δεν χρειάζεται μόνο να φορεθεί.Πρέπει να παράγει περιεχόμενο.

Χρειάζεται όνομα.

Χρειάζεται hashtag.

Χρειάζεται tutorial.

Χρειάζεται «five ways to style it».

Χρειάζεται haul.

Χρειάζεται το βίντεο που θα μας εξηγήσει γιατί ξαφνικά όλοι φοράνε αυτό το παπούτσι και κυρίως χρειάζεται να είναι αρκετά αναγνωρίσιμη ώστε να καταλαβαίνουμε μέσα σε ένα δευτερόλεπτο τι βλέπουμε.

Ο αλγόριθμος δεν αγαπά ιδιαίτερα την ασάφεια. Αγαπά τα μοτίβα και η μόδα άρχισε να του τα προσφέρει απλόχερα.

Πότε το προσωπικό μας γούστο έγινε recommendation feed;

Αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον ερώτημα.

Πιστεύουμε ότι επιλέγουμε ελεύθερα τι μας αρέσει  και φυσικά, σε μεγάλο βαθμό, το κάνουμε.

Αλλά πόσο ανεπηρέαστη μπορεί να είναι μια επιθυμία όταν έχουμε δει το ίδιο αντικείμενο πενήντα φορές μέσα σε μία εβδομάδα;

Υπάρχει ένα σημείο όπου η εξοικείωση μεταμφιέζεται σε γούστο.

Βλέπουμε κάτι ξανά και ξανά. Στην αρχή δεν μας αρέσει ιδιαίτερα. Ύστερα αρχίζει να μας φαίνεται ενδιαφέρον, μετά μοντέρνο και κάποια στιγμή αναρωτιόμαστε πώς γίνεται να μην υπάρχει ήδη στην ντουλάπα μας.

Δεν είναι απαραίτητα χειραγώγηση. Είναι ένας πολύ ανθρώπινος μηχανισμός.

Αγαπάμε το οικείο, μόνο που ποτέ πριν το οικείο δεν μπορούσε να μας ακολουθεί όλη την ημέρα μέσα στην τσέπη μας.

Το «ugly» γίνεται ξαφνικά απελευθερωτικό

Ίσως γι’ αυτό ένα μέρος της μόδας αρχίζει να δείχνει μια παράξενη έλξη προς όσα δεν είναι αμέσως όμορφα.

Παράξενοι συνδυασμοί, χρώματα που θεωρητικά συγκρούονται.

Παπούτσια που μια προηγούμενη εποχή θα χαρακτήριζε άχαρα, ρούχα που δεν κολακεύουν με τον παραδοσιακό τρόπο.

Layering που μοιάζει λίγο λάθος.

Υπάρχει κάτι απελευθερωτικό σε ένα outfit που δεν προσπαθεί να κερδίσει αμέσως την έγκριση.

Γιατί το τέλειο είναι εύκολο να αντιγραφεί- το λίγο παράξενο είναι δυσκολότερο και ίσως αυτή να είναι η γοητεία του.

Η επιστροφή του «λάθους»

Για πολλά χρόνια το Instagram μάς έμαθε μια εξαιρετικά polished εκδοχή του ντυσίματος.

Όλα έπρεπε να δένουν.

Η χρωματική παλέτα.

Η τσάντα.

Το παπούτσι.

Το background της φωτογραφίας.

Ακόμη και ο καφές στο χέρι έμοιαζε μερικές φορές να έχει επιλεγεί επειδή ταίριαζε αισθητικά.

Το αποτέλεσμα ήταν όμορφο. Ίσως υπερβολικά όμορφο.

Γιατί όταν όλα είναι σωστά, τίποτα δεν εκπλήσσει.

Το ενδιαφέρον συχνά βρίσκεται σε εκείνο το ένα πράγμα που θεωρητικά δεν θα έπρεπε να βρίσκεται εκεί. Μια παλιά ανδρική ζώνη πάνω σε ένα κομψό φόρεμα.

Αθλητικές κάλτσες με loafers. Ένα αυστηρό παλτό πάνω από κάτι σχεδόν παιδικό. Ένα πολύτιμο κόσμημα με ένα φθαρμένο T-shirt. Ένα βραδινό φόρεμα με επίπεδα παπούτσια. Η κομψότητα δεν καταστρέφεται απαραίτητα από την αντίφαση. Μερικές φορές γεννιέται από αυτήν.

Γιατί ξαναφοράμε τα «κανονικά» ρούχα;

Υπάρχει όμως και μια πιο ήσυχη αντίδραση στην αλγοριθμική μόδα.

Η επιστροφή στα πράγματα που δεν χρειάζεται να εξηγηθούν. Ένα παλιό jean, ένα λευκό πουκάμισο, ένα απλό cardigan, ένα δερμάτινο jacket που έχει ήδη αποκτήσει το σχήμα του σώματος, μια τσάντα που δεν είναι η τσάντα της χρονιάς.

Όχι επειδή το minimalism έγινε ξανά trend.

Αλλά επειδή ορισμένα ρούχα έχουν το μεγάλο πλεονέκτημα να μη χρειάζονται αφήγημα.

Δεν είναι «core», δεν είναι «aesthetic».

Είναι απλώς πράγματα που φοράμε.

Και ίσως, ύστερα από χρόνια κατά τα οποία κάθε outfit έπρεπε σχεδόν να συνοδεύεται από λεζάντα, αυτή η κανονικότητα να μοιάζει ξανά πολυτελής.

Η ντουλάπα που δεν φωτογραφίζεται καλά

Υπάρχουν ντουλάπες που είναι εντυπωσιακές στο Instagram.

Και υπάρχουν ντουλάπες που λειτουργούν στην πραγματική ζωή.

Δεν είναι πάντοτε το ίδιο πράγμα.

Η πραγματική ντουλάπα έχει επαναλήψεις. Έχει εκείνο το παντελόνι που φοράμε δύο φορές την εβδομάδα.

Το παπούτσι που είναι λίγο φθαρμένο αλλά περπατιέται παντού. Το πουκάμισο που δεν έχει τίποτε ιδιαίτερο, αλλά κάθε φορά που δεν ξέρουμε τι να φορέσουμε καταλήγουμε σε αυτό.

Δεν είναι απαραίτητα photogenic. Είναι όμως δική μας.

Και ίσως αυτό ακριβώς αρχίζουμε να εκτιμούμε ξανά.

Το anti-trend μπορεί φυσικά να γίνει trend

Εδώ βρίσκεται η αναπόφευκτη ειρωνεία.

Τη στιγμή που αρκετοί άνθρωποι αποφασίζουν ότι δεν θέλουν να ακολουθούν trends, η ίδια η άρνηση μπορεί να γίνει trend.

Η μόδα είναι εξαιρετικά ικανή σε αυτό.

Παίρνει την αντίδραση απέναντί της και την πουλά πίσω σε εμάς.

Το normcore έγινε κάποτε trend επειδή υποτίθεται ότι δεν ήθελε να είναι trend. Το quiet luxury έγινε μαζική αισθητική επειδή υποτίθεται ότι απέρριπτε την επίδειξη. Ακόμη και το «individuality» μπορεί πολύ εύκολα να αποκτήσει συγκεκριμένη στολή.

Άρα anti-algorithm dressing δεν μπορεί να σημαίνει ότι υπάρχει μια νέα λίστα με δέκα αντικείμενα που πρέπει να αγοράσουμε για να ντυνόμαστε… αντι-αλγοριθμικά.

Αυτό θα ήταν σχεδόν κωμικό. Πρέπει να σημαίνει κάτι πιο προσωπικό.

Ίσως πρέπει να ξαναμάθουμε να βαριόμαστε

Υπάρχει κάτι που χάσαμε μέσα στην ατελείωτη ροή έμπνευσης.

Την πλήξη και ίσως η πλήξη να ήταν περισσότερο χρήσιμη για το προσωπικό στιλ απ’ όσο πιστεύαμε.

Όταν δεν είχες εκατοντάδες outfits μπροστά σου κάθε πρωί, έπρεπε να κοιτάξεις αυτά που είχες.

Να δοκιμάσεις.

Να συνδυάσεις.

Να κάνεις λάθος.

Να φορέσεις το ίδιο πράγμα διαφορετικά επειδή δεν υπήρχε ένα καινούργιο πράγμα να αγοράσεις κάθε εβδομάδα.

Η δημιουργικότητα συχνά γεννιέται από τον περιορισμό.

Το internet μάς έδωσε απεριόριστη έμπνευση, αλλά ίσως η απεριόριστη έμπνευση να μας έκανε λίγο λιγότερο εφευρετικούς.

Η πιο δύσκολη ερώτηση: Θα μου άρεσε αν δεν το είχα δει πουθενά; Υπάρχει ένα μικρό παιχνίδι που μπορούμε να κάνουμε πριν αγοράσουμε κάτι.

Να το κοιτάξουμε και να αναρωτηθούμε:

Αν δεν το είχα δει πάνω σε κανέναν, θα εξακολουθούσε να μου αρέσει;

Αν δεν υπήρχε celebrity φωτογραφία.

Αν δεν υπήρχε TikTok.

Αν δεν ήξερες ότι είναι sold out.

Αν δεν γνώριζες ότι είναι «το» παπούτσι της σεζόν.

Θα το διάλεγες;

Δεν υπάρχει σωστή απάντηση.

Η μόδα ήταν πάντοτε κοινωνική. Πάντοτε επηρεαζόμασταν από τους άλλους και πάντοτε θα επηρεαζόμαστε.

Αλλά ίσως αξίζει πού και πού να προσπαθούμε να ξεχωρίσουμε την επιθυμία από την επανάληψη.

Να ντυθούμε πριν ανοίξουμε το κινητό

Ίσως το anti-algorithm dressing να μην χρειάζεται τελικά ούτε manifesto ούτε καινούργια γκαρνταρόμπα.

Μπορεί να ξεκινήσει από κάτι πολύ μικρό.

Να ντυθούμε ένα πρωί πριν ανοίξουμε το Instagram.

Να αγοράσουμε κάτι επειδή μας έκανε να σταματήσουμε μπροστά σε μια βιτρίνα και όχι επειδή σταμάτησε τον αντίχειρά μας σε μια οθόνη.

Να ξαναφορέσουμε ένα παλιό φόρεμα χωρίς να ψάξουμε πρώτα «how to style».

Να βάλουμε δύο πράγματα μαζί επειδή κάτι μέσα μας λέει ότι λειτουργούν, ακόμη κι αν δεν μπορούμε να εξηγήσουμε γιατί.

Να αφήσουμε λίγο χώρο στο λάθος.

Γιατί το προσωπικό στιλ δεν γεννήθηκε ποτέ από την απόλυτη βεβαιότητα.

Γεννήθηκε από δοκιμές, αποτυχίες, εμμονές, παράξενες αγορές και πράγματα που αγαπήσαμε πολύ περισσότερο απ’ όσο «έπρεπε».

Και ίσως αυτό να είναι που λείπει περισσότερο από τη μόδα της αλγοριθμικής εποχής.

Η έκπληξη.

Εκείνη η στιγμή που βλέπεις κάποιον στον δρόμο και δεν μπορείς να βάλεις αμέσως το ντύσιμό του σε κατηγορία. Δεν ξέρεις ποιο aesthetic είναι. Δεν μπορείς να το μετατρέψεις σε search term. Δεν είσαι καν βέβαιος ότι θα φορούσες τα ίδια πράγματα.

Κι όμως γυρίζεις να κοιτάξεις.

Γιατί υπάρχει κάτι εκεί που κανένας αλγόριθμος δεν έχει καταφέρει ακόμη να προβλέψει απόλυτα.

Ένας άνθρωπος που αποφάσισε μόνος του τι του αρέσει.

Και σε μια εποχή όπου σχεδόν τα πάντα γύρω μας προσπαθούν να προβλέψουν την επόμενη επιθυμία μας, ίσως αυτό να είναι το πιο μοντέρνο πράγμα που μπορούμε να φορέσουμε.

Σχετικά άρθρα