«Είμαι καλά»: Το μεγαλύτερο ψέμα που λένε οι γυναίκες – Γιατί το 80% κρύβει όσα πραγματικά νιώθει
Δύο λέξεις που επαναλαμβάνουμε σχεδόν μηχανικά, ακόμη κι όταν μέσα μας όλα καταρρέουν. Μια νέα παγκόσμια έρευνα αποκαλύπτει ότι οκτώ στις δέκα γυναίκες έχουν πει «είμαι καλά» χωρίς να το εννοούν, ενώ το 72% έχει μετανιώσει που έκρυψε τα πραγματικά του συναισθήματα. Με αφορμή τη νέα πρωτοβουλία της Lancôme για την ψυχική υγεία των γυναικών, αναδύεται ένα βαθύτερο ερώτημα: Πότε η ανάγκη να δείχνουμε δυνατές έγινε σημαντικότερη από το δικαίωμά μας να μην είμαστε;
Περιεχόμενα
- Το 80% των γυναικών λέει «είμαι καλά» όταν δεν είναι – Τι αποκαλύπτει η έρευνα
- Η γυναίκα που τα καταφέρνει όλα και το τίμημα της διαρκούς δύναμης
- Γιατί οι γυναίκες φοβούνται να δείξουν ευάλωτες;
- Το «είμαι καλά» ως μηχανισμός προστασίας: Τι συμβαίνει στην ψυχολογία μας;
- Lancôme: Όταν η βιομηχανία της ομορφιάς μιλά για όσα δεν φαίνονται στον καθρέφτη
- Η μοναξιά της γυναίκας που όλοι θεωρούν δυνατή
- Η παγίδα της τοξικής θετικότητας: Πρέπει πράγματι να είμαστε πάντα αισιόδοξες;
- Πότε το «δεν είμαι καλά» χρειάζεται περισσότερη προσοχή;
- Ίσως πρέπει να αλλάξουμε όχι μόνο την απάντηση, αλλά και την ερώτηση
- Η πιο σύγχρονη μορφή δύναμης είναι να μην προσποιούμαστε ότι είμαστε άτρωτες
Δύο λέξεις που επαναλαμβάνουμε σχεδόν μηχανικά, ακόμη κι όταν μέσα μας όλα καταρρέουν. Μια νέα παγκόσμια έρευνα αποκαλύπτει ότι οκτώ στις δέκα γυναίκες έχουν πει «είμαι καλά» χωρίς να το εννοούν, ενώ το 72% έχει μετανιώσει που έκρυψε τα πραγματικά του συναισθήματα. Με αφορμή τη νέα πρωτοβουλία της Lancôme για την ψυχική υγεία των γυναικών, αναδύεται ένα βαθύτερο ερώτημα: Πότε η ανάγκη να δείχνουμε δυνατές έγινε σημαντικότερη από το δικαίωμά μας να μην είμαστε;
Υπάρχει μια φράση που οι περισσότερες γυναίκες έχουμε μάθει να προφέρουμε με αξιοθαύμαστη ευκολία, ακόμη και τις ημέρες που τίποτα στη ζωή μας δεν μοιάζει να βρίσκεται στη θέση του. Τη λέμε όταν κάποιος μας ρωτά πώς είμαστε, όταν δεν έχουμε διάθεση να εξηγήσουμε τι συμβαίνει, όταν προσπαθούμε να συγκρατήσουμε τα δάκρυά μας ή όταν αισθανόμαστε ότι οι άνθρωποι γύρω μας έχουν ήδη αρκετά προβλήματα για να επιβαρυνθούν και με τα δικά μας.
«Είμαι καλά».
Δύο λέξεις, τόσο απλές και καθημερινές, που συχνά περνούν απαρατήρητες. Κι όμως, πίσω τους μπορεί να κρύβεται μια ολόκληρη συναισθηματική πραγματικότητα, από την εξάντληση και τη μοναξιά μέχρι το άγχος, την απογοήτευση, τον φόβο ή μια βαθύτερη θλίψη που δεν έχουμε ακόμη καταφέρει να ονομάσουμε.
Το παράδοξο είναι ότι πολλές φορές δεν προσπαθούμε να πείσουμε μόνο τους άλλους πως είμαστε καλά. Προσπαθούμε να πείσουμε και τον ίδιο μας τον εαυτό, σαν να πιστεύουμε ότι, εάν επαναλάβουμε αρκετές φορές τη συγκεκριμένη φράση, η πραγματικότητα θα προσαρμοστεί τελικά σε αυτήν.
Αυτή ακριβώς τη σιωπηλή αντίφαση επιχειρεί να αναδείξει η νέα παγκόσμια πρωτοβουλία της Lancôme με τίτλο «I’m Fine», η οποία παρουσιάστηκε στις 8 Οκτωβρίου 2026, λίγο πριν από την Παγκόσμια Ημέρα Ψυχικής Υγείας.
Μια πρωτοβουλία που ξεκινά από τον κόσμο της ομορφιάς, αλλά καταλήγει να θέτει ένα από τα πιο ουσιαστικά ερωτήματα της σύγχρονης γυναικείας εμπειρίας: Γιατί εξακολουθούμε να θεωρούμε ότι μια γυναίκα πρέπει να αντέχει τα πάντα, ακόμη και όταν δεν αντέχει άλλο;
Το 80% των γυναικών λέει «είμαι καλά» όταν δεν είναι – Τι αποκαλύπτει η έρευνα
Τα ευρήματα της διεθνούς έρευνας που πραγματοποίησε η Ipsos για λογαριασμό της Lancôme είναι αποκαλυπτικά, όχι μόνο για όσα οι γυναίκες επιλέγουν να μοιραστούν, αλλά κυρίως για εκείνα που αποφεύγουν να εκφράσουν.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν το 2025 και το 2026 σε επιλεγμένες χώρες, το 80% των γυναικών που συμμετείχαν παραδέχτηκε ότι έχει απαντήσει «είμαι καλά» ενώ στην πραγματικότητα δεν αισθανόταν έτσι, ποσοστό αυξημένο κατά τέσσερις ποσοστιαίες μονάδες σε σύγκριση με το 2025.
Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι το 72% δήλωσε πως έχει μετανιώσει επειδή έκρυψε τα πραγματικά του συναισθήματα, γεγονός που αποκαλύπτει μια εσωτερική σύγκρουση ανάμεσα στην ανάγκη για επικοινωνία και στην επιθυμία να διατηρηθεί μια εικόνα συναισθηματικής αυτάρκειας.
Περισσότερες από έξι στις δέκα γυναίκες δυσκολεύονται να μιλήσουν ανοιχτά για την ψυχική τους κατάσταση, ενώ το 52% αναφέρει ότι ο βασικότερος λόγος για τον οποίο αποσιωπά όσα αισθάνεται είναι η επιθυμία να μην επιβαρύνει τους άλλους.
Παράλληλα, το 38% πιστεύει ότι πρέπει να αντιμετωπίζει μόνο του τις δυσκολίες, το 31% δεν θέλει να δείχνει ευάλωτο και το 29% αισθάνεται την πίεση να παρουσιάζει διαρκώς μια θετική εικόνα.
Τα ποσοστά αυτά αφορούν τις γυναίκες που συμμετείχαν στη συγκεκριμένη διεθνή έρευνα και δεν αποτελούν αυτομάτως αντιπροσωπευτική αποτύπωση όλων των γυναικών παγκοσμίως. Ωστόσο, αναδεικνύουν με εντυπωσιακή σαφήνεια ένα επαναλαμβανόμενο κοινωνικό μοτίβο.
Και εδώ βρίσκεται ίσως η πιο ενδιαφέρουσα διάσταση της έρευνας: οι γυναίκες δεν κρύβουν πάντοτε τα συναισθήματά τους επειδή δεν εμπιστεύονται τους άλλους. Συχνά τα κρύβουν επειδή έχουν μάθει να αισθάνονται υπεύθυνες ακόμη και για τη συναισθηματική άνεση των ανθρώπων που βρίσκονται γύρω τους.
Έτσι, η σιωπή αποκτά τη μορφή μιας παράξενης προσφοράς. Δεν λέμε τι μας συμβαίνει, όχι απαραίτητα επειδή δεν χρειαζόμαστε βοήθεια, αλλά επειδή δεν θέλουμε να δημιουργήσουμε πρόβλημα σε κάποιον άλλον.
Και όσο περισσότερο επαναλαμβάνεται αυτή η συμπεριφορά, τόσο περισσότερο κινδυνεύει να μετατραπεί από περιστασιακή επιλογή σε μόνιμο τρόπο ζωής.
Η γυναίκα που τα καταφέρνει όλα και το τίμημα της διαρκούς δύναμης
Για πολλές δεκαετίες, η γυναικεία χειραφέτηση συνδέθηκε δικαιολογημένα με την ανεξαρτησία, την επαγγελματική καταξίωση, την οικονομική αυτονομία και τη δυνατότητα μιας γυναίκας να αποφασίζει η ίδια για τη ζωή της.
Η σύγχρονη γυναίκα απέκτησε περισσότερες επιλογές, περισσότερες ευκαιρίες και μεγαλύτερη ελευθερία να καθορίζει την προσωπική και επαγγελματική της διαδρομή.
Ωστόσο, κάπου ανάμεσα σε αυτές τις κατακτήσεις δημιουργήθηκε και μια νέα, λιγότερο ορατή προσδοκία: η γυναίκα να μπορεί να ανταποκρίνεται σε όλους τους ρόλους της, χωρίς να επιτρέπει στις δυσκολίες να διαταράσσουν την εικόνα της.
Να είναι επιτυχημένη επαγγελματικά, παρούσα ως μητέρα, διαθέσιμη ως σύντροφος, υποστηρικτική ως φίλη, οργανωτική στην καθημερινότητά της και, κατά προτίμηση, χαμογελαστή ακόμη και όταν αισθάνεται εξαντλημένη.
Η ανθεκτικότητα, μια αναμφισβήτητα πολύτιμη ανθρώπινη ικανότητα, κινδυνεύει έτσι να μετατραπεί σε κοινωνική υποχρέωση.
Δεν αρκεί πλέον να ξεπερνά μια γυναίκα τις δυσκολίες. Συχνά αισθάνεται ότι πρέπει να τις ξεπερνά χωρίς να φαίνεται πόσο της κοστίζουν.
Αυτή η απαίτηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην εποχή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, όπου η καθημερινότητα παρουσιάζεται μέσα από προσεκτικά επιλεγμένες εικόνες επιτυχίας, ευτυχίας, ομορφιάς και προσωπικής ισορροπίας.
Βλέπουμε γυναίκες που μοιάζουν να έχουν βρει τον ιδανικό συνδυασμό επαγγελματικής φιλοδοξίας, οικογενειακής ευτυχίας, άψογης εμφάνισης και εσωτερικής γαλήνης, χωρίς να γνωρίζουμε σχεδόν τίποτα για όσα συμβαίνουν όταν κλείνει η κάμερα.
Το αποτέλεσμα είναι μια διαρκής σύγκριση ανάμεσα στη δική μας σύνθετη πραγματικότητα και στην επιμελημένη εκδοχή της ζωής των άλλων.
Και όταν η πραγματικότητα δεν ανταποκρίνεται σε αυτό το πρότυπο, η δυσκολία δεν βιώνεται μόνο ως προσωπική δοκιμασία, αλλά ενίοτε και ως αποτυχία.
Η πιο εξαντλητική πλευρά της σύγχρονης γυναικείας δύναμης ίσως δεν είναι όλα όσα καλούμαστε να κάνουμε, αλλά η αίσθηση ότι δεν μας επιτρέπεται να παραδεχτούμε πόσο δύσκολο είναι να τα κάνουμε.
Γιατί οι γυναίκες φοβούνται να δείξουν ευάλωτες;
Η απάντηση δεν βρίσκεται αποκλειστικά στην προσωπικότητα κάθε γυναίκας, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνονται οι κοινωνικές προσδοκίες ήδη από την παιδική ηλικία.
Πολλά κορίτσια μεγαλώνουν μαθαίνοντας να είναι ευγενικά, συνεργάσιμα, υπομονετικά και προσεκτικά απέναντι στις ανάγκες των άλλων, χαρακτηριστικά που ασφαλώς μπορούν να αποτελέσουν σημαντικές ανθρώπινες αρετές, αλλά ενδέχεται να γίνουν επιβαρυντικά όταν συνοδεύονται από την πεποίθηση ότι οι προσωπικές ανάγκες πρέπει να έρχονται πάντοτε δεύτερες.
Η συναισθηματική φροντίδα αντιμετωπίζεται συχνά ως μια σχεδόν αυτονόητη γυναικεία ικανότητα.
Η γυναίκα είναι εκείνη που θυμάται, οργανώνει, παρατηρεί, αντιλαμβάνεται τις αλλαγές στη διάθεση των άλλων, διαχειρίζεται τις εντάσεις και προσπαθεί να διατηρεί την ισορροπία στις προσωπικές σχέσεις.
Αυτή η αόρατη εργασία, που περιγράφεται συχνά με τον όρο mental load, δεν περιορίζεται στις πρακτικές υποχρεώσεις της καθημερινότητας, αλλά περιλαμβάνει και τη συνεχή ψυχική εγρήγορση που απαιτείται για να λειτουργούν ομαλά οι σχέσεις και η οικογένεια.
Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η παραδοχή «δεν είμαι καλά» μπορεί να μοιάζει δυσανάλογα δύσκολη, επειδή για ορισμένες γυναίκες ισοδυναμεί με την προσωρινή εγκατάλειψη ενός ρόλου που έχουν συνηθίσει να υπηρετούν.
Εκείνης που φροντίζει τους πάντες.
Εκείνης που βρίσκει λύσεις.
Εκείνης που δεν καταρρέει.
Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να αποτελεί διαρκώς το συναισθηματικό στήριγμα όλων, χωρίς κάποια στιγμή να χρειαστεί και ο ίδιος στήριξη.
Και η πραγματική ωριμότητα μιας κοινωνίας δεν αποτυπώνεται μόνο στο πόσο θαυμάζει τις δυνατές γυναίκες, αλλά και στο πόσο χώρο τους επιτρέπει να είναι ευάλωτες.
Το «είμαι καλά» ως μηχανισμός προστασίας: Τι συμβαίνει στην ψυχολογία μας;
Από ψυχολογική άποψη, η απόκρυψη των συναισθημάτων δεν αποτελεί απαραίτητα ένδειξη κάποιας ψυχικής διαταραχής, ούτε κάθε φορά που απαντάμε «είμαι καλά» χωρίς να το εννοούμε διαπράττουμε μια πράξη επιβλαβή για τον εαυτό μας.
Οι άνθρωποι έχουν δικαίωμα στην ιδιωτικότητα και δεν είναι υποχρεωμένοι να αποκαλύπτουν την προσωπική τους κατάσταση σε οποιονδήποτε τους απευθύνει μια ερώτηση.
Υπάρχει, ωστόσο, μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στη συνειδητή επιλογή να μη μοιραστούμε κάτι και στη διαρκή αίσθηση ότι δεν έχουμε το δικαίωμα να το μοιραστούμε.
Στην ψυχολογία, η προσπάθεια να περιορίσουμε την εξωτερική έκφραση των συναισθημάτων μας περιγράφεται, μεταξύ άλλων, ως expressive suppression, δηλαδή καταστολή της συναισθηματικής έκφρασης.
Πρόκειται για μια στρατηγική συναισθηματικής ρύθμισης που μπορεί να είναι χρήσιμη σε ορισμένες περιστάσεις, όπως όταν χρειάζεται να διατηρήσουμε την ψυχραιμία μας σε μια απαιτητική επαγγελματική συνθήκη.
Όταν όμως μετατρέπεται σε κυρίαρχο τρόπο αντιμετώπισης των δυσκολιών, ενδέχεται να συνδέεται με αυξημένη ψυχική επιβάρυνση και δυσκολίες στην ουσιαστική επικοινωνία.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η απόκρυψη ενός συναισθήματος προκαλεί αυτομάτως άγχος ή κατάθλιψη, αλλά ότι η συστηματική αποφυγή της συναισθηματικής επικοινωνίας μπορεί να στερήσει από έναν άνθρωπο σημαντικές ευκαιρίες υποστήριξης.
Ιδιαίτερα στις στενές προσωπικές σχέσεις, η διαρκής προσποίηση ότι όλα είναι φυσιολογικά δημιουργεί μερικές φορές ένα παράδοξο αποτέλεσμα: οι άλλοι πιστεύουν ότι δεν χρειαζόμαστε τίποτα, ακριβώς επειδή έχουμε γίνει εξαιρετικά αποτελεσματικές στο να μη δείχνουμε τι χρειαζόμαστε.
Έτσι, μια γυναίκα μπορεί να αισθάνεται μόνη ακόμη και όταν περιβάλλεται από ανθρώπους που την αγαπούν, όχι επειδή απουσιάζει απαραίτητα το ενδιαφέρον τους, αλλά επειδή η πραγματική της κατάσταση παραμένει αόρατη.
Και αυτή η αορατότητα μπορεί να είναι ιδιαίτερα επώδυνη.
Lancôme: Όταν η βιομηχανία της ομορφιάς μιλά για όσα δεν φαίνονται στον καθρέφτη
Η απόφαση της Lancôme να τοποθετήσει την ψυχική υγεία στο επίκεντρο μιας παγκόσμιας πρωτοβουλίας έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, ακριβώς επειδή προέρχεται από έναν χώρο που παραδοσιακά συνδέεται με την εξωτερική εικόνα.
Για δεκαετίες, η βιομηχανία της ομορφιάς επένδυσε στην υπόσχεση ότι μια γυναίκα μπορεί να αισθανθεί καλύτερα μέσα από τη βελτίωση της εμφάνισής της, είτε πρόκειται για μια κρέμα περιποίησης, ένα άρωμα είτε για ένα προϊόν μακιγιάζ.
Σήμερα, ωστόσο, η συζήτηση γύρω από την ομορφιά διευρύνεται, καθώς η αυτοεκτίμηση, η ψυχική ευεξία και η συναισθηματική ισορροπία αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη θέση στον δημόσιο διάλογο.
Η νέα πρωτοβουλία «I’m Fine» δημιουργήθηκε σε συνεργασία με την Anxiety and Depression Association of America, ενώ στις Ηνωμένες Πολιτείες συμμετέχει και ο μη κερδοσκοπικός οργανισμός HealthyWomen.
Στόχος της είναι να ενθαρρύνει τις γυναίκες να αναγνωρίζουν εγκαίρως πιθανά συμπτώματα άγχους και κατάθλιψης και να αναζητούν αξιόπιστη ενημέρωση και υποστήριξη όταν τη χρειάζονται.
Μέσα από τη σχετική ψηφιακή πλατφόρμα παρέχονται δωρεάν εργαλεία αυτοαξιολόγησης και επιστημονικά τεκμηριωμένο ενημερωτικό υλικό, τα οποία μπορούν να βοηθήσουν μια γυναίκα να προβληματιστεί για την ψυχική της κατάσταση, χωρίς βεβαίως να υποκαθιστούν την κλινική αξιολόγηση από ειδικό.
Η πρωτοβουλία φιλοδοξεί μέχρι το 2030 να έχει ενδυναμώσει τρία εκατομμύρια ανθρώπους ώστε να αναγνωρίζουν πρώιμα σημάδια άγχους και κατάθλιψης.
Η επιλογή της Lancôme έχει, βεβαίως, και μια επιχειρηματική διάσταση, καθώς οι μεγάλες εταιρείες ομορφιάς επιδιώκουν πλέον να συνδέονται με κοινωνικά ζητήματα που απασχολούν ουσιαστικά το κοινό τους.
Ωστόσο, το πραγματικό κριτήριο για την αξία μιας τέτοιας πρωτοβουλίας δεν είναι η επικοινωνιακή της απήχηση, αλλά το κατά πόσο μπορεί να συμβάλει στην πρόσβαση σε αξιόπιστη ενημέρωση, στην αποδυνάμωση του στίγματος και στην έγκαιρη αναζήτηση βοήθειας.
Γιατί η ψυχική υγεία δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ακόμη μία τάση του wellness ούτε να περιορίζεται σε μια επιτυχημένη διαφημιστική καμπάνια.
Από την Ντέμι Μουρ στη Βανέσα Κίρμπι: Οι διάσημες γυναίκες που μιλούν για την ευαλωτότητα
Στην καμπάνια συμμετέχουν τέσσερις ιδιαίτερα αναγνωρίσιμες γυναίκες: η Ντέμι Μουρ, η Κρίστι Τέρλινγκτον, η Ζόι Σαλντάνια και η Βανέσα Κίρμπι, οι οποίες μοιράζονται προσωπικές εμπειρίες και σκέψεις γύρω από την ψυχική υγεία.
Η συμμετοχή τους έχει ξεχωριστό συμβολισμό, επειδή πρόκειται για γυναίκες που το κοινό έχει συνηθίσει να βλέπει μέσα από εικόνες επιτυχίας, ομορφιάς και επαγγελματικής αναγνώρισης.
Η Ντέμι Μουρ έχει διανύσει μια μακρά διαδρομή στο Χόλιγουντ, σε έναν χώρο όπου η γυναικεία εμφάνιση και η ηλικία συχνά αντιμετωπίζονται με ιδιαίτερα αυστηρά κριτήρια.
Η Κρίστι Τέρλινγκτον υπήρξε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα πρόσωπα της εποχής των supermodels, όταν η τελειότητα της εικόνας αποτελούσε σχεδόν επαγγελματική προϋπόθεση.
Η Ζόι Σαλντάνια εκπροσωπεί μια διαφορετική γενιά κινηματογραφικής επιτυχίας, ενώ η Βανέσα Κίρμπι έχει μιλήσει για τη σημασία του τρόπου με τον οποίο απευθυνόμαστε στον ίδιο μας τον εαυτό.
Σε συνέντευξή της στο ELLE, που δημοσιεύτηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026, η Κίρμπι εξήγησε ότι αντιλαμβάνεται την ψυχική υγεία μέσα από την ποιότητα του εσωτερικού της διαλόγου και αναφέρθηκε στην τάση των ανθρώπων να λένε πως είναι καλά προκειμένου να μη φέρουν τους άλλους σε δύσκολη θέση.
Αυτή η παρατήρηση είναι εξαιρετικά σημαντική, επειδή μετατοπίζει τη συζήτηση από την εξωτερική εικόνα στην εσωτερική σχέση που διατηρούμε με τον εαυτό μας.
Μια γυναίκα μπορεί να διαθέτει αναγνώριση, επιτυχία, οικονομική ανεξαρτησία και μια ζωή που εξωτερικά μοιάζει αξιοζήλευτη, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι προστατευμένη από το άγχος, τη μοναξιά ή την ψυχική δυσφορία.
Η επιτυχία δεν αποτελεί εμβόλιο απέναντι στις συναισθηματικές δυσκολίες.
Και η ομορφιά δεν εξασφαλίζει την ευτυχία.
Γιατί δυσκολευόμαστε περισσότερο να μιλήσουμε για την ψυχική μας υγεία παρά για άλλα προσωπικά ζητήματα;
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ευρήματα της έρευνας είναι ότι η ψυχική υγεία εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα δυσκολότερα θέματα προσωπικής συζήτησης.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιοποιήθηκαν, πάνω από το 60% των γυναικών που συμμετείχαν δυσκολεύεται να μιλήσει ανοιχτά για την ψυχική του κατάσταση, έναντι 54% που αναφέρει αντίστοιχη δυσκολία για τη γονιμότητα και 48% για την εμμηνόπαυση.
Η σύγκριση αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια εποχή κατά την οποία ζητήματα που κάποτε θεωρούνταν αυστηρά ιδιωτικά έχουν αρχίσει να συζητούνται δημόσια με μεγαλύτερη άνεση.
Μιλάμε περισσότερο για τις ορμονικές αλλαγές, τη σεξουαλική υγεία, τις δυσκολίες της μητρότητας και τις αλλαγές που συνοδεύουν τη γήρανση.
Κι όμως, η παραδοχή ότι δεν αισθανόμαστε ψυχικά καλά εξακολουθεί να συνοδεύεται από φόβο παρερμηνείας, αμηχανία ή ανησυχία μήπως οι άλλοι μας αντιμετωπίσουν διαφορετικά.
Αυτό συμβαίνει εν μέρει επειδή η ψυχική δυσφορία δεν είναι πάντοτε ορατή και δεν μπορεί να αποτυπωθεί με την ίδια ευκολία που περιγράφουμε ένα σωματικό σύμπτωμα.
Μπορούμε να πούμε ότι έχουμε πυρετό, πονοκέφαλο ή μια σωματική ενόχληση και να θεωρήσουμε αυτονόητο ότι δικαιούμαστε ξεκούραση.
Όταν, όμως, αισθανόμαστε συναισθηματικά εξαντλημένες, συχνά προσπαθούμε να συνεχίσουμε την καθημερινότητά μας σαν να μην έχει συμβεί τίποτα.
Σαν η ψυχική κόπωση να χρειάζεται περισσότερες εξηγήσεις για να θεωρηθεί πραγματική.
Και σαν η ανάγκη για συναισθηματική υποστήριξη να αποτελεί κάτι για το οποίο πρέπει πρώτα να απολογηθούμε.
Η μοναξιά της γυναίκας που όλοι θεωρούν δυνατή
Υπάρχει μια ιδιαίτερη μορφή μοναξιάς που δεν συνδέεται απαραίτητα με την απουσία ανθρώπων, αλλά με την αδυναμία να αποκαλύψουμε στους άλλους μια πλευρά του εαυτού μας που θεωρούμε λιγότερο αποδεκτή.
Είναι η μοναξιά εκείνης που όλοι εμπιστεύονται επειδή πιστεύουν ότι μπορεί να διαχειριστεί τα πάντα.
Της γυναίκας στην οποία απευθύνονται οι φίλοι όταν αντιμετωπίζουν προβλήματα, της μητέρας που προσπαθεί να διατηρήσει την ηρεμία στο σπίτι, της επαγγελματία που οφείλει να παραμένει αποτελεσματική ακόμη και στις πιο απαιτητικές περιόδους.
Αυτή η γυναίκα μπορεί να διαθέτει έναν μεγάλο κοινωνικό κύκλο και, παρ’ όλα αυτά, να δυσκολεύεται να βρει έναν άνθρωπο στον οποίο θα επιτρέψει να τη δει πραγματικά κουρασμένη.
Όχι επειδή οι άνθρωποι γύρω της είναι απαραίτητα αδιάφοροι, αλλά επειδή η ίδια έχει συνηθίσει να παρουσιάζει μια εκδοχή του εαυτού της που δεν χρειάζεται βοήθεια.
Με τον καιρό, όμως, αυτή η εικόνα μπορεί να μετατραπεί σε παγίδα.
Οι άλλοι σταματούν να ρωτούν ουσιαστικά, επειδή θεωρούν ότι γνωρίζουν ήδη την απάντηση.
Και εκείνη συνεχίζει να απαντά με τον τρόπο που έχει μάθει.
«Είμαι καλά».
Μόνο που η συναισθηματική εγγύτητα δεν δημιουργείται αποκλειστικά μέσα από τις στιγμές στις οποίες είμαστε ευχάριστοι, χαμογελαστοί και διαθέσιμοι.
Δημιουργείται και μέσα από την εμπιστοσύνη ότι μπορούμε να μοιραστούμε μια δύσκολη αλήθεια χωρίς να χάσουμε την αποδοχή του άλλου.
Ίσως, λοιπόν, η πραγματική δύναμη να μην βρίσκεται πάντοτε στην ικανότητα να διατηρούμε τον έλεγχο, αλλά και στην ελευθερία να τον αφήνουμε για λίγο, όταν βρισκόμαστε σε ένα ασφαλές περιβάλλον.
Η παγίδα της τοξικής θετικότητας: Πρέπει πράγματι να είμαστε πάντα αισιόδοξες;
Τα τελευταία χρόνια, η έννοια της θετικής σκέψης έχει αποκτήσει κεντρική θέση στη σύγχρονη κουλτούρα της προσωπικής ανάπτυξης.
Μας ενθαρρύνουν να αναζητούμε τη θετική πλευρά των καταστάσεων, να επικεντρωνόμαστε σε όσα μπορούμε να ελέγξουμε και να αντιμετωπίζουμε τις δυσκολίες ως ευκαιρίες εξέλιξης.
Αυτή η προσέγγιση μπορεί να είναι ιδιαίτερα βοηθητική, εφόσον δεν μετατρέπεται σε απαίτηση να αποφεύγουμε κάθε δυσάρεστο συναίσθημα.
Η λεγόμενη toxic positivity, ή τοξική θετικότητα, περιγράφει ακριβώς αυτή την υπερβολική επιμονή στη θετική στάση, ακόμη και όταν οι περιστάσεις δικαιολογούν απολύτως τη λύπη, τον θυμό, την απογοήτευση ή τον φόβο.
Όταν κάποιος μας λέει ότι περνά μια δύσκολη περίοδο, η αυτόματη απάντηση «σκέψου θετικά» μπορεί να έχει καλή πρόθεση, αλλά δεν προσφέρει πάντοτε την κατανόηση που χρειάζεται.
Μερικές φορές, αντί να ανακουφίσει, δημιουργεί την εντύπωση ότι το δυσάρεστο συναίσθημα πρέπει να διορθωθεί αμέσως.
Κι όμως, δεν χρειάζεται κάθε λύπη να μετατραπεί σε αισιοδοξία ούτε κάθε δύσκολη εμπειρία να αποκτήσει υποχρεωτικά ένα θετικό νόημα.
Υπάρχουν περίοδοι στη ζωή κατά τις οποίες το πιο υγιές που μπορούμε να κάνουμε είναι να αναγνωρίσουμε ότι κάτι μας πονά, μας απογοητεύει ή μας εξαντλεί.
Η συναισθηματική ωριμότητα δεν προϋποθέτει να αισθανόμαστε συνεχώς καλά, αλλά να μπορούμε να αναγνωρίζουμε και να διαχειριζόμαστε τα διαφορετικά συναισθήματά μας χωρίς να τα αντιμετωπίζουμε ως προσωπικές αποτυχίες.
Η αισιοδοξία μπορεί να είναι πολύτιμη.
Δεν χρειάζεται, όμως, να γίνει άλλη μία υποχρέωση στη μακρά λίστα όσων μια γυναίκα αισθάνεται ότι πρέπει να καταφέρει.
Πότε το «δεν είμαι καλά» χρειάζεται περισσότερη προσοχή;
Είναι σημαντικό να διαχωρίσουμε τις φυσιολογικές συναισθηματικές διακυμάνσεις από τις καταστάσεις που ενδέχεται να απαιτούν επαγγελματική υποστήριξη.
Όλοι οι άνθρωποι βιώνουν περιόδους αυξημένου άγχους, θλίψης ή ψυχικής κόπωσης, ιδιαίτερα όταν αντιμετωπίζουν απώλειες, επαγγελματικές πιέσεις, οικογενειακές δυσκολίες ή σημαντικές αλλαγές στη ζωή τους.
Αυτό δεν σημαίνει αυτομάτως ότι υπάρχει κάποια ψυχική διαταραχή.
Όταν, ωστόσο, η θλίψη, η ανησυχία ή η αίσθηση εξάντλησης επιμένουν, επιδεινώνονται ή επηρεάζουν ουσιαστικά τον ύπνο, την εργασία, τις σχέσεις και την καθημερινή λειτουργικότητα, είναι σημαντικό να αναζητείται αξιολόγηση από κατάλληλο επαγγελματία ψυχικής υγείας.
Η έγκαιρη αναγνώριση των συμπτωμάτων αποτελεί άλλωστε βασικό στόχο της νέας πρωτοβουλίας της Lancôme, η οποία επιχειρεί να ενθαρρύνει τις γυναίκες να δίνουν μεγαλύτερη προσοχή στις αλλαγές της ψυχικής τους κατάστασης.
Εξίσου σημαντικό είναι να κατανοήσουμε ότι η αναζήτηση βοήθειας δεν αποτελεί παραδοχή αδυναμίας.
Αντιθέτως, μπορεί να είναι μια ουσιαστική πράξη αυτοφροντίδας και προσωπικής ευθύνης.
Δεν χρειάζεται να φτάσει κάποιος στα όριά του για να δικαιούται υποστήριξη.
Και δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι υποφέρει αρκετά προκειμένου να μιλήσει για όσα αισθάνεται.
Ίσως πρέπει να αλλάξουμε όχι μόνο την απάντηση, αλλά και την ερώτηση
Υπάρχει, ωστόσο, και μια άλλη διάσταση σε αυτή τη συζήτηση, η οποία αφορά όχι μόνο τις γυναίκες που απαντούν «είμαι καλά», αλλά και τους ανθρώπους που βρίσκονται απέναντί τους.
Πόσες φορές ρωτάμε κάποιον πώς είναι χωρίς να περιμένουμε πραγματικά μια διαφορετική απάντηση;
Πόσες φορές η ερώτηση λειτουργεί περισσότερο ως κοινωνική συνήθεια παρά ως ουσιαστική πρόσκληση επικοινωνίας;
Και πόσο συχνά, όταν κάποιος μας αποκαλύπτει ότι δυσκολεύεται, σπεύδουμε να του προσφέρουμε λύσεις αντί να αφιερώσουμε χρόνο για να τον ακούσουμε;
Ίσως η αλλαγή να ξεκινά από κάτι πολύ απλούστερο από όσο φανταζόμαστε.
Από την ικανότητα να δημιουργούμε σχέσεις μέσα στις οποίες η ειλικρίνεια δεν αντιμετωπίζεται ως βάρος.
Από το να μπορούμε να ακούσουμε μια δύσκολη απάντηση χωρίς να αισθανόμαστε υποχρεωμένοι να τη διορθώσουμε αμέσως.
Από το να κατανοήσουμε ότι μερικές φορές ένας άνθρωπος δεν χρειάζεται συμβουλές, αλλά την αίσθηση ότι κάποιος μπορεί να σταθεί δίπλα του χωρίς να τον κρίνει.
Γιατί η ουσιαστική επικοινωνία δεν προϋποθέτει μόνο το θάρρος εκείνου που μιλά.
Προϋποθέτει και τη διαθεσιμότητα εκείνου που ακούει.
Η πιο σύγχρονη μορφή δύναμης είναι να μην προσποιούμαστε ότι είμαστε άτρωτες
Η πρωτοβουλία «I’m Fine» έρχεται σε μια εποχή κατά την οποία οι γυναίκες έχουν κατακτήσει περισσότερα δικαιώματα και δυνατότητες από ποτέ, εξακολουθούν όμως να βρίσκονται αντιμέτωπες με σύνθετες κοινωνικές προσδοκίες γύρω από την επιτυχία, την εμφάνιση, τη μητρότητα, την ηλικία και την προσωπική τους ζωή.
Ίσως γι’ αυτό το συγκεκριμένο μήνυμα αποκτά μια σημασία που ξεπερνά κατά πολύ τα όρια μιας καμπάνιας ομορφιάς.
Γιατί μας καλεί να επανεξετάσουμε μια πεποίθηση βαθιά ριζωμένη στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τη γυναικεία δύναμη: ότι η αξία μιας γυναίκας συνδέεται με την ικανότητά της να αντέχει χωρίς να παραπονιέται.
Στην πραγματικότητα, η δύναμη δεν είναι μια μόνιμη κατάσταση συναισθηματικής αυτάρκειας.
Δεν σημαίνει ότι δεν φοβόμαστε, δεν κουραζόμαστε, δεν απογοητευόμαστε ή δεν έχουμε ανάγκη τους άλλους.
Σημαίνει ότι μπορούμε να αντιμετωπίζουμε τη ζωή αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα τα όριά μας, χωρίς να θεωρούμε ότι αυτά μειώνουν την αξία μας.
Και ίσως αυτό να είναι ένα από τα σημαντικότερα μαθήματα που χρειάζεται να μεταφέρουμε και στις νεότερες γενιές γυναικών.
Ότι δεν χρειάζεται να είναι τέλειες για να είναι άξιες αγάπης.
Ότι δεν οφείλουν να χαμογελούν όταν είναι στενοχωρημένες.
Ότι η ανεξαρτησία δεν αποκλείει την ανάγκη για συντροφικότητα και υποστήριξη.
Και ότι η ευαλωτότητα δεν αναιρεί την αυτοπεποίθηση, όπως ακριβώς η ευαισθησία δεν αναιρεί τη δύναμη.
Γιατί, τελικά, πίσω από την καθημερινή φράση «είμαι καλά» δεν βρίσκεται πάντοτε ένα ψέμα που λέμε συνειδητά στους άλλους.
Μερικές φορές βρίσκεται μια αλήθεια που δεν έχουμε μάθει ακόμη πώς να εκφράσουμε.
Μια ανάγκη που έχουμε συνηθίσει να παραμερίζουμε.
Μια κούραση που θεωρούμε ότι δεν δικαιούμαστε να παραδεχτούμε.
Ή απλώς η επιθυμία να μας ρωτήσει κάποιος ακόμη μία φορά, αυτή τη φορά με πραγματικό ενδιαφέρον, πώς αισθανόμαστε.
Ίσως, λοιπόν, η μεγαλύτερη κατάκτηση της σύγχρονης γυναίκας να μην είναι ότι έμαθε να τα καταφέρνει όλα μόνη της, αλλά ότι μπορεί επιτέλους να επιτρέψει στον εαυτό της να μη χρειάζεται να τα καταφέρνει όλα.
Και ίσως η πιο απελευθερωτική απάντηση στην ερώτηση «πώς είσαι;» να είναι, κάποιες φορές, η πιο ειλικρινής:
«Σήμερα δεν είμαι καλά. Και δεν χρειάζεται να προσποιηθώ το αντίθετο».
Δημοσιογραφική σημείωση: Τα στατιστικά στοιχεία προέρχονται από την έρευνα Ipsos που δημοσιοποίησε η Lancôme στις 8 Οκτωβρίου 2026. Η πρωτοβουλία υλοποιείται σε συνεργασία με οργανισμούς ψυχικής υγείας και δεν αποτελεί υποκατάστατο της ιατρικής ή ψυχολογικής φροντίδας.