Μαδούρο: Σημειώσεις από ένα κελί που δεν ήταν στο πλάνο
Φανταστικός εσωτερικός μονόλογος του Μαδούρο, καθώς συμπληρώνεται σήμερα ένας μήνας από την σύλληψή του, γραμμένος με την ψυχραιμία που δεν υπήρχε τότε...
Υπάρχει πάντα μια στιγμή —λένε— που καταλαβαίνεις ότι τα πράγματα δεν πάνε όπως τα είχες προβάρει. Για τον Νικολάς Μαδούρο, αυτή η στιγμή δεν ήρθε με σειρήνες, ούτε με δραματική μουσική υπόκρουση. Ήρθε με κάτι πολύ πιο επικίνδυνο: αμηχανία. Την αμηχανία που γεννιέται όταν συνειδητοποιείς ότι βρίσκεσαι σε σκηνή, αλλά δεν έχεις το κείμενο. Και κανείς δεν σου κάνει νόημα από το πλατό.
Περίεργο, σκέφτηκε. Συνήθως, όταν κάτι πάει στραβά, κάποιος με ενημερώνει. Υπάρχουν σύμβουλοι γι’ αυτό. Υπάρχουν φάκελοι. Υπάρχουν briefing. Αυτό, όμως, δεν έμοιαζε με τίποτα από τα παραπάνω. Έμοιαζε περισσότερο με εκείνα τα όνειρα όπου εμφανίζεσαι σε επίσημη εκδήλωση χωρίς παντελόνι — μόνο που εδώ, αντί για παντελόνι, έλειπε ο έλεγχος.
Η πρώτη του σκέψη δεν ήταν πολιτική. Ήταν τεχνική. Πού είναι η κάμερα; Γιατί αν υπάρχει κάμερα, υπάρχει και αφήγημα. Κι αν υπάρχει αφήγημα, μπορείς πάντα να πεις ότι «η αλήθεια είναι πιο σύνθετη». Αν δεν υπάρχει κάμερα, μένεις μόνος με το γεγονός. Και τα γεγονότα, ως γνωστόν, είναι επικίνδυνα γιατί δεν σέβονται τη ρητορική.
Έκανε έναν γρήγορο απολογισμό. Δεν είχε γίνει πραξικόπημα — συνήθως αυτά τα μυρίζεσαι. Δεν είχε προηγηθεί ανακοίνωση — κάτι θα είχε διαρρεύσει. Δεν είχε καν προηγηθεί μια καλή, παλιομοδίτικη καταγγελία περί «ιμπεριαλιστικών δυνάμεων». Αυτό ήταν ανησυχητικό. Όταν δεν φταίει κάποιος άλλος με σαφήνεια, αρχίζεις να ανησυχείς.
Δεν είναι δυνατόν, σκέφτηκε. Δεν συλλαμβάνονται έτσι οι πρόεδροι. Οι πρόεδροι παραιτούνται, ανατρέπονται, αυτοεξορίζονται. Δεν… μπαίνουν απλώς στη σκηνή χωρίς πρόβα. Υπήρχε μια τάξη σε όλα αυτά. Μια παράδοση. Μια στοιχειώδης θεατρικότητα. Εδώ, τίποτα.
Για μια στιγμή σκέφτηκε να μιλήσει. Να πει κάτι. Οτιδήποτε. Αλλά τι λες όταν δεν ξέρεις σε ποιο κεφάλαιο βρίσκεσαι; Το «αυτό είναι παρεξήγηση» απαιτεί κοινό. Το «θα απαντήσουμε θεσμικά» απαιτεί χρόνο. Το «ο λαός θα κρίνει» απαιτεί λαό σε κοντινή απόσταση. Τίποτα από αυτά δεν ήταν διαθέσιμο.
Ίσως είναι προσωρινό, σκέφτηκε. Ίσως είναι δοκιμαστικό. Σαν εκείνες τις στιγμές στην πολιτική που όλοι κάνουν πως δεν συνέβησαν, μέχρι να αποφασίσουν αν συνέβησαν όντως. Ναι, αυτό θα ήταν. Ένα είδος πολιτικού buffering. Σε λίγο θα φορτώσει η κανονική πραγματικότητα.
Αλλά δεν φόρτωνε.
Τότε ήρθε η δεύτερη, πιο ενοχλητική σκέψη: Κι αν αυτό είναι η εικόνα; Όχι το γεγονός — η εικόνα. Γιατί οι πολιτικοί δεν φοβούνται τις πράξεις. Φοβούνται τις φωτογραφίες. Μια κακή φωτογραφία μπορεί να ακυρώσει δεκαετίες λόγων. Μια κακή γωνία λήψης μπορεί να σε μετατρέψει από «ιστορικό πρόσωπο» σε «στιγμιότυπο».
Όχι φωτογραφία, παρακάλεσε σιωπηλά. Όχι έτσι. Δεν είχε φορέσει το σωστό σακάκι για Ιστορία. Δεν είχε κάνει το κατάλληλο βλέμμα — εκείνο το βλέμμα που λέει «ό,τι κι αν βλέπετε, εγώ ξέρω κάτι που εσείς δεν ξέρετε».
Και τότε, αναπόφευκτα, εμφανίστηκε στο μυαλό του ο Τσάβες. Όχι ο άνθρωπος. Ο μύθος. Ο Τσάβες-φωνή-στο-κεφάλι, που εμφανίζεται πάντα όταν η αφήγηση δυσκολεύει. «Νικολάς», του είπε, «η Ιστορία είναι υπομονετική».
Ναι, σκέφτηκε, αλλά δεν είπε τίποτα για τις κακές μέρες εικόνας.
Ποιος άλλαξε το σενάριο χωρίς να με ρωτήσει;
Αυτό ήταν το πραγματικό ερώτημα. Όχι «τι θα γίνει», ούτε «πώς θα τελειώσει». Αλλά ποιος τόλμησε να πειράξει τη δομή. Γιατί στην πολιτική, όλα συγχωρούνται εκτός από το να μην είσαι στο κέντρο του κάδρου.
Σκέφτηκε όλους εκείνους τους λόγους που είχε εκφωνήσει για την Ιστορία. Την επικαλείσαι συχνά όταν πιστεύεις ότι την κρατάς από το χέρι. Αλλά η Ιστορία έχει ένα ελάττωμα: δεν ενημερώνει. Δεν στέλνει σημείωμα. Δεν ζητά έγκριση. Απλώς μπαίνει στο δωμάτιο και κάθεται όπου θέλει.
Και κάπου εκεί, για λίγα δευτερόλεπτα, ένιωσε κάτι σχεδόν φιλοσοφικό. Μια σκέψη απλή, σχεδόν αστεία: Μήπως ποτέ δεν κρατούσα το σενάριο; Μήπως απλώς μου το είχαν δανείσει;
Αυτή η σκέψη τον ενόχλησε περισσότερο απ’ όλες τις άλλες. Γιατί σήμαινε ότι η εξουσία δεν είναι ιδιοκτησία. Είναι ρόλος. Και οι ρόλοι, όπως όλοι ξέρουμε, κάποια στιγμή ξαναμοιράζονται.
Η μέρα συνέχισε να είναι κακή για την εικόνα. Αλλά όχι απαραίτητα κακή για τη σκέψη. Γιατί αν υπάρχει κάτι που μαθαίνει κανείς σε τέτοιες στιγμές, είναι ότι το χειρότερο δεν είναι να χάσεις τον έλεγχο. Είναι να καταλάβεις ότι ίσως ποτέ δεν τον είχες πλήρως.
Και κάπως έτσι, χωρίς δραματικό φινάλε, χωρίς μουσική, χωρίς χειροκρότημα, ο εσωτερικός μονόλογος έφτασε στο μόνο συμπέρασμα που είχε νόημα:
Τελικά, στην πολιτική, το πιο επικίνδυνο πράγμα δεν είναι ο αντίπαλος. Είναι ο σεναριογράφος που αποφασίζει να φύγει χωρίς να σε ενημερώσει.
Η φυλακή, ανακάλυψε γρήγορα, έχει μια ιδιότητα σχεδόν μεταφυσική: εξαφανίζει το «μετά». Υπάρχει μόνο το «τώρα» και το «πάλι τώρα». Το μέλλον δεν είναι σχέδιο· είναι φήμη. Κάτι που ίσως συμβεί, αν δεν συμβεί κάτι άλλο πρώτα, που όμως συνήθως συμβαίνει. Κι έτσι περνάς την πρώτη μέρα —ή τη δεύτερη, ή την έβδομη, δεν είχε σημασία— προσπαθώντας να καταλάβεις ποια ακριβώς εκδοχή του «τώρα» είναι αυτή.
Το κελί ήταν μικρό, αλλά όχι συμβολικά μικρό. Όχι «η Ιστορία με τιμωρεί» μικρό. Περισσότερο «δημόσια υπηρεσία που δεν ανακαινίστηκε ποτέ» μικρό. Το κρεβάτι έτριζε με εκείνο το ελαφρύ παράπονο των αντικειμένων που ξέρουν ότι θα τους κατηγορήσεις άδικα για τη δυσφορία σου. Ο τοίχος απέναντι είχε ένα σημάδι που έμοιαζε με χάρτη χώρας που δεν υπήρχε. Για αρκετή ώρα τον κοίταζε προσπαθώντας να αποφασίσει αν ήταν η Βενεζουέλα πριν ή μετά τις κυρώσεις.
Η πρώτη μεγάλη έκπληξη ήταν ο χρόνος. Δεν κυλούσε. Στεκόταν. Σαν φρουρός χωρίς βάρδια. Στο γραφείο του, σκέφτηκε, ο χρόνος έτρεχε πάντα πιο γρήγορα από τις αποφάσεις. Εδώ, οι αποφάσεις δεν είχαν πού να πάνε. Κι έτσι, έμεναν. Κάθονταν δίπλα σου. Σε κοιτούσαν.
«Εντάξει», είπε μέσα του, «ψυχραιμία».
Η ψυχραιμία ήταν πάντα χρήσιμη. Τουλάχιστον ως ιδέα. Αν δεν μπορούσες να την εφαρμόσεις, μπορούσες πάντα να τη δηλώσεις. Αυτό είχε μάθει. Αλλά σε ποιον να τη δηλώσεις εδώ; Στον εαυτό σου; Εκείνος δεν ήταν και το πιο αξιόπιστο ακροατήριο τελευταία.
Οι άλλοι κρατούμενοι ήταν ένα κεφάλαιο από μόνοι τους. Όχι εχθρικοί. Όχι φιλικοί. Περισσότερο παρατηρητικοί. Τον κοιτούσαν όπως κοιτάς κάποιον που έρχεται από άλλη διάσταση. Ή από τηλεόραση. Και αυτό ήταν άβολο. Γιατί στην τηλεόραση είσαι πάντα λίγο μεγαλύτερος, λίγο πιο σίγουρος, λίγο πιο έτοιμος. Εδώ, ήσουν απλώς ένας άνθρωπος με φόρμα που δεν διάλεξε.
Κάποιος του μίλησε για πρώτη φορά την τρίτη μέρα —ή ίσως τη δέκατη. «Πρώτη φορά;» τον ρώτησε. Η ερώτηση τον μπέρδεψε. Πρώτη φορά τι; Φυλακή; Πτώση; Ρόλος χωρίς χειροκρότημα; Απάντησε με ένα νεύμα που μπορούσε να σημαίνει τα πάντα και τίποτα. Ήταν ένα νεύμα με μεγάλη πολιτική εμπειρία.
Το φαγητό ήταν… φαγητό. Όχι καλό. Όχι κακό. Κάτι ενδιάμεσο, σχεδιασμένο να μην προκαλεί καμία άποψη. Κι αυτό τον ενόχλησε. Γιατί ακόμα και στις πιο δύσκολες στιγμές, πίστευε ότι όλα όφειλαν να προκαλούν μια άποψη. Εδώ, ούτε αυτό. Έτρωγες και ξεχνούσες τι έφαγες πριν τελειώσεις.
Και τότε άρχισαν οι σκέψεις. Όχι οι μεγάλες, οι ρητορικές. Οι μικρές. Οι ύπουλες. Εκείνες που δεν ζητούν άδεια. «Τι κάνουν τώρα;» αναρωτήθηκε. Όχι οι αντίπαλοι. Οι δικοί του. Αυτοί που μέχρι χθες περίμεναν να τελειώσει μια πρόταση για να χειροκροτήσουν. Τώρα, πιθανότατα, περίμεναν να τελειώσει μια περίοδος για να αλλάξουν θέμα. Ή σημαία. Ή φωτογραφία προφίλ.
Η εξουσία, κατέληξε, είναι σαν την καρέκλα με ροδάκια. Όσο κάθεσαι, σε ακολουθεί. Μόλις σηκωθείς, φεύγει. Και κανείς δεν σου λέει πού πήγε.
Σκεφτόταν το μέλλον, φυσικά. Όχι με συγκεκριμένους όρους. Όχι ημερομηνίες. Περισσότερο σαν έννοια. Σαν κάτι που ίσως χρειαστεί να εξηγήσει κάποτε. Αν υπάρξει κάποτε. Υπήρχε πάντα αυτή η ιδέα: «θα δικαιωθώ ιστορικά». Την είχε πει πολλές φορές. Την είχε ακούσει ακόμα περισσότερες. Τώρα όμως, χωρίς μικρόφωνο, ακουγόταν διαφορετική. Πιο μικρή. Πιο αμήχανη. Σαν υπόσχεση που δόθηκε βιαστικά και ξεχάστηκε σε συρτάρι.
Έπιασε τον εαυτό του να κάνει σχέδια. Όχι απόδρασης. Αυτό θα ήταν υπερβολικά κινηματογραφικό. Σχέδια αφήγησης. Πώς θα το έλεγε; Πώς θα ξεκινούσε; «Στη φυλακή κατάλαβα…» Πολύ κοινότοπο. «Η φυλακή με δίδαξε…» Ακόμα χειρότερο. Όλοι αυτό λένε. Ίσως κάτι πιο απλό: «Δεν ήταν στο πλάνο». Αυτό του άρεσε. Γιατί ήταν αλήθεια. Και γιατί δεν εξηγούσε τίποτα.
Τα βράδια ήταν τα πιο δύσκολα. Όχι από φόβο. Από σιωπή. Στη σιωπή, όλα ακούγονται πιο καθαρά. Οι αμφιβολίες κάνουν ηχώ. Οι βεβαιότητες εξαφανίζονται. Και τότε θυμήθηκε κάτι που είχε πει παλιά —ή που του είχαν γράψει να πει— για τον λαό. Ότι ο λαός ξέρει. Ότι ο λαός καταλαβαίνει. Τώρα αναρωτήθηκε: κι αν ο λαός απλώς κουράστηκε να ακούει;
Υπήρχαν στιγμές που γελούσε. Σιγανά. Με τον εαυτό του. Με τη σοβαρότητα που είχε κάποτε. Με τις λέξεις που χρησιμοποιούσε σαν να ήταν άτρωτες. Τίποτα δεν είναι άτρωτο, σκέφτηκε. Ούτε καν οι λέξεις. Ειδικά αυτές.
Κάποια στιγμή συνειδητοποίησε ότι είχε αρχίσει να απολαμβάνει κάτι επικίνδυνο: την απουσία απόφασης. Κανείς δεν του ζητούσε τίποτα. Κανείς δεν περίμενε απάντηση. Δεν υπήρχε «επείγον». Μόνο πρόγραμμα. Και το πρόγραμμα ήταν ίδιο κάθε μέρα. Αυτό, όσο κι αν τον τρόμαζε, είχε μια περίεργη ανακούφιση. Σαν να σου παίρνουν ένα βάρος που δεν παραδέχεσαι ποτέ ότι σε πονάει.
Το μέλλον, τελικά, δεν του φαινόταν πια σαν θρόνος ή δικαίωση. Περισσότερο σαν υποσημείωση. Και αυτό δεν ήταν απαραίτητα κακό. Οι υποσημειώσεις, σκέφτηκε, διαβάζονται από όσους ενδιαφέρονται πραγματικά.
Κι έτσι, μέσα στο κελί που δεν ήταν στο πλάνο, έμαθε κάτι που δεν θα έλεγε ποτέ σε λόγο: ότι ίσως η μεγαλύτερη τιμωρία δεν είναι η φυλακή. Είναι να έχεις υπάρξει κάποτε βέβαιος. Και να πρέπει τώρα να ζήσεις με την υποψία ότι η βεβαιότητα ήταν απλώς καλή σκηνοθεσία.
Αναστέναξε, γύρισε πλευρό, και χαμογέλασε ξανά. Όχι ειρωνικά. Όχι θριαμβευτικά. Απλώς ανθρώπινα. Γιατί, όπως και να το κάνουμε, το μέλλον μπορεί να μην ήταν στο πλάνο — αλλά τουλάχιστον, αυτή τη φορά, δεν χρειαζόταν να προσποιηθεί ότι το ελέγχει.