Η γυναίκα που επιλέγει τον εαυτό της και προτιμά να λέει «όχι»

Η γυναίκα που επιλέγει τον εαυτό της και προτιμά να λέει «όχι»

Μάθαμε στις γυναίκες να φροντίζουν, να υποχωρούν, να καταλαβαίνουν και να διατηρούν τις ισορροπίες, ακόμη κι όταν το τίμημα είναι η προσωπική τους ευτυχία

Σήμερα, όμως, μια διαφορετική αντίληψη για την επιτυχία, τις σχέσεις και την αυτοεκτίμηση κερδίζει έδαφος: η πραγματικά ισχυρή γυναίκα δεν είναι εκείνη που μπορεί να αντέξει τα πάντα, αλλά εκείνη που γνωρίζει τι δεν χρειάζεται πλέον να ανέχεται. Και αυτή η αλλαγή επαναπροσδιορίζει ακόμη και την έννοια της πολυτέλειας.

Υπάρχει μια παράξενη αντίφαση στον τρόπο με τον οποίο μεγαλώνουν πολλές γυναίκες. Από τη μία πλευρά, τις ενθαρρύνουμε να είναι ανεξάρτητες, επιτυχημένες, μορφωμένες, οικονομικά αυτόνομες και αρκετά δυναμικές ώστε να διεκδικούν τη θέση τους σε έναν κόσμο που εξακολουθεί να μην προσφέρει πάντοτε τις ίδιες ευκαιρίες σε όλους. Από την άλλη, συνεχίζουμε να τις επιβραβεύουμε για την ικανότητά τους να προσαρμόζονται στις ανάγκες των άλλων, να αποφεύγουν τις συγκρούσεις, να διατηρούν τις σχέσεις και να προσφέρουν κατανόηση ακόμη και όταν η ίδια κατανόηση δεν επιστρέφεται.

Κάπως έτσι, η σύγχρονη γυναίκα μπορεί να έχει κατακτήσει μια εντυπωσιακή επαγγελματική θέση, να διαχειρίζεται σημαντικές οικονομικές αποφάσεις, να μεγαλώνει παιδιά, να οργανώνει μια ολόκληρη καθημερινότητα και, παρ’ όλα αυτά, να δυσκολεύεται να πει μια τόσο απλή λέξη όσο το «όχι», επειδή εξακολουθεί να αισθάνεται ότι η προσωπική της αξία συνδέεται με το πόσο απαραίτητη είναι στους άλλους.

Ίσως γι’ αυτό η φράση A Woman Who Chooses Herself, που επανέρχεται συχνά στο περιεχόμενο αυτοβελτίωσης και γυναικείας ενδυνάμωσης στα social media, αποκτά ένα ενδιαφέρον που ξεπερνά κατά πολύ τη συνηθισμένη διαδικτυακή αισιοδοξία.

Δεν περιγράφει απλώς μια γυναίκα που αποφάσισε να ασχοληθεί περισσότερο με τον εαυτό της, να αγοράσει ένα ακριβό άρωμα ή να αφιερώσει ένα Σαββατοκύριακο στην προσωπική της ευεξία. Περιγράφει μια βαθύτερη μετατόπιση στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται την αγάπη, την επιτυχία, την προσωπική αξιοπρέπεια και, κυρίως, το δικαίωμά της να μην αποτελεί διαρκώς τη λύση στα προβλήματα όλων των άλλων.

Γιατί, τελικά, υπάρχει μια μορφή πολυτέλειας που δεν αγοράζεται με χρήματα: να μπορείς να επιλέγεις τη ζωή σου χωρίς να αισθάνεσαι ότι οφείλεις να απολογηθείς γι’ αυτήν.

Η γυναίκα που έμαθε να φροντίζει τους πάντες εκτός από τον εαυτό της

Για δεκαετίες, η γυναικεία ταυτότητα οικοδομήθηκε γύρω από μια σειρά χαρακτηριστικών που θεωρούνταν σχεδόν αυτονόητες αρετές: η υπομονή, η κατανόηση, η προσαρμοστικότητα, η συναισθηματική διαθεσιμότητα και η ικανότητα να διατηρεί κανείς την οικογενειακή ή κοινωνική αρμονία.

Αυτές οι ιδιότητες δεν είναι αρνητικές. Αντίθετα, αποτελούν σημαντικά στοιχεία της ανθρώπινης συνύπαρξης. Το πρόβλημα αρχίζει όταν μετατρέπονται από προσωπικές επιλογές σε υποχρεώσεις που βαρύνουν δυσανάλογα τη μία πλευρά μιας σχέσης.

Σκεφτείτε πόσες φορές μια γυναίκα καλείται να κατανοήσει την επαγγελματική πίεση του συντρόφου της, να δικαιολογήσει τη συναισθηματική του απόσταση, να διαχειριστεί τις οικογενειακές ισορροπίες ή να αναβάλει μια προσωπική επιθυμία επειδή κάποιος άλλος έχει μεγαλύτερη ανάγκη.

Η ίδια γυναίκα μπορεί να διαπραγματεύεται με αξιοσημείωτη αυτοπεποίθηση μια επαγγελματική συμφωνία και λίγες ώρες αργότερα να δυσκολεύεται να εκφράσει μια προσωπική της ανάγκη, επειδή φοβάται μήπως θεωρηθεί απαιτητική.

Αυτό το παράδοξο δεν είναι τυχαίο.

Στην κοινωνική ψυχολογία, η έννοια του self-silencing περιγράφει την τάση ορισμένων ανθρώπων να καταπιέζουν σκέψεις, συναισθήματα και ανάγκες προκειμένου να αποφύγουν συγκρούσεις ή να διατηρήσουν σημαντικές σχέσεις.

Αν και δεν αφορά αποκλειστικά τις γυναίκες, συνδέεται με κοινωνικές προσδοκίες που συχνά τις ενθαρρύνουν να τοποθετούν την αρμονία πάνω από την προσωπική τους έκφραση.

Το αποτέλεσμα είναι ότι μια γυναίκα μπορεί να γίνει εξαιρετικά ικανή στο να αναγνωρίζει τι χρειάζονται οι άλλοι, ενώ σταδιακά χάνει την επαφή με όσα χρειάζεται η ίδια.

Και ίσως το πιο δύσκολο σημείο αυτής της διαδικασίας είναι ότι η απώλεια δεν γίνεται αντιληπτή αμέσως. Δεν υπάρχει απαραίτητα μια δραματική στιγμή κατά την οποία συνειδητοποιεί ότι έχει εγκαταλείψει τον εαυτό της, αλλά μια αθόρυβη συσσώρευση μικρών υποχωρήσεων που κάποτε έμοιαζαν ασήμαντες.

Γιατί η αυτοεκτίμηση έγινε σημαντικότερη από την αποδοχή

Ζούμε σε μια εποχή κατά την οποία η δημόσια εικόνα αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία, ενώ η ανάγκη για αποδοχή μετριέται συχνά μέσα από αριθμούς, αντιδράσεις και ψηφιακή επιβεβαίωση.

Στα social media, η επιτυχία παρουσιάζεται ως κάτι ορατό: μια εντυπωσιακή επαγγελματική πορεία, ένα όμορφο σπίτι, ένα ακριβό ταξίδι, μια σχέση που μοιάζει ιδανική ή μια εμφάνιση που συγκεντρώνει χιλιάδες θετικά σχόλια.

Ωστόσο, πίσω από αυτή την κουλτούρα της διαρκούς προβολής, αναπτύσσεται και μια διαφορετική αντίληψη για την προσωπική αξία, σύμφωνα με την οποία η ουσιαστική αυτοπεποίθηση δεν προκύπτει από το πόσοι άνθρωποι σε επιλέγουν, αλλά από το αν οι επιλογές σου συμβαδίζουν με όσα θεωρείς σημαντικά.

Η διαφορά είναι ουσιαστική.

Μια γυναίκα που αναζητά διαρκώς την αποδοχή μπορεί να προσαρμόζει τη συμπεριφορά της ώστε να παραμένει επιθυμητή, συμπαθής ή απαραίτητη. Αντίθετα, μια γυναίκα που έχει αναπτύξει σταθερότερη αίσθηση προσωπικής αξίας μπορεί να αποδεχθεί ότι ορισμένες επιλογές της δεν θα αρέσουν σε όλους, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι πρέπει να τις εγκαταλείψει.

Αυτό δεν την καθιστά αδιάφορη απέναντι στους άλλους ούτε την απαλλάσσει από την ανάγκη για ανθρώπινη σύνδεση. Της επιτρέπει, όμως, να διαχωρίζει την επιθυμία να αγαπιέται από την ανάγκη να εγκρίνεται κάθε της απόφαση.

Στην πραγματικότητα, πρόκειται για μια μορφή συναισθηματικής ωριμότητας που δεν έχει σχέση με την ηλικία, την οικονομική κατάσταση ή την κοινωνική θέση.

Μπορεί να εμφανιστεί στα είκοσι πέντε, όταν μια γυναίκα αποφασίζει να μη συνεχίσει μια σχέση που δεν την εκφράζει, ή στα πενήντα, όταν συνειδητοποιεί ότι έχει ακόμη το δικαίωμα να αλλάξει επαγγελματική κατεύθυνση, να δημιουργήσει νέες φιλίες ή να διεκδικήσει μια διαφορετική καθημερινότητα.

Η προσωπική εξέλιξη δεν σταματά επειδή κάποτε πήραμε αποφάσεις που έμοιαζαν οριστικές.

Το «όχι» ως προσωπικό όριο και όχι ως πράξη απόρριψης

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της σύγχρονης συζήτησης γύρω από την αυτοεκτίμηση είναι η αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τα προσωπικά όρια.

Για χρόνια, η λέξη «όριο» συνδεόταν συχνά με την απόσταση, την ψυχρότητα ή την απροθυμία για συμβιβασμό. Σήμερα, μέσα από τη διάδοση της ψυχολογικής ορολογίας, αντιμετωπίζεται περισσότερο ως αναγκαία προϋπόθεση για υγιείς ανθρώπινες σχέσεις.

Ωστόσο, υπάρχει μια σημαντική λεπτομέρεια που συχνά χάνεται στη διαδικτυακή συζήτηση: τα όρια δεν αποτελούν έναν τρόπο να ελέγχουμε τη συμπεριφορά των άλλων, αλλά έναν τρόπο να καθορίζουμε τη δική μας συμμετοχή σε μια κατάσταση.

Δεν μπορούμε να απαιτήσουμε από κάποιον να συμπεριφέρεται όπως επιθυμούμε, μπορούμε όμως να αποφασίσουμε ποια συμπεριφορά είμαστε διατεθειμένοι να αποδεχθούμε και πώς θα αντιδράσουμε όταν αυτή επαναλαμβάνεται.

Αυτή η διάκριση είναι ιδιαίτερα σημαντική στις προσωπικές σχέσεις, όπου η αγάπη συχνά συγχέεται με την απεριόριστη ανοχή.

Το γεγονός ότι μια γυναίκα μπορεί να κατανοήσει τους λόγους για τους οποίους κάποιος συμπεριφέρεται με έναν συγκεκριμένο τρόπο δεν σημαίνει ότι οφείλει να αποδέχεται επ’ αόριστον τις συνέπειες αυτής της συμπεριφοράς.

Η ενσυναίσθηση δεν καταργεί την αυτοπροστασία, όπως και η κατανόηση δεν συνεπάγεται υποχρεωτικά τη συγχώρεση ή τη συνέχιση μιας σχέσης.

Αντίθετα, η ικανότητα να διατυπώνουμε καθαρά τις ανάγκες και τα όριά μας μπορεί να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για ουσιαστικότερη επικοινωνία, επειδή επιτρέπει στους ανθρώπους να γνωρίζουν τι πραγματικά αισθανόμαστε αντί να προσπαθούν να αποκωδικοποιήσουν τη σιωπή μας.

Η οικονομική ανεξαρτησία είναι και συναισθηματική ελευθερία

Η συζήτηση για τη γυναίκα που επιλέγει τον εαυτό της αποκτά μια διαφορετική διάσταση όταν μεταφέρεται από την ψυχολογία στην οικονομία.

Γιατί όσο σημαντική κι αν είναι η συναισθηματική αυτονομία, η δυνατότητα πραγματικών επιλογών συνδέεται συχνά με την πρόσβαση σε οικονομικούς πόρους.

Μια γυναίκα που διαθέτει δικό της εισόδημα, επαγγελματικές δεξιότητες, αποταμιεύσεις και δυνατότητα οικονομικού προγραμματισμού έχει συνήθως περισσότερα περιθώρια να αποφασίσει πώς θέλει να ζήσει, χωρίς να εξαρτάται αποκλειστικά από τις αποφάσεις κάποιου άλλου.

Αυτό δεν σημαίνει ότι τα χρήματα εξασφαλίζουν την ευτυχία ή ότι η οικονομική ανεξαρτησία επιλύει αυτομάτως τις συναισθηματικές δυσκολίες.

Σημαίνει, όμως, ότι η οικονομική ασφάλεια μπορεί να περιορίσει ορισμένες μορφές εξάρτησης που καθιστούν δυσκολότερη την προσωπική αυτοδιάθεση.

Η επαγγελματική ταυτότητα, επομένως, δεν αποτελεί μόνο πηγή κοινωνικής αναγνώρισης, αλλά μπορεί να λειτουργήσει και ως ένας μηχανισμός προσωπικής ελευθερίας.

Αυτός είναι ένας λόγος για τον οποίο η συζήτηση γύρω από τη γυναικεία ενδυνάμωση δεν μπορεί να περιορίζεται σε αισιόδοξες φράσεις και συμβουλές αυτοβελτίωσης.

Πρέπει να περιλαμβάνει την ισότιμη πρόσβαση στην εργασία, τις δυνατότητες επαγγελματικής εξέλιξης, τη δίκαιη αμοιβή, την οικονομική εκπαίδευση και την κατανομή των οικογενειακών ευθυνών.

Διότι η ελευθερία να επιλέγεις τον εαυτό σου δεν είναι εξίσου εύκολη για όλες τις γυναίκες και θα ήταν άδικο να παρουσιάζεται αποκλειστικά ως ζήτημα προσωπικής αποφασιστικότητας.

Γιατί οι ισχυρές γυναίκες δεν χρειάζεται να αποδεικνύουν πόσα μπορούν να αντέξουν

Υπάρχει μια ιδιαίτερα διαδεδομένη αντίληψη σύμφωνα με την οποία η δύναμη ενός ανθρώπου αποδεικνύεται από την ικανότητά του να αντέχει δύσκολες καταστάσεις.

Στις γυναίκες, αυτή η αντίληψη αποκτά συχνά σχεδόν ηρωικές διαστάσεις.

Θαυμάζουμε εκείνη που εργάζεται ασταμάτητα, μεγαλώνει παιδιά, στηρίζει τον σύντροφό της, φροντίζει τους γονείς της, αντιμετωπίζει προσωπικές δυσκολίες και εξακολουθεί να ανταποκρίνεται σε κάθε υποχρέωση χωρίς να διαμαρτύρεται.

Είναι ασφαλώς αξιοθαύμαστη η ανθεκτικότητα, αλλά αξίζει να αναρωτηθούμε γιατί έχουμε συνδέσει τόσο στενά τη γυναικεία αξία με την ικανότητα της αυτοθυσίας.

Η πραγματική δύναμη δεν βρίσκεται πάντοτε στη συνέχιση μιας προσπάθειας.

Μερικές φορές βρίσκεται στην αναγνώριση ότι μια κατάσταση έχει πάψει να είναι δημιουργική, ότι μια σχέση έχει εξαντλήσει τις δυνατότητές της ή ότι μια επαγγελματική συνθήκη απαιτεί περισσότερα από όσα είναι λογικό να προσφέρει κανείς.

Η αποχώρηση δεν αποτελεί αυτομάτως αποτυχία, όπως και η παραμονή δεν αποτελεί πάντοτε απόδειξη αφοσίωσης.

Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό σε μια εποχή που εξιδανικεύει την παραγωγικότητα και παρουσιάζει τη συνεχή απασχόληση ως δείκτη επιτυχίας.

Το να μπορεί μια γυναίκα να αναγνωρίζει πότε χρειάζεται ανάπαυση, πότε πρέπει να ζητήσει βοήθεια και πότε μια υποχρέωση δεν της αναλογεί δεν μειώνει την αποτελεσματικότητά της.

Αντίθετα, μπορεί να αποτελεί ένδειξη καλύτερης διαχείρισης των προσωπικών της πόρων.

Η αγάπη δεν απαιτεί να εξαφανιστείς μέσα στη ζωή κάποιου άλλου

Ίσως η μεγαλύτερη παρεξήγηση γύρω από την έννοια της αυτονομίας αφορά τις ερωτικές σχέσεις.

Στη σύγχρονη κουλτούρα των social media, η αυτοπροστασία παρουσιάζεται μερικές φορές ως μια σχεδόν απόλυτη αυτάρκεια, στην οποία η γυναίκα οφείλει να μη χρειάζεται κανέναν, να μην εκδηλώνει υπερβολικό ενδιαφέρον και να αποχωρεί με την πρώτη δυσκολία.

Όμως η συναισθηματική ωριμότητα δεν ταυτίζεται με την αποφυγή της οικειότητας.

Οι ουσιαστικές σχέσεις απαιτούν ευαλωτότητα, αμοιβαίες υποχωρήσεις, διάθεση κατανόησης και την ικανότητα να αντιμετωπίζουμε διαφωνίες χωρίς να θεωρούμε ότι κάθε σύγκρουση αποτελεί απειλή.

Το ζητούμενο δεν είναι να πάψουμε να αγαπάμε βαθιά, αλλά να μη θεωρούμε ότι η αγάπη προϋποθέτει την εγκατάλειψη της προσωπικής μας ταυτότητας.

Μια γυναίκα μπορεί να είναι ερωτευμένη και ταυτόχρονα να διατηρεί τις φιλίες της, τις επαγγελματικές της φιλοδοξίες, τα ενδιαφέροντά της και τον προσωπικό της χώρο.

Μπορεί να επιθυμεί μια σχέση χωρίς να θεωρεί ότι η απουσία της μειώνει την αξία της, όπως μπορεί να προσφέρει συναισθηματική στήριξη χωρίς να αναλαμβάνει αποκλειστικά την ευθύνη για την ευτυχία του συντρόφου της.

Η ισορροπία αυτή δεν είναι πάντοτε εύκολη, ιδιαίτερα όταν έχουμε μεγαλώσει με την ιδέα ότι ο μεγάλος έρωτας πρέπει να απορροφά σχεδόν ολόκληρη την ύπαρξή μας.

Ωστόσο, η δυνατότητα δύο ανθρώπων να παραμένουν ξεχωριστές προσωπικότητες μπορεί να αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία μιας ώριμης σχέσης.

Γιατί η πραγματική οικειότητα δεν απαιτεί να μικρύνει ο ένας για να χωρέσει στη ζωή του άλλου.

Από το quiet luxury στο emotional luxury

Η νέα αυτή αντίληψη για την προσωπική αυτονομία συναντά με ενδιαφέροντα τρόπο και τη σύγχρονη κουλτούρα της πολυτέλειας.

Τα τελευταία χρόνια, το quiet luxury επαναπροσδιόρισε την αισθητική της οικονομικής ευχέρειας, μετατοπίζοντας την προσοχή από την εμφανή επίδειξη πλούτου στην ποιότητα, τη διακριτικότητα και τη διαχρονικότητα.

Όμως, παράλληλα με αυτή την αισθητική μετατόπιση, αναπτύσσεται και μια ευρύτερη συζήτηση για όσα θεωρούμε πραγματικά πολύτιμα.

Ο χρόνος, η ιδιωτικότητα, η ψυχική ηρεμία, η δυνατότητα επιλογής και η ελευθερία από διαρκείς κοινωνικές απαιτήσεις αποκτούν ιδιαίτερη σημασία σε μια καθημερινότητα που χαρακτηρίζεται από συνεχή συνδεσιμότητα και υπερβολική διαθεσιμότητα.

Θα μπορούσαμε να περιγράψουμε αυτή τη μετατόπιση ως emotional luxury, όχι ως καθιερωμένη οικονομική κατηγορία, αλλά ως έναν τρόπο να αντιληφθούμε τη νέα αξία της προσωπικής ηρεμίας.

Γιατί μια γυναίκα μπορεί να διαθέτει μια εντυπωσιακή γκαρνταρόμπα, να ταξιδεύει στα καλύτερα ξενοδοχεία και να απολαμβάνει όσα προσφέρει η σύγχρονη αγορά πολυτελείας, αλλά να αισθάνεται διαρκώς εξαντλημένη από την ανάγκη να ανταποκρίνεται στις προσδοκίες των άλλων.

Αντίστροφα, η δυνατότητα να διαθέτει χρόνο για τον εαυτό της, να επιλέγει ουσιαστικές σχέσεις και να απολαμβάνει μια καθημερινότητα που ανταποκρίνεται στις προσωπικές της αξίες μπορεί να της προσφέρει μια διαφορετική αίσθηση ευημερίας.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η εσωτερική γαλήνη υποκαθιστά την οικονομική ασφάλεια ή ότι οι υλικές συνθήκες παύουν να έχουν σημασία.

Σημαίνει ότι η πολυτέλεια δεν εξαντλείται πλέον αποκλειστικά σε όσα μπορούμε να αποκτήσουμε, αλλά περιλαμβάνει και όσα έχουμε την ελευθερία να αρνηθούμε.

Η πιο κομψή γυναίκα είναι εκείνη που δεν χρειάζεται να αποδείξει τίποτα

Υπάρχει κάτι ιδιαίτερα ενδιαφέρον στη σχέση ανάμεσα στην κομψότητα και την αυτοπεποίθηση.

Η μόδα μάς έχει μάθει να αναγνωρίζουμε την κομψότητα μέσα από συγκεκριμένους αισθητικούς κώδικες: ένα καλοραμμένο σακάκι, ένα εξαιρετικό ύφασμα, μια προσεκτικά επιλεγμένη τσάντα ή έναν συνδυασμό που δείχνει ανεπιτήδευτος, παρότι μπορεί να έχει απαιτήσει μεγάλη προετοιμασία.

Ωστόσο, η προσωπική κομψότητα δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την εμφάνιση.

Συνδέεται και με τον τρόπο με τον οποίο ένας άνθρωπος διαχειρίζεται τον εαυτό του, επικοινωνεί, αντιμετωπίζει τις διαφωνίες και διατηρεί την αξιοπρέπειά του ακόμη και σε δύσκολες συνθήκες.

Μια γυναίκα που γνωρίζει την αξία της δεν χρειάζεται να επιδεικνύει διαρκώς τη δύναμή της, να ανταγωνίζεται άλλες γυναίκες ή να αποδεικνύει ότι έχει τον έλεγχο κάθε κατάστασης.

Μπορεί να αναγνωρίζει τα λάθη της, να αλλάζει γνώμη, να ζητά συγγνώμη και να αποδέχεται ότι δεν είναι δυνατόν να ανταποκρίνεται πάντοτε σε όλα.

Η αυτοεκτίμηση δεν προϋποθέτει τελειότητα.

Αντίθετα, προϋποθέτει την ικανότητα να αντιμετωπίζουμε τον εαυτό μας με την ίδια κατανόηση που συχνά προσφέρουμε τόσο γενναιόδωρα στους άλλους.

Και ίσως αυτή να είναι μια από τις πιο ενδιαφέρουσες μορφές σύγχρονης κομψότητας: η απουσία της ανάγκης για συνεχή επιβεβαίωση.

Η γυναίκα που επιλέγει τον εαυτό της δεν επιλέγει τη μοναξιά

Υπάρχει, τέλος, μια σημαντική διάκριση που αξίζει να γίνει.

Η επιλογή του εαυτού μας δεν συνεπάγεται την απόρριψη των άλλων ούτε αποτελεί πρόσκληση για μια ζωή χωρίς συμβιβασμούς, υποχρεώσεις ή συναισθηματικούς δεσμούς.

Καμία ουσιαστική σχέση δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς αμοιβαιότητα, όπως καμία κοινωνία δεν μπορεί να λειτουργήσει εάν κάθε άνθρωπος ενδιαφέρεται αποκλειστικά για τις προσωπικές του επιθυμίες.

Το ζητούμενο είναι να πάψει η φροντίδα των άλλων να προϋποθέτει τη συστηματική παραμέληση του εαυτού μας.

Μια γυναίκα μπορεί να είναι αφοσιωμένη μητέρα, σύντροφος, φίλη και επαγγελματίας χωρίς να θεωρεί ότι κάθε προσωπική της ανάγκη αποτελεί πολυτέλεια που πρέπει να δικαιολογήσει.

Μπορεί να αγαπά χωρίς να εξαρτάται απόλυτα, να προσφέρει χωρίς να εξαντλείται και να επιδιώκει την επιτυχία χωρίς να θυσιάζει όλα όσα κάνουν τη ζωή της ουσιαστική.

Και, κυρίως, μπορεί να αποδεχθεί ότι οι άνθρωποι εξελίσσονται.

Ότι οι επιθυμίες αλλάζουν, οι προτεραιότητες μετακινούνται και ορισμένες επιλογές που κάποτε μας εξέφραζαν μπορεί να μην ανταποκρίνονται πλέον σε αυτό που έχουμε γίνει.

Δεν υπάρχει τίποτα εγωιστικό στην αναγνώριση αυτής της αλλαγής.

Αντίθετα, ίσως η μεγαλύτερη πράξη προσωπικής ευθύνης είναι να δημιουργούμε μια ζωή στην οποία μπορούμε πραγματικά να αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας.

Γιατί, τελικά, η γυναίκα που επιλέγει τον εαυτό της δεν είναι απαραίτητα εκείνη που φεύγει, που αρνείται ή που διεκδικεί περισσότερα από όλους.

Είναι εκείνη που έχει καταλάβει ότι η αγάπη, η επιτυχία και η κοινωνική αποδοχή χάνουν ένα σημαντικό μέρος της αξίας τους όταν για να τις διατηρήσει πρέπει να εγκαταλείψει όσα την κάνουν να αισθάνεται ο εαυτός της.

Και σε έναν κόσμο που εξακολουθεί να ζητά από τις γυναίκες να είναι ταυτόχρονα δυνατές και ευάλωτες, επιτυχημένες και διαθέσιμες, ανεξάρτητες και διαρκώς πρόθυμες να προσφέρουν, ίσως η μεγαλύτερη πολυτέλεια να είναι τελικά πολύ πιο απλή από όσο φανταζόμαστε.

Να μη χρειάζεται να γίνεις λιγότερο ο εαυτός σου για να παραμείνεις σημαντική στη ζωή κάποιου άλλου.

Σχετικά άρθρα